Αλχημιστής

του Σωτήρη Σκίπη (1881-1952)

 

Απ΄ των ορίων το κλουβί το σιδερόκλειστο

το πνεύμα το δικό μου να πετάει

σε κάθε απροσδιόριστο κι αβέβαιο

που το ασυνείδητό μου μ΄ οδηγάει.

 

Φάουστ εγώ, στην πλανερή Αλχημεία μου

θέλω να πλάθω Πνεύματα άλλου Κόσμου,

να ζωντανεύω τ΄ άυλα Φαντάσματα

κι όλα ναν τα μορφοποιώ στο φως μου.

 

Τα βράδια όταν του Φεγγαριού το φως

πέφτει στο δέντρο ωχρό και στα κλαδιά του,

ακάτεχο παιδί να λέω πώς στένεται

των Ίσκιων ο Χορός στα βάθη κάτου.

 

Με νυχτερίδας φτερουγάκια, μ΄ αλυχτήσματα

σκύλου, με γάτας που γιαλίζουν μάτια,

με τέχνη να τα συγκολάω κι έναν Αντίχριστο

να ορθώνω στης ερμιάς μου τ΄ ακροπλάτια.

 

Και Μεφιστοφελής αυτός αιώνιος σκλάβος μου,

στα μαγεριά των Μαγισσών τ΄ ανήλια

να μ΄ οδηγεί και εκεί το στοιχειοπότηρο

στα παγερά μου ν΄ ακουμπάω τα χείλια.

 

Να ξανανιώνω στο μαγιοκαθρέφτη τους

κάπιαν εικόνα αβέβαιη να ξανοίγω,

από Έρωτα η καρδιά μου να φλογίζεται

μια Μαργαρίτα στο δρομί να σμίγω.

 

Στο μαγικό, σατανικό του σκλάβου μου

ύστερα να κρεμνιέμαι το μαντύα,

εκστατικό να μ΄ ανυψώνει αιώνια

στην Πνευματονυχτιά τη Βαλπουργία.

 

Της Ιστορίας μορφές να με κυκλώνουνε

που γνώρισα ή δε γνώρισα, ποιος ξέρει,

στο γοργοδιαβατάρικο, τ΄ ατέλιωτο

ταξίδι μου από Αστέρι όλο σε Αστέρι.

 

Απ΄ των ορίων το κλουβί το σιδερόκλειστο

το πνεύμα το δικό μου να πετάει,

σε κάθε απροσδιόριστο κι αβέβαιο

που το ασυνείδητό μου μ΄ οδηγάει.

 

Φάουστ εγώ, στην πλανερή Αλχημεία μου

θέλω να πλάθω Πνεύματα άλλου Κόσμου,

να ζωντανεύω τ΄ άυλα Φαντάσματα

κι όλα ναν τα μορφοποιώ στο φως μου.-

 

Από τη συλλογή Silentii dissolutio, Αθήνα 1903, σ. 27-29.