Το άταχτο αστεράκι (απόσπασμα)

 

… Το αστεράκι κολυμπά και θέλει πολύ να τα κοιτάζει όλα προχωρώντας στον δρόμο του, να ακούει και να χαζεύει. Όλος αυτός ο κόσμος της θάλασσας του ήταν άγνωστος μέχρι τώρα και είναι πολύ όμορφα να τα βλέπεις. «Είναι ένας μαγευτικός βυθός!» σκέφτεται. Δεν είχε αντικρύσει ποτέ όλα όσα βλέπει τώρα και πιάνει τον εαυτό του να ξεχνά κάποιες στιγμές τη λύπη του που χάθηκε από τους δικούς του και τον φόβο του που είναι μακριά τους.

Α! ο κόσμος της θάλασσας είναι υπέροχος και δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ μέχρι τώρα. Αχ! Μαγεύτρα θάλασσα, παρ’ όλη την αλμύρα σου, ξέρεις να τους πλανεύεις όλους! Γι’ αυτό οι ναυτικοί δεν λένε να σταματήσουν τα ταξίδια στα νερά σου. Αχ! πάλι ξεχάστηκε το αστεράκι στον υγρό κρυστάλλινο βυθό… Παράξενα φυτά και κοράλλια περίπλοκα, βράχια μικρά και μεγάλα, φύκια κουνιούνται νωχελικά πέρα δώθε από τα θαλάσσια ρεύματα. Από μικρές τρυπούλες στον πάτο της θάλασσας ξεμυτίζουν ψαρίσιες μυτούλες και τους μυρίζουν ή τους κρυφοκοιτούν ευκίνητα ψαρίσια ματάκια… Όλα συναρπαστικά και σαγηνευτικά, έτσι που να σε κάνουν να ξεχνάς έστω και λίγο οτιδήποτε άλλο σε απασχολεί.

-Μην καθυστερείς – του φώναξε κάποια στιγμή το ψαράκι-. Βιάζομαι. Με περιμένει η μαμά μου και πρέπει να κανονίσω και τη δική σου υπόθεση. Πρέπει να σε βοηθήσω να φύγεις.

Και μετά από λίγο το ψαράκι ξαναλέει:

-Αλήθεια, πλησιάζουμε στο σπίτι μου. Έλα κι εσύ μαζί μου. Πρέπει να σου γνωρίσω και τη μαμά μου. Θα της εξηγήσω πού πάμε και αν αργήσω, δεν θα ανησυχήσει για μένα.

-Εντάξει, ψαράκι. Με πολλή χαρά θα γνωρίσω και τη μαμά σου. Ας περάσουμε κι απ’ το σπίτι σου για λίγο.

                Έτσι προχωρούν όλα μαζί για το σπίτι του ψαριού. Είναι ένα μεγάλο κατακόκκινο κοράλλι. Μπροστά έχει έναν κήπο με φύκια πράσινα και νερά λουλακιά, που ανάμεσά τους περνούν σαν μικρές αστραπές οι ακτίνες του ήλιου.

Κοχύλια στριφογυρίζουν αργά-αργά με τον ρυθμό των απαλών κυμάτων και πού και πού ένα στρείδι μισανοίγει και αστράφτει στο εσωτερικό του το φίλντισι ή ένα ολόλευκο μαργαριτάρι, που μεγαλώνει εκεί μέσα.

-Εγώ μαζεύω μαργαριταράκια και παίζω βώλους με τους φίλους μου –είπε το ψαράκι-. Θα σου ‘δινα κι εσένα μια χούφτα μαργαριτάρια να παίζεις αλλά θα είναι βαριά, για να τα κουβαλάς στον ουρανό. Όμως πάρε ένα κι αν δεν σε βολεύει να το κρατάς στο χέρι ανεβαίνοντας, βαλ΄το στο στοματάκι σου και κράτα το ανάμεσα στα δόντια, να, δάγκωσέ το, θα δεις, είναι αληθινό. Έτσι ξεχωρίζουνε κι οι άνθρωποι τα μαργαριτάρια, όταν θέλουνε να δουν αν είναι αληθινά και γνήσια: τα δαγκώνουν. Το έχω δει κι αυτό στην παραλία.

                Το αστεράκι πιάνει το μαργαριτάρι και το κοιτάζει. Του αρέσει, είναι λείο, κάτασπρο και γυαλιστερό.

-Θα το πάρω. Είναι ένα καλό ενθύμιο. Θα το δώσω στη μαμά μου. Αυτή δεν θα έρθει ποτέ στη θάλασσα. Σ’ ευχαριστώ πολύ.

-Παρακαλώ. Να της πεις και χαιρετίσματα από μένα. Έλα τώρα να δεις και τη δική μου μαμά. Να, από ‘δω η μαμά μου η Ψαρίνα.

-Πού ήσουν, ψαράκι μου; Ποιο είναι αυτό το αστέρι; Πώς και βρεθήκατε μαζί; - ρώτησε ένα όμορφο ψάρι με ασημένια λέπια και λυγερά πτερύγια.

                Ήταν η ευγενική μαμά-Ψαρίνα γεμάτη χαρά και κομψότητα μπροστά στο κοραλλένιο σπίτι της…

 

Από το διήγημα της Μαρίας Σταθέα «Το άταχτο Αστεράκι»