Η αδικία

 

ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΤΑΝ ΔΙΑΡΚΩΝ ΜΕ τον ίδιο ρυθμό: πήγαινε όπου ήταν μαζεμένες γυναίκες της ηλικίας της, έπιανε μια θέση και πριν προλάβει να πει "Καλησπέρα σας", άρχιζε:

"Ανάθεμα την ώρα που τον εγένναγα, που μακάρι - άγια Μακρίνα μου - κομματάκια να μου τον έβγαζαν από μέσα, να τον παράχωνα στο χωράφι σαν το σκυλί!"

Κι ήταν αυτή η κατάρα για το μοναχογιό της τον Νικόλα.

Κι ύστερα:

"Ανάθεμα την Καραγκούνα, τη χαμηλοκώλα, τη σκατόψυχια, που μακάρι - άγια Μακρίνα μου - συφόρεση να πάθει, στο κρεβάτι να καρφωθεί, να της δίνω το κάτουρό της να πίνει και να μην μπορεί κιχ να βγάλει!"

Κι ήταν αυτή η κατάρα για τη νύφη της την Παρθενόπη.

Κι ύστερα:

"Τα τσογλάνια, τα μπαστάρδια, τα σκατά, ανεπρόκοπα να μείνουνε, σπίτι να μη φτιάξουνε, μια ζωή να τυραννιούνται".

Κι ήταν αυτή τη φορά η κατάρα για τα τρία της εγγόνια: τη Δέσποινα, τον Γιώργο και τον Ανέστη.

Κι όταν μετά από αυτά οι άλλες γυναίκες τής λέγανε μ' ένα στόμα "Καλέ Δέσποινα, τι πράγματα είναι αυτά που ξεστομίζεις, δεν ντρέπεσαι; Υπάρχει και Θεός", γινόταν έξω φρενών και στη στιγμή ξεχυνόταν σαν χείμαρρος:

" Τι να ντραπώ και ποιος Θεός που κάθε μέρα τραβώ τα πάθια του Χριστού πάλι με βάλανε κάτω και με δέρνανε σαν το ζω χωρίς λύπηση να και να και να με σακατέψανε στα δυο διπλώθηκα να σηκωθώ δεν μπορούσα κι όλα αυτά γιατί είπα κάποιος μου έκλεψε το σαλάμι και το κασέρι απ' το ψυγείο αυτοί το πήρανε προσωπικώς εγώ δεν το είπα γι' αυτούς στην πλατεία καθόμαστε κόσμος και κόσμος πάει κι έρχεται συνέχεια είναι κι ένα σωρό γιούφτοι που μαζεύτηκαν πάλι αλλά αυτοί εκεί τάχαμου το είπα γι' αυτούς κι άρχισαν να με βρίζουνε κωλόγρια και άι στο διάολο σε βαρεθήκαμε μας έκανες ρεζίλι με τα καμώματά σου και άλλα τέτοια και ύστερα όλοι μαζί αρχίσανε να με βαράνε με λύσσα κι ούτε που δίνανε σημασία στα παρακαλετά μου αχ Παναγία μου αχ!"

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια. Φασαρίες, ξύλο, κλάματα κι ύστερα κατάρες και παράπονα στο χωριό και ξανά κλάματα. Ώσπου ένα απόγευμα το πήρε απόφαση: να τους τιμωρήσει όσο πιο αυστηρά γίνεται. Πήρε το αστικό και κρυφά απ' όλους κατέβηκε στην πόλη. Πήγε στο συμβολαιογράφο και χάλασε τη διαθήκη της και έφτιαξε καινούρια, που όριζε το χωράφι της, τα δεκαπέντε στρέμματα (που από χρόνια τής το ζητούσε ο Νικόλας για να σπείρει δέντρα), να το πάρει η εκκλησία. Κι όταν γύρισε πίσω, πετούσε πια στα σύννεφα. Τους την είχε φέρει για τα καλά.

Η φασαρία βέβαια και το ξύλο συνεχίζονταν, όμως τώρα υπήρχε κάτι που την κρατούσε, κάτι που της έδινε κουράγιο. "Έννοια σας", έλεγε με ύφος αινιγματικό καθώς τη βαρούσαν, "έννοια σας". Κι αυτό τους έκανε να ανησυχούν.

Κι ένα πρωί, απ' αυτά που λέμε μοιραία, καθώς έβγαινε απ' το σπίτι της (όπου είχε προηγηθεί φασαρία και ξύλο) και φώναζε "Αναθεματισμένε, συφοριασμένε, που να μείνεις μισός", ένα αμάξι τη χτύπησε και την πέταξε δέκα μέτρα μακριά. Κι έμεινε η καημένη επιτόπου.

Στην κηδεία της γιος και νύφη δε σταμάτησαν στιγμή, "μητέρα", και "μητέρα", "μητέρα" και "μητέρα" και τα δάκρυα να πέφτουνε βροχή. Η νύφη μάλιστα τραγούδησε και μερικά όμορφα μοιρολόγια απ' αυτά που λένε στα μέρη της. Και όλοι όσοι ήταν εκεί είπαν "μπράβο" και στον Νικόλα και στην Παρθενόπη - κηδεία απ' τις λίγες. Και είπαν ακόμα πως η γριά σίγουρα τόσα χρόνια θα έλεγε ψέματα ότι την κακομεταχειρίζονταν, γιατί πώς γίνεται, άμα τη μισούσαν, να την κλαίνε τώρα τόσο πολύ; Κι ύστερα στα σαράντα κάναν ένα τραπέζι πάλι από τα λίγα, παρόλο που στο μεταξύ είχε ανοιχτεί η διαθήκη της γριάς και είδαν ότι το χωράφι το παίρνει η εκκλησία. Και τότε συμφώνησαν όλοι πως η κυρα-Δέσποινα τα 'βγαζε όλα απ' το νου της και πως ο Νικόλας και η Παρθενόπη ήταν άγιοι άνθρωποι, γιατί, παρά τα όσα τους έκανε, αυτοί την τίμησαν με το παραπάνω.

Κι όταν μετά από μερικούς μήνες βγήκε η απόφαση του δικαστηρίου για το δυστύχημα, που έδινε στον Νικόλα και στην Παρθενόπη γύρω στα τρία εκατομμύρια συν τα έξοδα της κηδείας, όλοι είπανε χαλάλι τους. Και το ίδιο είπαν όταν ο Νικόλας, μέσω ενός ατσίδα δικηγόρου, κατάφερε να πάρει πίσω τα δεκαπέντε στρέμματα που είχε γράψει η γριά στην εκκλησία.

Κι όσο γι' αυτό που είπε ο μπαρμπα-Μάνθος (που κάθε μέρα πάει στα μνήματα και κάθεται μια δυο ώρες στον τάφο του γιου του), ότι δηλαδή συχνά απ' το μνήμα της κυρα-Δέσποινας (που είναι πενήντα μέτρα πιο κάτω απ' του γιου του) ακούγεται μια σπαραχτική φωνή που λέει "Αδικία! Αδικία!", κανένας δεν το πίστεψε. Ποιος παίρνει στα σοβαρά ένα μισότρελο γέρο;