Ταξιδάκι

του Πάνου Δ. Ταγκόπουλου

Στο Δάσκαλό μου

Κωστή Παλαμά

 

«Μόλα σταβέντου» πρόσταξε πηδώντας ο βαρκάρης

στην πρύμνα, και λασκάροντας τη σκότα του πανιού,

που το μελτέμι ολόγιομο φούσκωνε και λυράρης

στα ξάρτια τρελλοσφύριζε με λάλον αηδονιού.

 

Η ψαροπούλα οργώνοντας τ΄ αφρόκυμα κυλούσε

μονόπαντα, ολόλευκη σα μύλου ωραίο φτερό

και στις φουρκάλες το κουπί απόρφανο βογγούσε

κ΄ η θάλασσα μάς μπούχιζε με τ΄ αρμυρό νερό.

 

Πέρα στην πρώρα καθιστή στα μεταξένια βρόχια

με συντροφιά κυκλόφερτη καμάκια και γυαλί

στου πόθου μάς οδήγαγε τα δροσοπρωτοβρόχια

τις ξέρες αποδιώχνοντας, παρθένα ωραία, καλή.

 

Μπαρούμα δεν εδέσαμε στο πετρωτό ακρογιάλι,

μέσ΄ το νερό ως το γόνατο η κόρη την κρατά

και μάς στους ώμους καθιστούς μάς βγάζει αγάλι-αγάλι

γερόλυκος και στη στεριά σα φύλλα μάς πετά.

 

Με φλούδια πεύκων άναψαν πυρή φωτιά το βράδι

και σιάξανε και φάγαμε ζουμί και κακαβιά

κι όλη τη νύχτα φώτιζε μέσ΄ το πηχτό σκοτάδι

λυχνάρι φεγγοφύτιλο της κόρης η ματιά.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 13, αρ. 577 (1915), σ. 386