Τρία ποιήματα

του Νίκου Χαντζάρα (1884-1949)

 

Τραγούδι

 

Στης άνοιξης το ξύπνημα, γλυκοφιλιώνται πέρα

με τα μενεξελιά βουνά τα ζαφειρένια ουράνια,

κρόκους μακριά στο πέλαγος σκορπίζει η πλάνα ημέρα,

οι κάμποι, οι κήποι ολόανθοι γιομάτοι είν΄ περηφάνεια.

 

Ανοίγουν τα τριαντάφυλλα και στο γλυκόν αέρα

πλούσια τα μύρα χύνουνε τ΄ αγνότατα λιβάνια

δροσολουσμένα απ΄ την αυγή, του ηλιού τη θυγατέρα,

θα πλέξη τα ο ξανθός βοσκός στη λιγερή στεφάνια.

 

Στης άνοιξης το ξύπνημα, τα πάντα αναγαλλιάζουν,

τα λούλουδα οι τρελλές ψυχές ακόλαστα αγκαλιάζουν,

τούτο γελά, εκειό γέρνει εκεί σαν κόρη ντροπαλή,

 

κ΄ εμένα ξένο επιθυμιά φλογίζει στα βελούδα

των κάμπων της πατρίδας μου ν΄ αφίσω ένα φιλί,

γλυκοπερνώντας φτερωτός τα μάκρη ως πεταλούδα.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 4, αρ. 223 (1906), σ. 7.

 

Ο ερωτευμένος βοσκός

 

Πάνου στη χλόην, ολόλευκοι που την πλουμίζουν κρίνοι,

σε ρέμα πλάι που απ΄ τα βουνά δροσάτο κατεβαίνει,

γυρμένο το βοσκόπουλο χίλια τραγούδια χύνει,

λαλώντας τη φλογέρα του την πολυαγαπημένη.

 

Μα τώρα τι γλυκούς σκοπούς που χύνει στον αέρα

κι αντιλαλούνε τα βουνά και τα λαγκάδια πέρα.

Τις φεγγαρόλουστες βαθειές νύχτες του Απριλομάη

γλυκότερο το ερημικόν αηδόνι δε λαλάει.

 

Α, τη βοσκούλα τραγουδά τη μαυρομάτα τώρα,

στου ροδισμένου δειλινού που εψές τη γλυκειάν ώρα

στη στράτα συναπάντησε που στο χωριό παγαίνει,

 

και κει δειλά στη μοναξιά, κοντά στην κρύα-βρύση

στο μάγουλό της τρέμοντας πρώτο φιλί έχει αφίσει,

α, τη βοσκούλα τραγουδά την ερωτοπλασμένη.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 5, αρ. 231 (1907), σ. 7.

 

Ωδή σε παρθένα

 

Η άνοιξη πέταξε

με τ΄ άνθη, τα μύρα,

ξερόφυλλα γύρα

πικρό λεν σκοπό·

η άνοιξη πέταξε

χωρίς καν να μάσω

μια βιόλα ένα ρόδο,

ένα άνθι απαλό.

 

Θυμάμαι στους κήπους

τα κρίνα, τα ρόδα,

θυμάμαι που ευώδα

το γιούλι τερπνά·

μακριά τα θωρούσα

λαμπράδες να χύνουν·

μα εφώλιαζε θλίψη

στην έρμη καρδιά.

 

Σαν κρύο φθινόπωρο

στη θύρα μου διάβηκες,

με πόνο πού μ΄ άφηκες

είσαι η άνοιξη, εσύ;

των κρίνων των κόκκινων

τη λάμψη εσύ χύνεις

και αρώματα δίνεις

στην άρρωστη αυγή.

 

Στα δάση παγαίνεις

δεντρά να ξυπνήσης;

την πλάση να ντύσης

με ρούχα απ΄ ανθούς;

μαζί σου θα τρέξω

ανθούς ν΄ ανασταίνης

κ΄ εμέ να με ραίνης

με κρίνους αγνούς.-

 

Ο Νουμάς, Τόμος 5, αρ. 238 (1907), σ. 4.