Ψαράς

Το μέτωπό μου, αγέρωχο, δεν τόχει οργώσει η σκέψη.
Σαν των βουνώνε τις κορφές το δέρνουνε οι ανέμοι.
Και των μαλλιών μου, ως τ' αρμυρό νερό τά'χει μουσκέψει
τ' ώριο στεφάνι γύρω του μοσκοβολάει και τρέμει.

Το δειλινό τα μάτια μου στη λάμψη κολυμπούνε,
που πλήθια η ώρα την κερνά σε χρυσαφένιο τάσι
κι απέ, τη νύχτα, μάρμαρα δυο μπράτσα καρτερούνε
το μελαψό μου το κορμί, που ο ήλιος τό' χει αργάσει.

Από τη συλλογή "Δρόμοι και μονοπάτια", Σμύρνη 1921.