Μάκης  Τσίτας

                  

                          ΤΟ  ΦΥΛΛΑΡΑΚΙ

 

 

Σάββατο μεσημέρι. Μόλις είχε τελειώσει από ένα επαγγελματικό ραντεβού κι επέστρεφε με το αυτοκίνητο στο σπίτι. Σε διάστημα ενός δεκαλέπτου, το κινητό του χτύπησε τρεις φορές. Για να μην υπάρξει και τέταρτη το απενεργοποίησε.

            Βρισκόταν στην Καλλιρρόης. Έκανε δεξιά και άναψε τα αλάρμ. Έλυσε τη ζώνη, έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Αισθανόταν χάλια. Όπως άλλωστε εδώ και είκοσι μέρες: από κείνη την περίεργη Τετάρτη που του τηλεφώνησε κλαίγοντας η Τζώρτζια για να του πει ότι ο Στέλιος είχε πάθει ανακοπή. Ότι ο Στέλιος πέθανε…

            Είχε μείνει άφωνος. Ήταν σα να μην καταλάβαινε τι του έλεγε. Μόνο κάποια στιγμή ψιθύρισε στα χαμένα «τι μου λες τώρα. Τι μου λες τώρα» κι ύστερα άρχισε να κλαίει και να χτυπάει με λύσσα το ταμπλό του αυτοκινήτου. Έκλαιγε και ούρλιαζε σαν πληγωμένο ζώο. Μέχρι να φτάσει στο νοσοκομείο κόντεψε να τρακάρει τουλάχιστον τέσσερις φορές…

            Ένα επίμονο κορνάρισμα τον επανέφερε. Υπήρχε μεγάλη κίνηση στην  Καλλιρρόης, τα αυτοκίνητα πήγαιναν σημειωτόν κι ο εκνευρισμός των οδηγών ήταν έκδηλος. Όταν άνοιξε τα μάτια του διαπίστωσε ότι είχε σταματήσει έξω από τον Άγιο Χαράλαμπο. Φόρεσε τότε το ημίπαλτο, κλείδωσε και κατευθύνθηκε προς την εκκλησία. Αλήθεια πόσο καιρό είχε να πάει σε εκκλησία; Η τελευταία φορά ήταν στη νεκρώσιμη ακολουθία, η προτελευταία πριν από τρία –ίσως και περισσότερα- χρόνια, στο γάμο κάποιας φίλης.

            Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε και είδε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Πήρε κερί, το άναψε και φίλησε την εικόνα. Εντόπισε, κάπου απόμερα, μια καρέκλα και κάθισε. Παρατήρησε με προσοχή το τέμπλο, τους πολυελαίους, τις τοιχογραφίες.

Άρχισε να προσεύχεται. Για τον Στέλιο. Για την ανάπαυση της ψυχής του. Αισθανόταν έναν απέραντο πόνο…Του ήταν αδύνατο να πιστέψει, όσο κι αν το πηγαινοέφερνε ξανά και ξανά μες στο μυαλό του, πως ο καλύτερός του φίλος, ένας τόσο γλυκός και τρυφερός άνθρωπος, μόλις τριάντα ενός ετών που έσφυζε από υγεία και κέφι, ήταν πια απών. Οριστικά απών. Είναι τόσο άδικο, άδικο, άδικο…

Τον πήραν τα κλάματα. Στην αρχή βουβά κι ύστερα δυνατά κι ακόμα πιο δυνατά ώσπου στο τέλος αισθάνθηκε να τραντάζεται απ’ τους λυγμούς. Προσπάθησε να σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Χρειάστηκε αρκετή ώρα για να ηρεμήσει.

Ένιωσε δυσφορία: σίγουρα οι άλλοι θα τον είχαν ακούσει που έκλαιγε και τώρα θα έβλεπαν και τα πρησμένα του μάτια.

Σκούπισε τα γυαλιά του και βγήκε με κατεβασμένο το κεφάλι. Ο κρύος αέρας του έκανε καλό.

Στην άκρη του προαυλίου ένας όμορφος  σκύλος με μεγάλα μουστάκια, μικρή ουρά και κοντό τρίχωμα έπαιζε με μια μπάλα. Τον πλησίασε, κάθισε στα γόνατα κι άρχισε να το χαϊδεύει. Εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως.

«Τι παλικάρι είσαι εσύ!» του είπε και του ’πιασε τη μουσούδα.

«Νταλί το λένε» είπε η κυρία που το συνόδευε.

«Είναι κούκλος» της είπε.

Η κυρία χαμογέλασε.

Συνέχισε να παίζει με το σκύλο ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα τον χάιδευε με το δεξί του μόνο χέρι γιατί το άλλο ήταν κλειστό. Άνοιξε τη χούφτα του και είδε πως υπήρχε ένα αποξηραμένο φυλλαράκι από πλατύφυλλο βασιλικό. Παραξενεύτηκε. «Πώς βρέθηκε αυτό στο χέρι μου;» αναρωτήθηκε.

Σηκώθηκε κι έψαξε σ’ όλο το προαύλιο για να βρει κάποιο ίχνος  βασιλικού –αποξηραμένου ή μη-   αλλά δε βρήκε τίποτα. Μπήκε ξανά στην εκκλησία και πλησίασε   διερευνητικά την εικόνα που είχε φιλήσει  κι ύστερα την καρέκλα στην οποία είχε καθίσει αλλά πάλι τίποτα. Πήγε στο νεωκόρο.

«Συγνώμη» του είπε, «υπάρχει πουθενά μέσα στο ναό –δίπλα σε κάποια εικόνα ίσως- βασιλικός;».

«Βασιλικός;»

«Ναι. Είτε γλάστρα, είτε κανένα κλωνάρι».

«Μπα!»

«Είστε σίγουρος;»

«Βέβαια παιδί μου. Όλη μέρα εδώ μέσα είμαι, δε θα το ήξερα;»

«Σωστά…»

Βγήκε πάλι έξω και κάθισε σ’ ένα παγκάκι. Ο Νταλί και η κυρία του είχαν φύγει. Κοίταξε ξανά και ξανά το φυλλαράκι. Ήταν σαν να το είχαν αποξηράνει μόλις πριν από λίγο. «Τότε από πού ξεφύτρωσε αυτό;» αναρωτήθηκε. Έκανε διάφορες υποθέσεις αλλά όλες έπεσαν στο κενό. Ώσπου «τέλος πάντων» είπε και σηκώθηκε να φύγει.  

            Και τότε ξαφνικά ήρθε πάλι στο μυαλό του η εικόνα του Στέλιου: χαμογελαστός, ξαπλωμένος στη σεζ λογκ της βεράντας του να απολαμβάνει τον καφέ του και να χαϊδεύει το φυτό που είναι δίπλα του, στην πήλινη γλάστρα. Να το χαϊδεύει κι ύστερα να φέρνει την παλάμη στη μύτη του και να μυρίζει με ηδονή. Δεντρολίβανο ήταν το φυτό ή λεβάντα; Μάλλον δεντρολίβανο. Αλλά όχι. Ήταν βασιλικός. «Βασιλικός;». Έμεινε άναυδος. «Δεν είμαστε καλά…» είπε κι ύστερα «τι κάθομαι τώρα και σκέφτομαι» αποφάσισε και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο.

            Η κίνηση στην Καλλιρρόης είχε μειωθεί αισθητά. Μπήκε στο αυτοκίνητο και φόρεσε τη ζώνη. Άνοιξε την αριστερή του παλάμη και κοίταξε πάλι το φυλλαράκι. Αρκετή ώρα.

            Στο τέλος έσκυψε και το φίλησε με τρυφερότητα.

            Χαμογέλασε.