Τάνταλος

του Σωτήρη Σκίπη (1881-1952)

 

Τον τόπο του βασάνου μου

Τον καταχθόνιο αφήνω.

Ο Δίας πάει. Ακυβέρνητα

Είν΄ όλα και στον Όλυμπο,

Ως και στον Άδη.

 

Στη Γη ανεβαίνω ο Τάνταλος,

Τη δίψα των αιώνων,

Στ΄ άγρια αυτά μεσανύχτια

Θα σβύσω. Ω, να μπροστά μου

Η Κιόση βρύση.

 

Τους κρουνούς της ανοίγω,

Μα ο Αράπης κρατεί

Τα νερά τα κρουστάλινα,

Με γόους να συμπονέσει με

Τον ικετεύω,

 

Αχ ιδού με σπλαχνίστηκε.

Στάζει η Κιόση και πίνω.

Νερό πίνω ενός δευτέρου

Θανάτου και γυρίζω

Στο βάσανό μου.-

 

Από τη συλλογή Κάλβεια μέτρα, Παρίσι 1909, σ. 43.