ΠΕΡΙ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΣΟΦΙΑΣ
...

Ο καθηγητής Αριστοτέλης διδάσκει τη νεολαία. Ο ίδιος είναι τρομερά δυσκοίλιος, τρομερά αυστηρός, με πολλή επιστήμη πίσω από τα γυαλιά του, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του (την έχει κι ένας αχθοφόρος), πολλή πειθαρχία στη ζωή του (μακράν παρακαλώ αι γυναίκες και τα όργανα του σατανά γενικώς). Γράφει και συγγράμματα, χαιρετάται απολαμβάνων της γενικής εκτιμήσεως της κοινωνίας, αποφεύγει τα παχιά φαγητά και διάγει ομαλώς (σίγουρα έχει έλκος που δεν το ανακάλυψε ακόμα, όλοι οι μεγάλοι άνδρες έχουνε έλκος, φουσκώματα, νεύρα και συναισθήματα ανασφάλειας).

Στο μακεδονίτικο κάμπο τα τρακτέρια με τις γράνες οργώνουνε τη γη. Πίσω από τα τρακτέρια, τρέχουνε κατοσταριές ολόκληρες τα λελέκια που βρίσκουνε στο νεοσκαμμένο χώμα πολύ φρέσκα και νόστιμα σκουλήκια και τα καταπίνουνε ατόφια μονομπούκι. Λοιπόν ο κύριος καθηγητής είναι ένα τρακτέρι και πίσω τα σκουλήκια της σοφίας του, πελαργοί οι φοιτητές πετάνε να επωφεληθούνε από τη νιόσκαφτη διδασκαλία του. Κανένας δεν τον χωνεύει (οι πελαργοί όμως τα συμπαθάνε τα τρακτέρια), κείνα τα μικρά μοχθηρά μάτια του πίσω από τα πενς-νε σε παγώνουνε και κάνουν τη συμπάθειά σου να πέσει στη μεγάλη κατάψυξη του μίσους. Κι η Κατερίνα από την Κατερίνη, που τελείωσε το γυμνάσιο με άριστα (συγχαρητήρια και έπαινοι του τοπικού φύλλου δια την "φερέλπιδα νέαν ήτις..."), ήρθε γεμάτη ελπίδες να γεμίσει το ταγάρι της με σοφία, νοίκιασε δωμάτιο, την κηδεμόνευε ένας θείος με θεία που τους ενοχλούσε, έτρωγε τα γεύματα της ΧΑΝ, πάμφθηνα και ηθικά (ως αρμόζει εις χριστιανικάς και σεμνάς νεάνιδας), έπεφτε με τα μούτρα στις φυλλάδες, κοιμόταν νωρίς και φορούσε σεμνά μανίκια μέχρι τον αγκώνα (σημείο μόρφωσης και ανωτερότητας). Είχε και μερικά σπιθουράκια στο πρόσωπο (πόσα εκατομμύρια άνθρωποι ζούνε από τις κρέμες για τα σπιθουράκια των κοριτσιών;), τη λέγαν όλοι "καλή κοπέλα" (άμα σε χαρακτηρίζουνε για απλώς καλό, είναι σα να σε βαθμολογούνε ότι είσαι ικανός για τη μετριότητα). Τα βράδια άμα κουραζότανε να μελετάει, έβγαινε στο παράθυρο (πάνω στ' αστέρια καθόταν η Ιουλιέττα κι ο Ρωμαίος σκαρφάλωνε σε μια σκάλα από φως να φιλήσει τους βοστρύχους της, πάντα ξανθούς και πολύ αέρινους).

Η Κατερίνα δεν είχε ουλίτιδα, δεν είχε και τίποτα το σειρηνικό (καημενούλες Κατερίνες της επαρχίας που φτάνετε τα όνειρά σας σ' ένα μισθό, σ' ένα νέο σχετικά σύζυγο, σε μια μέτρια ευζωία και σε δώρα τις μέρες των Χριστουγέννων). Μέσα στα στήθη της (μπαίνοντας αριστερά), χτυπούσε μια χλιαρή καρδούλα, από κείνες τις καρδιές σπουργιτιού που χαμογελάνε στον κύκλο τους και ρίχνουνε λάδι στις τρικυμίες τους. Ήθελε ένα δίπλωμα, όπως ήθελε ένα φουστάνι, έναν έρωτα, ένα ταξίδι, ένα λαχείο, έναν ηλίθιο σύζυγο και μερικά παιδιά (βρώμικα μούτρα, πολλές φωνές, εξυπνάδα σε γραμμή κανονικότητας και υπακοήν εις τα ηθικά διδάγματα). Ήθελε να τη χαιρετάνε με σεβασμούς κει πέρα στους δρόμους της Κατερίνης (πώς είσθε μαντάμ;), και να την έχουνε πια παράδειγμα και καμάρι τους. Ο πατέρας, μέτριος αστός, εισοδηματίας (γελέκο στολισμένο με καδένα, μουστάκι, λίγο πάχος, ανατολίτικο), στήριξε όλες της ελπίδες του στο θηλυκό του (δεν είχε αρσενικό), και τη φανταζότανε μια μεγαλοφυία που θα τιμούσε τη φαμίλια (όλα τα παιδιά, όλων των ανθρώπων ξεκινάν για μεγαλοφυίες αλλά μένουν από μπενζίνα στη μέση του δρόμου). Μεγάλωσε με τούτη την πεποίθηση ριζωμένη μέσα της, να γίνει μεγάλη (δε γίνεσαι ψηλός μόνο και μόνο επειδή το θέλεις, ούτε σπουδαίος επειδή τ' ονειρεύτηκες).

...


Από τη συλλογή ΟΜΟΡΦΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ