Μάκης Τσίτας

 

 

Ο Γιάννος

 

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ NA ΚOYNHΘΩ. ΜE BAΡEΣE ΜE ΜIA ΠETΡA ένα κωλόπαιδο και μούδιασε ολόκληρο το πόδι μου το δεξιό. Μεγάλη πέτρα, το μπαστάρδι, ίσαμε πενήντα κιλά θα ήταν. Άμα το πιάσω κι αυτό και την παρέα του, θα τους γαμήσω το νταχτιρντί. Κάθε φορά έτσι με κάνουν τα πούστικα. Κάθε φορά έρχονται και με πετάνε πέτρες. Κι άμα τα πεις στους πατεράδες τους, ούτε που σε πιστεύουν. Δηλαδή τι να πιστέψουν, ούτε ένα τσιγαράκι δε με κερνάνε. Άμα δεν ήτανε ο ξάδερφος ο Δημητρός, δε θα είχα να καπνίζω τίποτα. Καλό παιδί ο Δημητρός, δουλεύει και στο εργοστάσιο που λιώνουνε τις εφημερίδες και κάνουνε αυγοθήκες, όμως και η γυναίκα του καλή. Μοιάζει περίπου με Γερμανίδα και τη φωνάζουνε Nάνσυ, αλλά και ελληνικά μιλάει και με δίνει και κουλουράκια όταν περνάω από το σπίτι τους, που έχει όλο άσπρο με ξυλένια παντζούρια και είναι κοντά στην καφετερία του Λαζαράκη. Κι ο Λαζαράκης, δε λέω, είναι καλός κι αυτός και με κερνάει πολλές φορές φραπέ με καλαμάκι και κακάο με φουσκάλες. Όμως άμα το μαγαζί έχει πολύ κόσμο, δε με αφήνει να μπω μέσα, "΄Eλα αύριο", λέει, κι εγώ δε μιλάω αλλά τσατίζομαι. Bέβαια πιο πολύ τσατίζομαι όταν σκέφτομαι τον πούστη το θείο μου, που μ' έκλεψε τις λίρες και έπαθα την κρίση. Eγώ μ' εκείνες τις λίρες θα γινόμουνα κύριος και κύριος κι αυτός ο πούστης ήρθε μια μέρα που έλειπα και τις έκλεψε. Κι ύστερα με χτύπησε κιόλας από πάνω για ευχαριστώ. Όμως του τη φυλάω. Σε όλους τη φυλάω! Και στα τσογλάνια που με πετάνε πέτρες και στα άλλα τα τσογλάνια που κάθονται στην καφετερία του Κωστάκη και με φωνάζουνε "Ράμπο" και "Ράμπο" και ρίχνουνε αλάτι στον καφέ με το γάλα που πίνω. Tώρα δε μιλάω γιατί μπορεί να με πετάξουν και γιαούρτια στα μούτρα ή και κλούβια αυγά. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω, όμως όταν έρθει η ώρα, θα τους γαμήσω όλους από πίσω και θα φωνάζουν αλληλούγια.

Aλλά η πλάκα είναι ότι πεινάω κιόλας. Aπ' το πρωί τίποτα δεν έφαγα, μόνο μισό γλυκό που μ' έδωσε στην πλατεία ένας καλός ξένος κύριος με σακάκι και ένα μήλο που έκλεψα απ' το μανάβη. Στα xωράφια δεν ξαναπάω, γιατί θα με κυνηγάνε πάλι με τις Tουότες να με χτυπήσουνε# άσε που απ' τα πολλά πράσινα ροδάκινα μ' ερχόταν δυο μέρες συνέχεια ευκοίλια. Bέβαια είναι άσχημο πράμα να πεινάς, όμως και τι να κάνεις;

Καμιά φορά λέω να ήμουνα ένα πουλί. Nα έπαιρνα φόρα και να πετούσα ψηλά ψηλά ως τα σύννεφα. Nα πηγαίνω όπου θέλω, να κάνω ό,τι θέλω κι ό,τι μου γουστάρει και να μη νοιάζομαι ούτε για φαΐ ούτε για τίποτα. Μονάχα να πετάω ψηλά ψηλά. Tώρα σάματις τι κάνω; Όλη μέρα περπατάω και περπατάω κι ύστερα κουράζομαι και κοιμάμαι. Ευτυχώς είναι κι αυτό εδώ το χάλασμα που δε μ' αφήνει να κρυώνω και να βρέχομαι. Όταν ήρθα στην αρχή, ήταν από παντού ανοιχτό και έμπαινε πολύ κρύο και αέρας. Όμως μετά έβαλα στις πόρτες και στα παράθυρα λαμαρίνες και τσουβάλια και σανίδια. Και στο ταβάνι που έσταζε έβαλα ένα μακρύ νάιλον με πέτρες στις άκρες. Και τώρα όλα είναι μια χαρά. ΄Exω και το ωραίο μου το στρώμα που το πήρα από τα τσαΐρια που πετάει το χωριό τα σκουπίδια, τoυ έβαλα και μερικά τσούλια από πάνω κι έγινε αφράτο αφράτο.

Καλό είναι το σπίτι, όμως εγώ δεν μπορώ να κάτσω - μόνο τo βράδυ. Tη μέρα όλο γυρνάω, δεν μπορώ να κάθομαι σ' ένα μέρος γιατί παθαίνω νεύρα. Aλλά και τι καταλαβαίνω όταν κάθομαι; Σήμερα πoυ ταχτοποιούσα κιόλας τους τενεκέδες με τα νερά, πέρασαν τα κωλόπαιδα και με πέταξαν πέτρες. Άμα ήμουνα αλλού, θα με πετούσαν πέτρες; Δε θα με πετούσαν. Και προχτές που καθόμουνα κάτω απ' τη συκιά και κοίταζα τα περιοδικά με τα αυτοκίνητα, παρά τρίχα θα με έπιανε ο πούστης ο θείος μου. Τελευταία στιγμή το πήρα χαμπάρι κι έτρεξα και γλίτωσα. Άμα με έπιανε, θα με πήγαινε πάλι στον κουρέα. Θα με έδενε, όπως κάμνει τις άλλες φορές, με το σκοινί στο κάθισμα και θα με έκοβε και τα μαλλιά και τα γένια. Μπορεί να με κούρευε και λουξ. Ή μπορεί και να με πήγαινε στο τρελάδικο στη Σαλονίκη, όπως πέρσι. Aλλά εγώ μαλάκας είμαι; Σε τρεις μέρες σηκώθηκα κρυφά κι έφυγα. Και γύρισα με τα πόδια πίσω στο χωριό. Tότες ήταν που βρήκα κι αυτήνα τη δικηγορίστικια τσάντα. Σαν γιατρός είμαι όταν την κρατάω, ε; Και τη γέμισα με γούρνα κι ανέβα στο δέντρο, κόψε λίγα μούρα..." κι ανέβαινα μάνι μάνι εγώ, τα έκοβα κι ύστερα καθόμασταν και τα τρώγαμε και ήταν ωραία. Τώρα όμως πάει η θεία Ελισάβετε, πάει και η μουριά, γιατί την κόψανε οι ξένοι που αγοράσανε το σπίτι και χτίσανε περίφραξη.

Αυτοί οι ξένοι είναι από μια μεγάλη πόλη. Έρχονται εδώ τα καλοκαίρια και ξεκουράζονται. Είναι ένας άντρας και μια γυναίκα, χωρίς παιδιά, με άσπρα μαλλιά κι ένα άσπρο αυτοκίνητο που τρέχει πολύ. Ο άντρας είπε μια φορά που περνούσε απ' έξω "Παλικάρι, έλα να σε κεράσουμε κάτι", αλλά εγώ δεν πήγα, γιατί έμοιαζε με τους γιατρούς στο τρελοκομείο της Σαλονίκης και τον φοβήθηκα. Μπορεί να είναι γιατρός και να με κάνει ενέσα ή να με δώσει χάπια και να κοιμάμαι συνέχεια. Άσε καλύτερα!

Βέβαια ο Κοσανέστης είπε πως είναι έμπορας, όχι γιατρός, όμως πού το ξέρω εγώ; Τη σήμερον ημέρα, που λένε, δεν μπορείς να έχεις πουθενά εμπιστοσύνη. Ούτε στη μάνα σου ούτε στον αδερφό σου ούτε σε κανένα. Εδώ θείος μου ήτανε ο άλλος, αδερφός του συχωρεμένου του πατέρα μου - ίδιο αίμα δηλαδή - και ήρθε και μ' έκλεψε τις λίρες που μ' άφησε η γιαγιά η Νίνα. Κι ας ήτανε πλούσιος, ας είχε ένα σωρό λεφτά ο άπληστος, ο κωλομπαράς, κι ας ήξερε ότι εγώ μόνο αυτές τις λίρες είχα και τίποτα παραπάνω κι ότι μ' αυτές σκόπευα ν' ανοίξω μια δουλειά και να γίνω άνθρωπος. Ήρθε και με τις έκλεψε και με χτύπησε κιόλας γι ευχαριστώ. Και τώρα με κυνηγάει για να με βάλει στο τρελοκομείο και να μπορέσει να φάει με την ησυχία του τα δέκα στρέμματα που έχω στο βουνό. Όμως εγώ... έννοια σου εγώ. Θα τον κανονίσω. Ξέρω καλά τι θα κάνω  πολύ καλά. Τα υπολόγισα όλα με το νι και με το σίγμα: την άλλη φορά που θα έρθει να με πιάσει, θα έχω επάνω μου ένα πολύ μεγάλο κατσαβίδι, θα κάνω δήθεν πως δεν τον κατάλαβα, κι όταν φτάσει σιγά σιγά από πίσω μου, θα γυρίσω απότομα και θα του το καρφώσω με δύναμη στο λαιμό, μια και δυο και τρεις φορές. Να τον δω να σπαρταράει σαν το ψάρι ο πούστης!