Δώδεκα αγόρια του σχολειού
κι η Χριστινιώ μια τάξη
μη βρέξει και μη στάξει

τ' αγόρια τ' ορκιστήκανε
στη παληκαρωσύνη
να κλέψουν τη Χριστίνη

Βαρκούλα αρματώνουνε
με σταυρωτό πανάκι
Χριστίνα Χριστινάκι

 

Ποιος είδε πετροπέρδικα
να παίζει με γεράκια
στο πλάι στα θυμαράκια;

 

Ποιος είδε την ξανθόμαλλη
γελούσα και πανώρια
να παίζει με τ’ αγόρια;


έμπα καλή στη βάρκα μας
να πάμε και να’ ρθούμε
τραγούδι που θα πούμε

Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε
στου Ζέφυρου το χάδι
τ' όμορφο τούτο βράδυ


σπασμένα χρυσολούλουδα
το πέλαγο λιβάδι
τ' όμορφο τούτο βράδυ

Άλλοι ταιριάζουν τα πανιά
κι άλλοι κουπί τραβούνε,
Χριστίνα, ο νους σου πού ΄ναι;


Το Χριστινάκι τραγουδεί
στη βάρκα κυβερνήτης
γλυκιά πουν’ η φωνή της


Και λέει τραγούδι του έρωτα
και για τον πόνο λέει
για το φιλί που καίει·

Κι η βάρκα εποθοφτέρωσε
κι ορθοπηδάει το κύμα
τραβώντας όλο πρίμα.


Γέλια τραγούδια σώπασαν
τ’ αγόρια συμπαλεύουν
μοχθούν φιλί γυρεύουν

Χουγιάζει ο αέρας για φιλί,
βγάζουν καημούς και πάθη
της θάλασσας τα βάθη.

 

Κανείς δεν είναι στο κουπί
κανείς και στο τιμόνι
λαχτάρα που τους ζώνει

Για το φιλί της Χριστινιώς
χυμάν με χίλια χέρια
νερά, βουνά κι αστέρια.


Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη
πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη.

 

Κι εκεί σαλεύουν τα παιδιά,
ψάχνουν να βρουν ακόμα
της Χριστινιώς το στόμα.


Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά
τους γιους τους μαθητάδες
τις δώδεκα μανάδες

Μόν’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά
το λυγερό κορμάκι
τ’ αγρίμι το ελαφάκι,


που ήτανε δώδεκα χρονών
-παρθένα Παναγιά μου
-κι έλαμπε η γειτονιά μου!