ΝΤΡΟΠΙΑΣΜΕΝΟΣ ΑΛΛΟΤΡΙΟΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

 

 

 

Ξημερώνει στο σπιρτόκουτο κελί της

λίγο πριν την εκτέλεση της αυγής που την ελευθερώνει

Κατηγορήθηκε που αρνιόταν ψέματα να «ξεφουρνίσει»

μα εκείνη μόνο αλήθειες είχε μάθει να φουρνίζει

ροδοψημένες και κατακόκκινες σαν τα ζωηρά της μάγουλα

Αυτές πίκραιναν μέσα στην τόση γλύκα τους

και την οδήγησαν εδώ κατασυκοφαντημένη.

Της προσφέρω επικοινωνιακό τσιγάρο  – αλλότρια συντροφιά

Εκτιμά την χειρονομία, όμως δεν το δέχεται

Είναι, λέει, ο θολός καπνός του που υψώνεται

σίδερα φυλακής στον καθαρό της λογισμό,

η στάχτη του  στάχτη ασεβής στη διαύγειά της.

Θαυμάζω την ανυποχώρητη περηφάνια της

Θέλω να τη λευτερώσω, να σταυρώσω την αλλότρια μικρότητα

μα είμαι τόσο δειλός κι ο ρόλος μου τόσο άχαρος

Η μόνη δύναμη που βρίσκω είναι για ν’ ανοίξω την πόρτα

στους φρουρούς

που οδηγούν τη Ντροπή στο απόσπασμα.

Ανάβω τσιγάρο αλλότριος

κι ακούω τις εκτελεστικές τουφεκιές

πίσω απ’ τις σιδεριές καπνού

της διπλής φυλακής μου.

 

Γιάννης Στρούμπας