ΒΙΚΤΩΡΙΑ Η ΩΧΡΑ


Παίζει στα χέρια του ο Τσιλιμίγκος ένα πρώτο και το τηράει καλώς, από δω ο Άη Γιώργης, βοήθειά μας, φονεύων το θεριό, όπερ το εφόνεψε και αγίασε, από κει μια γκόμενα νέα με κότσο, καλό γυναικάκι να πούμε και ποια νάναι που την κολλήσανε πάνου στη λίρα; Κι αρωτάει το Φέτα τον Άγριο;
-Ποια είναι αυτή αρχηγέ;
Ο Φέτας ο Άγριος είναι βαρύς, ρίχνει κάτι χάντρες όλο χλίψη στον παίχτη του και ρουφάει ήλιο και καφέ πολλά με ολίγην, έχει ξεντουζανιάσει, τι να κουβεντιάσει με τον Τσιλιμίγκο τον Πιτσιρή; Λόγω όμως που ως άνθρωπος κουμανταδόρος πρέπει να τα ξέρη όλα, πρώτα φτύνει δυο οργυιές απόσταση, μετά τραβάει μια μπουκιασμένη από το σέρτικο το τσιγάρο του, πιο μετά κάνει «χμ γκρρ» να καθαρίση ο καταπιώνας του και απαντεί σιγά και σίγουρα:
-Βιχτώρια.
Ούτε και φωτίστηκε ο Τσιλιμίγκος κι όξω από μια Βιχτώρια γρια ρουφιάνα που κάθεται στα Παλιά Σφαγεία, δεν ξέρει άλλο τέτοιο όνομα. Ο βαρύς το λοιπόν ο Φέτας του σουρώνει το λέγειν του.
-Να ξέρης Τσιλιμίγκο, τούτη δω η Βιχτωρία ήτουνα μια βολά κι ένα καιρό βασίλισσα της Αγγλίας να πούμε. Τότες να πούμε που ανακαλύψανε τις ωχρές.
-Ποιες ωχρές;
-Τις λίρες μωρ’αδερφάκι μου. Ντιπ σαρακοστιανό σκαλτσούνι είσαι. Και το λοιπόν μια και τις έβγαλε, κόλλησε απάνω τη μάπα της να κόβη ο άλλος ότι έχει αξία το πρόσωπο και τις παίρνανε τις ωχρές τις Βικτώριες οι δοντογιατροί να φτιάξουνε γέφυρες στα εγγλέζικα στόματα, αφόσον και ο πάσα Εγγλέζος εκείνη την εποχή να πούμε είχε όρεξη πολλή κι έτρωγε όλο τον κόσμο, μάσες τρελλές κι έμενε φαφούτης.
Τάπε, έπεσε πάλε να ρίχνη τις πένθιμες χάντρες του κι ο Τσιλιμίγκος έμεινε να παίζη την Βικτωρία την ωχρή στα χέρια του. Μυστήρια μεσημεριάτικη ώρα,γιομάτη άρρωστον ήλιο, κλειστά μαγαζί, απάνου στον ουρανό ρίγνανε τούφες ψιλές, αλαφίσες, οι κοιλαράδες άγιοι, απάνου στις σκαλωσές αλανεύανε άνεργοι οι εργάτες, κοιμότανε κι ένας καφετίς σκύλος πιο κει κι ονειρευότανε κόκκαλα από τα καλά, τα αρνίσα του γαλάτου, τι να σου κάνη κοτζάμου Φέτας, συλλογιότανε.
   Από χτες βράδυ είχε πέσει στη μεγάλη συλλογή ο Φέτας ο Άγριος, εφόσον και τέτοια φτιάξη δεν τούχε ξαναλάχει. Το οποίον καθότανε στου Καρίπα το κατάστημα κι έπαιζε κουμκανάκι κοσάρι, έτσι περί πασατέμπο. Και μπουκάρει ο «κύριος» ο μυστήριος και μεγαλοπρεπής.
-Καλησπέρα σας.
-Χαίρετε.
-Ο κύριος Φέτας;
-Εγώ.
Κορόιδο έδειχνε ο καινούργιος να πούμε, παλτό καμελότα και τσάντα στο χέρι και καπελάκι μαύρο γυριστό, σου λέει ο Φέτας «αυτός πάει για βουλευτής κι έρχεται να αγοράση ποστήριξη». Καθήστε, θα πάρετε καφέ, πήρε καφέ ο κύριος και χαμογέλασε αδερφάκι μου, γλυκό βανίλια το γέλιο του κι έκανε ευγενικά, λες και μάσαγε βοτσαλάκια.
-Έχω να σας πω ιδιαιτέρως.
Παράτησε τα χαρτιά του στο Ζούλα ο Φέτας ο μεγάλος, ο Άγριος, τον πήρε τον άνθρωπο κατά μέρος και του ξηγήθηκε.
-Τσουλήστε το καροτσάκι.
Από τη Γερμανία ερχόταν ο κύριος, τσιφ Φραγκφούρτη να πούμε, έβγαλε το διαβατήριο, του το μοστράρισε και έρριξε την κουβέντα του ζυγιασμένη.
-Με στέλνει δηλαδή ο Βαγγέλης ο Μακιόρης.
Μεγάλη κουβέντα κάθοδο ο Βαγγέλης ο Μακιόρης, πολλά χρόνια, από Κατοχή κι ύστερα, ρίζωσε στο εξωτερικό, κάνει δουλειές γεμάτες και ξεγυρισμένες. Τρεις-τέσσερις βολές που κατέβηκε κατά τα νερά τα δικά μας ήρθε ματσωμένος, κουβάλησε κι αυτοκίνητα, τα πούλησε και διηγήθηκε τι φίνα που είναι στις απάνω γειτονιές. Κι επειδή να πούμε με το ταράφι την κράταγε τεντωμένη την κλωστή, όλο και κάτι έστελνε. Και μπουκαλάκια με «άσπρη» του Μανχάιμ, καλό πράγμα που τούβαζες δύο τρίτα φανασετίνη και το πούλαγες για αγνό μια χαρά, και πιονάκια για χρυσοχοεία και ρολόγια από τα καλά και άπαντα τα είδη μεγάλο κονόμι, έτσι κι ερχότανε ταχυδρομείο του. Το οποίον ο Φέτας κράταγε να πούμε αντιπροσωπεία εν τω εσωτερικώ και δε σύφερε να χάσει τον πελάτη του.
   Λεφτά πολλά είχε ο Φέτας, εφόσον χρόνια στο γκεζί, έκανε μεγάλες δουλειές με τα πάντα, από κλεπταποδόχο μέχρι δανειστή. Πόντους πάντα μέσα στις μεγάλες μπάζες, πόντους στα χασίσα και στα ναρκωτικά που φέρνανε οι ναυτικοί, πόντους σε παιχνίδια, δάνεια μ'ενέχυρο τζοβαερικά της άφρας, κι είχε και γράψει και τρεις φόνους να πούμε για να κρατάη τη ΄φημη του, κανένας δεν τον έπιασε κορόιδο και τώρα πενηντατριώ χρονώ κουμαντάρηζε την πιάτσα από ψηλά. Κανένας δεν τον πείραζε πια διότι πουθενά δεν φαινότανε, έλεγε «κύριε υπαστυνόμε» και «κύριε αρχιφύλακα» τα παιδιά της Καταδίωξης και λέγανε αυτοί μέσα τους «πού θα πας ρε μόρτη, θα πέσης στο χαρτί για τις μύγες», είχε τους ανθρώπους τους, πεντέξι παλληκαράκια του σίδερου κοντά του, είχε και τα τσιράκια του να τα στέλνη σε δουλειές, καλά πέρναγε. Κι αν, να πούμε, τούτος με το καμελοτάκι του δεν έλεγε την κουβέντα περί Βαγγέλη από Γερμανία θα τον έστελνε να πάη στο Γαλάτσι για νταμαρόπετρα. Αλλά ο Βαγγέλης Μακιόρης ήτουνα μεγάλη κουβέντα και τούδωσε θεμέλιο.
   Πονηρός όμως ο Φέτας άρχισε να χτένιζε το πρόσωπο. Όλο και σημαδιακά τον ρώταγε περί Βαγγελάκη Μακιόρη. «Πέρασε το σημάδι στα μούτρα;». «Δεν είχε σημάδι.» Και δεν είχε σημάδι ο Βαγγέλης, έτσι την έρριξε. «Κάνει δουλειές με τον Ολλαντέζικο το λαθραίο;». «Δεν ξέρω τέτοιο». Και δεν έκανε ο Βαγγέλης ποτές του, έτσι τόπε.
   Στις δύο ώρες απάνου είχε ξεράσει περί Βαγγέλη Μακιόρη, το πρόσωπο να πούμε, πολλές αληθινές ιστορίες και τις ήξερε όλες ο Φέτας,, άραγες αλήθεια τούλεγε. Κι ύστερα όταν πια αποχτήσανε τα περί γνωριμία στα ίσα, του πέταξε και την μεγάλη κουβέντα ο κύριος.
-Μούπε ο Βαγγέλης να σου πω ότι τα μπουκαλάκια που σύστειλε με τον Κιβαριώτη τον έμπορα πλερωθήκανε, αλλά τα καινούργια τα στέλνει μέσω Σαλονίκη.
   Έτσι ήτανε κι αυτά είχανε συμφωνηθεί κι ο Φέτας ήτουνα πια σίγουρος ότι το σημαδιακό έπιασε κι ο άνθρωπος ήτουνα από τους εν τάξει. Κέρασε λοιπόν «θα πάρεις κονιάκ Βότρυς καλό;», τόπιανε με σοδίτσα Σουρωτή, χαμογελάσανε και ξερόβηξε το πρόσωπο ο κύριος.
-Για δουλειά έρχουμαι.
-Ακούμε.
-Στη Γερμανία, είπε ο κύριος, είναι κάτι παιδιά, καλοί τεχνίτες που φτιάνουνε Βικτώριες ωχρές.
-Μάπες;
-Όχι με χρυσάφι.
-Για λέγε.
-Οι τεχνίτες, οι Γερμανοί να πούμε, είναι τσίφτες και αυτό πια το ξέρει ο πάσα ένας. Βρήκανε το λοιπόν μια μέθοδο και τραβάνε τα μισά καράτια από κάθε λίρα, αλλά από τη μέσα μεριά.
-Πώς από τη μέσα;
-Να μωρ’αδερφάκι. Της βγάζουνε τη γιόμιση και τ’απόξω, η φλούδα να πούμε, είναι εν τάξει.
-Μεγάλη φτιάξη.
-Μεγάλη και φίνα και την τρώει να πούμε και σαράφης που νάχη πάρει σύνταξη στο σαράφικο. Μετά την ξαναγεμίζουνε τη λίρα κι έχουνε πετύχει αδερφάκι μου το ίδιο ειδικό βάρος που να μην έχει μήτε χιλιοστό του γραμμαρίου λειψό.
-Ρε τι κάνει η επιστήμη, θαύμασε ο Φέτας.
-Ρίξανε το λοιπόν τα παιδιά στην πιάτσα το πράμα. Καλά πάει η δουλειά κι ούτε τους ψυλλιάστηκε ακόμα κανένας. Το οποίον εγώ λόγω του ότι βρισκόμουν εκείθε να πούμε αγόρασα κανά δυο χιλιάδες κομμάτια.
   Του Φέτα πολύ του άρεσε το μυστικό και δεν έδειξε τίποτες καθόσον ο πονηρός μάγκας κάνει ότι είναι του ψυγείου και δεν δείχνει χαρές. Άδειασε μόνο το ποτήρι του για νάχη καιρό να ζυγιάση τα κόζα και έκανε αργά.
-Και γω τι να κάνω;
-Όχι τίποτις, αλλά το παιδάκι ο Βαγγέλης ο Μακιόρης μου τόπε με ειλικρίνεια. «Άντε να βρης τον κύριο Φέτα και μπορεί να σου βρη αγοραστή περί τις λίρες σου».
-Τι ζητάς;
-Το ένα, μισό.
-Πολλά ρε φίλε.
-Γιατί; Θα πάρεις δυο χιλιάδες Βιχτώριες ωχρές και θα δώσης χίλιες. Το οποίον δηλαδή χίλιες κέρδος μέσα στον κουμπαρά.
Καλή η μάκενα αλλά να δούμε και το πράμα. Μάλιστα και ο κύριος καμμία αντίρρηξη δεν είχε. Πέταξε και μια κουβέντα καθαρή σαν νερό.
-Έλα να πάμε στο ξενοδοχείο και διάλεξε μέσα από το σωρό όποιες και όσες γουστάρεις. Κι ύστερα πάνε στους σαράφηδες, στις πιάτσες, στην Τράπεζα, στους χρηματιστές και πες τους καθαρά «νομίζω ότι η Βιχτωρία τούτη είναι μάπα και με γελάσανε, την εξετάζετε περικαλώ;» Κι αν σου βρούνε μια απ’όλες σκάρτη μην τις πάρης.
   Ωραία κουβέντα, καθαρή, γάργαρη και όπως πρέπει. Σηκώθηκε ο Φέτας, περιμένετε, και πήγε μπουζουριέρα και φώναξε δυο παιδιά τζίνια.
-Στήστε την απ’όξω και τώρα που θα φύγη ο κύριος πάρτε τον στενά και από κοντά και μάθετε περί ποιος είναι και τι κάνει. Μόνο μη σας ψυλλιαστή διότι εχτίθεμαι. Σακουλετζέμ;
-Κάνε φτιάξη σου.
Γύρισε στον άνθρωπο «το πρωί θα σας απαντήξω» και «να σκεβώ», σηκώθηκε ο άλλος, καληνύχτισε ευγενέστατα το παιδί κι έφυγε. Κατά τις τρεις το πρωί, είχε μπη δυο φέσα στο κοσάρι ο Φέτας καθόσον μη έχων το μυαλό του να παίξη, νάσου και γυρίζουνε τα τζίνια του.
-Μένει στο «Εθνικό» ξενοδοχείο και έλθων μόλις χτες από Γερμανία και δείχνει πολύ εν τάξει. Όπερ φεύγων από δω δηλαδή πήγε και την φουντάρησε στο «Ρόξυ» και πήρε και γυναικάκια, δεν δείχνει πονηρός, διότι είδαμε πώς γλεντάει και είναι ταραφίσος στο σίγουρο.
   Του δώσαν όνομα και στοιχεία, είχε ένα γνωστό στο «Αλλοδαπώς» ένας φίλος του, πρωί – πρωί πήρε τα παραπάνου. «Μάλιστα προχτές ήρθε από Γερμανία και κάτι γίνεται αλλά δεν έχουμε λόγους να τον σβερκώσουμε» το οποίον, ο φίλος δεν ήτονε ταραφίσος, άρα ο ανθρωπος ο εκ Γερμανίας δεν ήτονε στο κόλπο, να τον έχει στήσει η αστυνομία. Και στις δέκα στο ραντεβού του φρέσκος και γελαστός.
-Πάμε;
-Πάμε.
Ανεβήκανε, τον επήγε στο «Εθνικόν» τον Φέτα, μπήκανε στο δωμάτιο, έβγαλε κλειδί, άνοιξε μια σιδεροβαλίτσα ο κύριος και τούδειξε τα φυσέκια με τις μάπες τις ωχρές, τις Βικτωρίες, να πούμε.
-Διαλέχτε.
   Στην τύχη, άνοιξε είκοσι φυσέκια και πήρε είκοσι κομμάτια ο Φέτας. Από τη μέση, από τις άκρες, απ΄όπου ναναι να πούμε. Χαμογέλασε κι όλας και ξηγήθηκε στο σωστό.
-Δουλειά είναι, με το παρδόν δηλαδή αλλά να τις εξετάσουμε.
-Τι θα πη; Βεβαίως.
-Διότι το πρόσωπο που θα τ’αγοράση πρέπει να μούχη και μπιστοσύνη έτσι;
-Έτσι.
   Και βρέθηκε η Βιχτωρία η ωχρή μεσημεριάτικα στου Τσιλιμίγκου τα χέρια. Τέλειωσε λοιπόν ο καφές, χαμήλωσε ο ήλιος και διάταξε τ’αφεντικό ο Φέτας:
-Θα πας στου Ροσόλι το σαράφικο και θα του ξηγηθείς ότι η λίρα τούτη είναι ψεύτικη, θα την ξετάση και θα μου φέρεις δελτίο.
-Μάσ'τα.
   Έφυγε καπνός ο Τσιλιμίγκος και είχανε φύγει με άλλες Βιχτωρίες τ’άλλα παιδιά. Άλλος στην Τράπεζα, άλλος στα χρηματιστήρια, άλλος αλλού να δούνε τι γένεται με δαύτες. Κατά τις πέντε ένας – ένας και γυρίζανε.
-Εν τάξει το πράμα.
-Τις είδανε καλά;
-Μέχρι φακό και μέχρι εντριβή στη μαύρη πέτρα.
   
Στις έξι το βράδυ και οι είκοσι Βιχτωρίες είχανε δώσει εξετάσεις με άριστα. Τις τσέπιασε το λοιπόν ο Φέτας και στις οχτώ νάσου τον στου Ορφανίδη με το πρόσωπο.
-Το πράμα είναι καλό, είπε ξερά.
   Ήπιανε κάτι μπύρες μαύρες, πέσανε και στη συμφωνία. Δυο χιλιάδες ψεύτικες, εννιακόσες σωστές. Θα τις πλέρωνε στην τιμή τους ο Φέτας και θα την έπαιρνε όλη την παρτίδα.
   Απάνου στο καλώς έχει, πέταξε την κουβέντα του ο κύριος.
-Με μια συμφωνία.
-Να ακούσω και να κόψω.
-Δε θα τις κυκλοφορήσης εδώ.
-Γιατί;
-Γιατί εγώ θα πάρω τα λεφτά και θα πάω να φέρω φρέσκες. Το οποίον άμα τη γεμίσουμε την αγορά θα την ανθιστούνε τη φτιάξη. Θα τις πάρης και θα τις κυκλοφορήσεις στη Σαλονίκη.
-Μα ρε φίλε...
-Εδώ κάνω τη δουλειά περμανάντ. Πώς;
   Το σκέφτηκε ο Φέτας, είχε να πάη και στη Σαλονίκη να παραλάβει κάτι μπουκαλάκια με κοκαΐνη, συλλογίστηκε ότι θα φάη και την καινούργια παρτίδα που θάτανε πολύ πιο μεγάλη και θα την κυκλοφορούσε εδώ και συμφώνησε.
-Γένεται.
-Ωραία. Το λοιπόν να πώς γένεται. Αύριο πρωί, φεύγεις με το τρανό για Σαλονίκη. Έρχεσαι πρώτα στο ξενοδοχείο, μετράμε το πράμα και το παίρνεις μαζί με τη βαλίτσα του. Στο σταθμό, μπαίνεις στο τραίνο με τα παιδιά τα δικά σου, εγώ μόνος μου, μου δίνεις το χρήμα σε ελληνικά λεφτά, σου δίνω τη βαλίτσα με το πράμα. Μπαίνεις στο τρένο, φεύγεις, παίρνω γω το αεροπλάνο και πάω στη βάση μου για φρέσκα.
Σε δυο εβδομάδες θα είμαι πίσω και ξαναβρισκόμαστε.
   Καλό σχέδιο και κατάλαβε ο Φέτας ότι τούτος θέλει νάναι σίγουρος ότι πάνε στη Σαλονίκη οι ωχρές οι Βιχτωρίες.
Και ότι του ξηγιέται σπαθί καθόσον σου λέει «εσύ πάρε ανθρώπους σου, εγώ μόνος μου». Λέει μάλιστα το λοιπόν και φωνάζει τα παιδιά τα δικά του, τον Μηνά τον Μπεχλιβάνη και τον πιτσιρή τον Τσιλιμίγκο.
-Αύριο το πρωί φεύγουμε ταξίδι και στις έξι νάσαστε στον καφενέ.
   Πρωί, καλό ήλιος, χτυπάνε την πόρτα του προσώπου. Τους άνοιξε, δεν είχε βάλει ακόμα γραβάτα, τους κέρασε ένα τσέρυ γερμανικό, φόρα τη βαλίτσα, μετράνε το πράγμα, δύο χιλιάδες, λείπανε είκοσι που είχε πάρει να εξετάση ο Φέτας. Κλείνει τη βαλίτσα, δίνει το κλειδί στον ίδιο το Φέτα ο κύριος, δίνει τη βαλίτσα να την κρατάει ο Μηνάς γιατί ήτουνα βαρειά κι όλοι μαζί φεύγουνε στο σταθμό. Βγάζουνε εισητήρια κι ώσπου ναρθή το τρανό κάνουνε τους λογαριασμούς. Εννιακόσα επί διακόσα ενενήντα, διακόσες εξήντα μία χιλιάδες, μάλιστα, παίρνει από την τσέπη του πέντε μάτσα πενηντάρια ο Φέτας, παίρνει κι έντεκα χιλιάρικα, τα μετράει σωστά, μερσί ελήφθησαν, τέλειωσε η δουλειά. Έρχεται το τραίνο, τους μπαρκάρει ευγενέστατος ο άνθρωπος, «στο καλό και στα φρέσκα», γελάνε και κάνει «σφφφ σσσ» η μηχανή και φεύγουνε.
   Δε θέλει τώρα να τον ρίξη ο Φέτας κάθοδο να πούμε αυτή η δουλειά μπορεί να αφήσει πολύ ψωμί. Και σκέφτεται ότι δεν υπάρχει και ποινικό να πούμε, γιατί τι έκανε; Γούστο του ήτανε, πλέρωσε κι αγόρασε κάλπικες λίρες. Νάταν αλλιώς δεν την δεχότανε τη Σαλονίκη στη συμφωνία, αλλά τώρα έτσι πρέπη να γίνει γιατί η καινούργια παρτίδα, θ'αφήση παραπάνω και ο κύριος της κάνει καλά τις δουλειές του. Μασ'τα.
   Με το πούφυγε το τραινό, ο «κύριος» αγοράζει γρήγορα ένα «Βήμα», παίρνει ένα ταξί και τρέχει στην Ασφάλεια. Μπαίνει σίφουνας λαχανιασμένος, τρομάζουνε οι άνθρωποι.
-Τι συμβαίνει;
-Κύριοι, λέει με κομμένη την ανάσα, εγώ ήτανε να φύγω για τη Θεσσαλονίκη με το πρωινό σήμερα, να το εισιτήριό μου. Κατέβηκα όμως να αγοράσω μιαν εφημερίδα και δεν ξέρω πώς καθυστέρησα και το τρανό έφυγε.
-Καλά και τι φταίμε εμείς;
-Σας παρακαλώ. Δεν πρόκειται για αυτό. Μέσα στο κομπαρτιτμάν τέσσερα άφησα μια βαλίτσα μετάλλινη με διπλό λουκέτο, να το κλειδί. Και η βαλίτσα περιέχει χίλιες εννιακόσιες ογδόντα λίρες σε φυσέκια των πενήντα, μόνο από το πρώτο λείπουν είκοσι. Είναι όλες Βικτωρίες από τις παλιές με το πρόσωπο της Βικτωρίας νέο. Πρώτης εκδόσεως. Σας παρακαλώ τα χρήματά μου διότι πήγαινα Θεσσαλονίκη ακριβώς δι’αγοράς ειδών μακεδονικής προελεύσεως, ορίστε το διαβατήριό μου, εμπορεύομαι τοιαύτα είδη με την Γερμανίαν.
   Αναστατώθηκαν τα Τμήματα και τηλεφώνησαν αμέσως στο σταθμό στο Μπογιάτι.
-Βρήτε μια βαλίτσα έτσι κι έτσι στο τάδε κουπέ του τρανού.
   Η χωροφυλακή περίμενε στημένη στο σταθμό και με το που φάνηκε το τραίνο, χλαπ μπουκάρανε στο βαγόνι του Φέτα. Τους είδε ο Φέτας και τα χρειάστηκε.
-Αμάν, μας δώσανε.
   Τραβήχτηκε λοιπόν άκρη να κάνη τον αδιάφορο και οι χωροφυλάκοι την είδανε αμέσως κοτζάμ βαλιτσάρα.
-Δικιά σας είν’η βαλίτσα;
Τι να πη ο Φέτας; Δικιά μου να τον μπουζουριάσουνε με την κάλπικη Βικτωρία και να τον τραβάνε; Όχι. Έκανε λοιπόν το κορόιδο.
-Όχι. Αλλουνού είναι, έδειξε το τέταρτο άδειο κάθισμα.
-Και πού πάει ο άλλος;
-Δεν ξέρω, δεν τον είδα.
   Οι χωροφύλακες πήρανε τη βαλίτσα και το τρανό ξεκίνησε μαζί και ο Φέτας. Σε δυο ώρες ο «κύριος» αφού του ελέγξανε και τη βαλίτσα και τη βρήκανε εν τάξει την παρέλαβε ενθουσιασμένος.
   Γιατί οι Βικτωρίες οι ωχρές δεν ήταν ψεύτικες, ήτανε αληθινές. Και ο «κύριος» την έστησε ωραία την μηχανή του στον Φέτα τον πονηρό. Και γι'αυτό τις βρίσκανε εν τάξει όσοι τις εξετάσανε...
   Τώρα ο Φέτας ψάχνει να βρη τον κύριο να καθαρίση. Και δεν θα τον βρη κάθοδο ο κύριος έφυγε και δουλεύει επιστημονικά.
Τι σου κάνει αδερφάκι η επιστήμη την σήμερον!