Εις μίαν πεντάραν του 1836

του Παναγιώτη Συνοδινού (1836-1912)

 

Πες μου πεντάρα μου φτωχή, που σιωπάς εμπρός μου,

που τόσα ξέρεις φανερά και μυστικά του κόσμου,

κοσμογυρίστρα άφωνη, πολύπαθη πεντάρα,

αν είχες γλώσσα και φωνή θα εσιώπας άρα;

 

Πεντάρα συνομήλικη, πενήντα-έξη χρόνων,

συ με τηράς ακίνητη κ΄ εγώ μιλώ με πόνον.

Εγώ εγέρασα και συ αγέραστη γυρίζεις,

χωρίς να λέγεις τίποτε ενώ πολλά γνωρίζεις.

 

Αν είχες γλώσσα και αυτιά και αν υπήρχον φίλοι

θα σ΄ ερωτούσα τι λαλούν των φίλων μου τα χείλη·

για τους εχθρούς δεν σ΄ ερωτώ γιατί κρυφομιλούνε

εκείνοι που εγεννήθησαν για να καταλαλούνε.

 

Αν είχες γλώσσα και αυτιά σαν Εύα μαρτυριάρα,

τι χωρισμούς, τι φονικά θα έφερνες πεντάρα.

Αλλά και πόσα αγαθά τάχα δεν έχεις κάμει!

Πόσες φορές να έλαμψες εις δυστυχή παλάμη!

 

Πόσες φορές αντήχησες στης εκκλησιάς το δίσκο;

Και που, όσο σε μελετώ, πεντάρα δεν σ΄ ευρίσκω;

Πόσες φορές να έλυωσες κερί στο άγιο βήμα!

Πόσες φορές να έπεσες κρίνος λευκός εις μνήμα!

 

Τάχα εις τα βαφτίσια μου αν ήσουνα ποιος ξέρει

όταν παιδάκια άπλωναν με την ευχή στο χέρι!

Όταν εγώ ήμουν παιδί και συ ήσουν καινούρια

πόσες φορές μού έδωκες κεράσια και κουλούρια!

 

Όταν καινούρια έλαμπες στα χέρια μου δική μου,

ωσάν να είχα θησαυρό, εφτέρων΄ η ψυχή μου.

Πόσες φορές εις της ζωής να σμίξαμε το δράμα

όπως το γραμματόσημο απάνω εις το γράμμα!

 

Τάχα να μην εφτέρωσα ωσάν μικρό λιοντάρι

εις στο σχολειό, στην εκκλησιά με τη δική σου χάρη;

Μην έγινες χαμόγελο της κόρης που αγαπούσα,

όταν μ΄ εσέ στα δάκτυλα εδάκρυζ΄ ελεούσα;

 

Τάχα με σε, κοντύλι μου πεντάλεπτο, στους  τοίχους

μη έγραψα τους πρώτους μου αλησμονήτους στίχους;

Πόσες φορές να έκλαψαν τα μάτια μου για σένα

τόσους καιρούς που έτρεχες κ΄ εγύρισες σ΄ εμένα;

 

Αφού περιτριγύρισες καλύβες και παλάτια,

και τόσα χέρια σ΄ έπιασαν και σ΄ είδαν τόσα μάτια,

εξαναγύρισες σ΄ εμέ και μ΄ άναψες  τον πόνο

γιατί εγεννηθήκαμε μαζί τον ίδιο χρόνο

 

κ΄ εγυροφέραμε μαζί της σφαίρας το στεφάνι,

που όποιος είναι χάλκινος ωσάν εσέ δεν χάνει.

Αγαπημένα όνειρα βλέπω μ΄ εσέ μπροστά μου

και μ΄ αλησμόνητες στιγμές τον πρώτο έρωτά μου,

 

ως όταν εις τα νιάτα μας σε είδα και με είδες,

λησμονημένες, άμοιρες μού ξύπνησες ελπίδες.

Ελπίδες!... ρόδα φωτεινά, η άνοιξις τα σπείρει,

μαραίνει το φθινόπωρον και ο χειμών τα φθείρει,

 

και μόνες οι ενθύμησες άφθαρτ΄ αγκάθια μένουν

που με την άμοιρη καρδιά ανθίζουν και πεθαίνουν.

Ελπίδες!... εις τα κύματα του κόσμου χρυσή πλάνη,

λαμπρό φωσφοροφάναρο στου τάφου το λιμάνι!...

 

Πεντάρα ακατοίκητη και δαχτυλοτριμμένη,

από τον μόνον φίλον σου εμέ τραγουδισμένη,

πεντάρα φιλενάδα μου, που τόσα μου θυμίζεις

και τώρα με το σάβανο της νιότης με στολίζεις,

 

αν αύριο συχώριο μου γενείς στο λείψανό μου

να κλάψεις μόνη ξέρεις συ με το παράπονό μου·

ο κόσμος μ΄ εκατάλαβε για φάντασμ΄ άλλου κόσμου

και ως τώρα κάθε μου φιλί πληρώνει ως εχθρός μου.

 

Εσύ όπου μ΄ εγνώρισες ποιος ήμουνα, πεντάρα,

στο λείψανό μου μια βουβή τραγούδησε κατάρα.

Τώρα που έχασες μ΄ εμέ την πρώτη ομορφιά σου,

εις το σεμνό μνημούρι μου σκούριασε, τρίψου, χάσου.-

 

Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμος 8 (1893), σ. 289-291.