Μάκης Τσίτας

 

Η απόφαση

 

 

Το κακό ήταν αναμενόμενο. Μια των ημερών θα μαθευόταν. Ίσως από κάποιο γνωστό, ίσως από τον μεγάλης ακροαματικότητας, δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό (όπου έκανε τη βλακεία, τη μεγάλη βλακεία, να δώσει το αληθινό της ονοματεπώνυμο για να χρησιμοποιηθεί στη διαφήμιση του μαγαζιού).

Το σίγουρο είναι πως θα μαθευόταν. Το ήξερε καλά, το είχε πάρει  απόφαση: η μπόρα θα ξεσπούσε κι έπρεπε να την αντιμετωπίσει.

Ήξερε καλά πως ήταν αδιανόητο για τους γονείς της να τη δουν τραγουδίστρια όπως θα τους ήταν αδιανόητο να τη δουν ηθοποιό, χορεύτρια ή πόρνη (άλλωστε γι’ αυτούς πόρνες ήταν όλες όσες ανήκαν στον καλλιτεχνικό χώρο). Η στενή λογική τους, το συντηρητικό τους πνεύμα, η νοοτροπία του χωρικού, ο φόβος γι το «τι θα πει ο κόσμος», απέκλειαν κατηγορηματικά τη συγκατάβαση ή τουλάχιστον την ανοχή τους στην απόφαση της κόρης τους. Θα έκαναν το παν για να τη σταματήσουν. Θα επιστράτευαν όλα τα μέσα, ό,τι κατά τη γνώμη τους ήταν ικανό να τη μεταπείσει. Ίσως ακόμη ο νευρικός πατέρας της σε κάποια στιγμή οργής να της έλεγε να μην ξαναπατήσει το πόδι της στο σπίτι – κάτι σαν αποκλήρωση.

Όλα αυτά τα ήξερε καλά. Μα της φαίνονταν τόσο απόμακρα – κι άλλωστε ήταν πανευτυχής με την καινούρια της δουλειά – που τα είχε σχεδόν ξεχάσει. Τώρα όμως που βρέθηκε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, τώρα που όλα όσα είχε υποθέσει, άρχισαν να παίρνουν μπροστά στα μάτια της σάρκα και οστά, αιφνιδιάστηκε.

 

Ήταν δύο περίπου το μεσημέρι όταν  τηλεφώνησε η μητέρα της  στο σπίτι. Και πριν καλά καλά προλάβει να πει το «γεια σου», εκείνη άρχισε:

 

«Τι είναι αυτά που άκουσα; Πώς μπόρεσες να κάνεις ένα τέτοιο πράγμα; Πώς το άντεξε η συνείδησή σου; Τι θα πει  ο μπαμπάς σου που έχει την καρδιά του; Πως θα του έρθει; Το σκέφτηκες καθόλου; Τι θα πει ο κόσμος στο χωριό όταν μαθευτεί; Θα γίνουμε ρεζίλι οικογενειακώς – η δική μας η κόρη τραγουδίστρια σε νυχτερινό κέντρο; Δε θα τολμάμε να βγαίνουμε έξω…»

 

«Πως κάνεις έτσι, ρε μαμά, τη διέκοψε, λες και έκανα κανένα φόνο…»

 

«Καλύτερα να έκανες φόνο!, ακούστηκε η φωνή καταπέλτης. Θα έλεγα το έκανε στα νεύρα της επάνω, σε μια στιγμή που θόλωσε το μυαλό της. Τώρα τι να σκεφτώ και τι να πω; Τι;».

 

«Μαμά το τραγούδι είναι η ζωή μου».

 

«Τι βλακείες είναι αυτές που λες!».

 

«Δεν είναι βλακείες. Από μικρή ονειρευόμουνα να γίνω τραγουδίστρια».

 

«Ωραία όνειρα είχες, μπράβο!».

 

«Μαμά σε παρακαλώ!».

 

«Εγώ σε παρακαλώ! Λοιπόν, άσε τις αρλούμπες κι έλα στο χωριό. Αρκετά έκατσες στην πόλη γύρισες όπου ήθελες, έκανες ό,τι ήθελες, έζησες μόνη σου- φτάνει. Θα έρθεις τώρα στο χωριό και θα σε βολέψουμε στο Συνεταιρισμό – υπάρχει θέση. Ταχτοποίησε όσο πιο γρήγορα γίνεται τις δουλειές σου και θα φέρουμε μαζί με τον μπαμπά σου ένα αμάξι να φορτώσουμε τα πράγματά σου».

 

Μιλούσε ασταμάτητα, μπέρδευε τα λόγια της με κλάματα και παρακάλια. Ανέφερε για άλλη μια φορά το πόσο δύσκολα τη γέννησε και το πόσο δύσκολα  κατάφερε να την κρατήσει στη ζωή, το με πόσες στερήσεις κι αγώνες – τα οικονομικά τους βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση – την έστειλε στα αγγλικά και στο ωδείο (σ’ αυτό τα σημείο είπε κι ένα «πού να ’ξερα η άμυαλη ότι έβγαζα τα μάτια μου με τα ίδια μου τα χέρια») για να μην της λείψει τίποτα, τα τόσα όνειρα που έκανε γι’ αυτήν, το ότι αν και μοναχοκόρη δέχτηκαν να φύγει μακριά τους για να μην της χαλάσουν το χατίρι. Σε κάποια στιγμή μάλιστα της πέταξε κι εκείνο το τετριμμένο:

 

«Θέλεις ν΄ αυτοκτονήσω;».

 

Δεν την άκουγε πια, δεν την καταλάβαινε. Όλα μες στο δωμάτιο και μες στο μυαλό της γυρνούσαν με εκπληκτική ταχύτητα, δεν είχε πια την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Μόνον κάτι σκόρπιες λέξεις έφταναν στ’ αυτιά της που διαλύονταν πάλι με θόρυβο κι έφευγαν πίσω…

 

«Κοίταξε, κατάφερε να πει μετά από ώρα, έχω μια πολύ επείγουσα δουλειά, πρέπει να φύγω. Θα σου τηλεφωνήσω μόλις μπορέσω».

 

«Θα περιμένω», απάντησε η μητέρα της κλαίγοντας, «θα περιμένω».

 

Έκλεισε το τηλέφωνο και έπιασε το μέτωπο της που έκαιγε. «Ω, Χριστέ μου», ψιθύρισε. Μπροστά απ’ τα μάτια της άρχισαν να περνάνε δεκάδες εικόνες: η μάνα της πάνω στον καναπέ που κλαίει απελπισμένα, ο πατέρας της που βάζει τις φωνές, βρίζει, απειλεί και ύστερα, δίνοντας μια στην πόρτα, βγαίνει έξω, ο μικρός της αδερφός που ρωτάει γεμάτος απορία τι έγινε και κανείς δεν του απαντάει, το σπίτι σκοτεινό κι απεριποίητο σαν να φιλοξένησε κηδεία, η μητέρα της που κλαίει ξανά και ξανά, ο πατέρας της που πηγαίνει στο νοσοκομείο γιατί η καρδιά του παρουσίασε πάλι προβλήματα…

Κι ύστερα της ήρθανε εικόνες απ’ την παιδική της ηλικία, τότε που έπαιζε ξένοιαστη στην αγκαλιά του πατέρα της, τότε που την έπαιρνε δίπλα της η μητέρα της και της έλεγε παραμύθια και ιστορίες, τότε που τους πήγε τρέχοντας τον πρώτο της έλεγχο γεμάτο δεκάρια, τότε που της φέρανε εκείνη την όμορφη γάτα, τη Ρόζα…

Μετά της ήρθανε εικόνες απ’ το χωριό και το σπίτι της εκεί, λίγο πριν φύγει, τότε που όλα άρχισαν να γίνονται βαρετά και πληκτικά, τότε που πια δεν είχε τι να κάνει, που να πάει – οι φίλες της είχαν παντρευτεί ή είχαν φύγει – τότε που περνούσε τις μέρες της κάνοντας δουλειές, βλέποντας τηλεόραση και σερβίροντας καφέδες και κουλουράκια στις γειτόνισσες, ενώ τα προξενιά πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα «γιατί έγινε πια είκοσι χρονών και πόσο ακόμα θα περιμένει, υπάρχουν ένα σωρό καλά παιδιά με θέση και λεφτά που τη θέλουν και τέτοιες ευκαιρίες δε χάνονται» και χίλια δυο παρόμοια.

Κι έπειτα ξανά και ξανά έβλεπε τη μάνα της να κλαίει απαρηγόρητη και τον πατέρα της να βρίζει και να φωνάζει απελπισμένα…

Σηκώθηκε και άρχισε να κόβει βόλτες. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, χωρίς σταματημό. «Τι να κάνω;», ψιθύρισε, «τι να κάνω;».

Σε κάποια στιγμή σταμάτησε. Πλησίασε το τηλέφωνο, σήκωσε με αποφασιστικότητα το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό.

 

«Ναι, Μαίρη εσύ; Γεια σου η Δήμητρα είμαι. Δε μου λες, θα είσαι ανοιχτή το απόγευμα;… Ωραία θα ’ρθω να με χτενίσεις… Ναι, δουλεύω το βράδυ».