Αβλεπεί και αβλεπτί – δυο λεξικογραφικές εφευρέσεις;

 

Αυτές τις δυο λέξεις τις είχα προσέξει όταν πρωτοεκδόθηκε το Ορθογραφικό λεξικό Μπαμπινιώτη –δεν ξέρω αν σας το έχω ξαναπεί, αλλά εγώ τα λεξικά τα διαβάζω από την αρχή, σαν μυθιστορήματα κι αυτές οι λέξεις έτσι κι αλλιώς βρίσκονται στην αρχή-αρχή του λεξικού. Στη δεύτερη λοιπόν σελίδα υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο πλαίσιο αφιερωμένο σ’ αυτές τις δυο λέξεις, το οποίο μας πληροφορεί ότι πρόκειται για λόγια επιρρήματα που δεν απαντούν στην αρχαία ή τη μεταγενέστερη ελληνική και ότι το μεν αβλεπεί φτιάχτηκε από το θέμα του βλέπω και την κατάληξη –εί (όπως αυθωρεί), ενώ το αβλεπτί από το ελληνιστικό ρήμα αβλεπτώ.

 

Να πω την αμαρτία μου, εγώ τέτοιες λέξεις δεν ήξερα. Ήξερα το λαϊκό επίρρημα αβλεπί που το χρησιμοποιούσαμε στα φοιτητικά μου χρόνια στην πόκα και, σαν λαϊκό που το νόμιζα, δεν θα διανοούμουν ποτέ να του φορέσω σμόκιν, παναπεί αρχαιόπρεπη κατάληξη σαν το ‘αυθωρεί’ και το ‘παμψηφεί’. Είπα όμως, πως κάτι θα ξέρει παραπάνω το Λεξικό και… πήγα πάσο.

 

Αργότερα όμως, στο εξαιρετικό φόρουμ Λεξιλογία, όπου συχνάζουν μεταφραστές και άλλοι λόγιοι που προτιμούν το νάφε και μέμνασο απιστείν από το πίστευε και μη ερεύνα, ένας συνθαμώνας έκανε την εξής πολύ σωστή παρατήρηση:

 

Το ρήμα αβλεπτώ είναι κακόσημο· σημαίνει "παραβλέπω, παρορώ, παραλείπω, κάνω λάθος/απροσεξία, αμελώ". Το αβλεπτώ παράγει με τη σειρά του άλλες δύο κακόσημες λέξεις, το αβλέπτημα και την αβλεψία. Επίσης, από το αβλεπτώ παίρνουμε και το επίρρημα αβλεπτί ή αβλεπεί. Όμως, τα λεξικά ΛΚΝ, Κριαράς (1998), Δημητράκος (επίτομο), Βοσταντζόγλου και Πρωίας δεν λημματογραφούν το αβλεπτί/αβλεπεί — κάποιος μπορεί να τα βρει μόνο στα λεξικά του Κέντρου. Τέλος, ο Γεωργακάς λημματογραφεί αβλεπίς με έτυμον το αβλεπώ.

 

Και έθεσε, ο αγαπητός συνθαμώνας, δύο (αμείλικτα) ερωτήματα:

 

α. Γιατί το αβλεπεί δεν λημματογραφείται σε παλιότερα και νεότερα λεξικά; Είναι τόσο πρόσφατη κατασκευή (για τα δεδομένα των Πρωίας, Δημητράκου κλπ), αλλά τόσο πολύ λόγια (για τα ΛΚΝ, Κριαρά);
β. Πώς συνέβη και μία κακόσημη λέξη, με ήδη δύο εξίσου κακόσημα παράγωγα, δίνει ξαφνικά ένα παράγωγο που είναι ουδέτερο σε χροιά, για να μην πω ακόμη και εύσημο; Διότι η σημασία του αβλεπτί/αβλεπεί "με κλειστά μάτια, χωρίς δεύτερη σκέψη" δηλώνει μεγάλη εμπιστοσύνη — κι αυτό είναι θετικό στοιχείο. Γιατί αβλεπτί να μη σημαίνει το αναμενόμενο, δηλαδή "με παροράματα και αβλεψίες, αμελώς", και αντί γι' αυτό σημαίνει "με τυφλή εμπιστοσύνη";

 

Να προσθέσω εδώ ότι η πρώτη έκδοση του Λεξικού Μπαμπινιώτη δεν έχει ούτε το αβλεπεί ούτε το αβλεπτί. Η δεύτερη έκδοση έχει μόνο το αβλεπτί και το ορθογραφικό έχει και τους δύο επίμαχους τύπους.

 

Η λεξικογραφική μας έρευνα, δεν απέδωσε καρπούς πουθενά. Κανένα από τα λεξικά που αναφέρει ο αγαπητός συνθαμώνας δεν είχε τους τύπους αυτούς. Και πάμε παρακάτω: ούτε το μεγάλο, 15τομο του Δημητράκου τους είχε, ούτε το 3τομο του Σταματάκου. Το μόνο που είχαν, ήταν το επίσης κακόσημο επίθετο αβλεπής («ο μη άξιος να βλέπεται, ευτελής, ασήμαντος»). Ούτε το Λεξικό Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα είχε τίποτε, ούτε το Αντίστροφο λεξικό. Ούτε καν το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας! Τελευταία ελπίδα, η Συναγωγή Νέων Λέξεων του Κουμανούδη, που έχει ένα σωρό λέξεις που τις αποδελτίωσε ο χαλκέντερος λόγιος στα τέλη του 19ου αιώνα και που δεν έπιασαν τελικά και γι’ αυτό δεν τις έχουν τα μετέπειτα λεξικά. Τζίφος, ούτε εκεί περιλαμβάνονται τα αβλεπεί  και αβλεπτί που μάλλον θα έπρεπε να λέγονται άφαντα.

 

Τώρα, αυτό δεν είναι και πολύ φυσιολογικό. Να πεις ότι αναζητούσαμε μια λαϊκή λέξη, ή μια ιδιωματική, τη σιάτικα λογουχάρη ή το κασαβέτι, να δεχτώ ότι μπορεί και να μην έχει λημματογραφηθεί σε προηγούμενα λεξικά, κι ας είναι παλιά (αλλά βέβαια, θα την είχε το Ιστορικό Λεξικό). Να αναζητούσαμε έναν νεολογισμό, να πω ότι δεν πρόφτασαν να τον βάλουν τα λεξικά. Αλλά μια λόγια λέξη; Πού κρυβόταν δηλαδή αυτή η λόγια λέξη και δεν την είδαν όλοι οι προηγούμενοι λεξικογράφοι και έπρεπε να φτάσουμε στο σωτήριο έτος 2000 για να την λημματογραφήσει ο κ. Μπαμπινιώτης;

 

Αλλά ας κάνουμε μια ακόμα προσπάθεια. Πάμε στα σώματα κειμένων. Κι όμως, ούτε στο σώμα κειμένων του Ινστιτούτου Επεξεργασίας Λόγου βρήκαμε τίποτε, ούτε στα σώματα εφημερίδων της Εθνικής Βιβλιοθήκης: ούτε στο σώμα της Ελευθερίας, ούτε στο σώμα του Εμπρός, ούτε στο σώμα του Σκριπ (εντάξει: το ψαχτήρι τους δεν είναι τέλειο· πάντως δεν βρήκα τίποτα).

 

Ανακεφαλαίωση: πέρα από τον Μπαμπινιώτη, μόνο άλλο ένα λεξικό καταγράφει έναν παρόμοιο τύπο· καταγράφει τον τύπο αβλεπίς, ως λαϊκό-ιδιωματικό τύπο, ο Γεωργακάς, ένα ελληνοαγγλικό λεξικό που συντάχτηκε με απίστευτα υψηλές προδιαγραφές στην δεκαετία του 1960 και που καταρτίστηκε με βάση σώματα κειμένων (κόρπορα) και όχι τις επιθυμίες του συντάκτη του.

 

Όσο έβγαιναν άκαρπες οι προσπάθειες να βρεθούν οι λέξεις αβλεπεί και αβλεπτί σε οποιαδήποτε άλλη πηγή, άρχισε να γεννιέται μέσα μου μια φριχτή υποψία, που όλο και εδραιωνόταν και που κοντεύει να μετατραπεί σε βεβαιότητα. Η εξής υποψία:

 

Υπάρχει ένα χαρτοπαιχτικό επίρρημα, το αβλεπί, που χρησιμοποιείται στις λέσχες και πάνω από την πράσινη τσόχα. Αυτό το αβλεπί μπορεί να είναι μετάφραση του γαλλικού sans voir, που επίσης λέγεται στην πόκα, σαν βουάρ, μπορεί να είναι και παράλληλος σχηματισμός. Το λέμε όταν μπαίνουμε σε ένα κόλπο χωρίς να κοιτάξουμε τα χαρτιά μας, τόση εμπιστοσύνη έχουμε στο καλό μας φύλλο ή στη ρέντα μας ή στην τσέπη μας. Αυτό το επίρρημα απαντά και με τύπο αβλεπίς (μπήκα στο κόλπο αβλεπίς) και έτσι το καταγράφει ο Γεωργακάς.

 

Το αβλεπί έχει μεγάλη παραστατική δύναμη κι έτσι σιγά-σιγά βγαίνει κι από τις λέσχες και χρησιμοποιείται και στην ευρύτερη πιάτσα. Με την έκρηξη του χρηματιστηριακού τζόγου στη δεκαετία του 1990, τότε που ο Λίμιτ Ντακ φιλούσε υπέροχα, η συχνότητα χρήσης της λέξης αυξάνεται ορμητικά, καθώς όλοι αγοράζουν αβλεπί μετοχές φούσκες όσο βαστάει το ράλι. Έτσι το αβλεπί περνάει σε πολύ περισσότερο κόσμο και αποκτά τη σημερινή του έκταση και σημασία, όταν δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη σε κάτι, όταν το κάνουμε με κλειστά μάτια.

 

Κάπου εκεί, συνεχίζει η φριχτή μου υποψία, έρχεται ο λεξικογράφος του λεξικού Μπαμπινιώτη. Και βρίσκει τη λέξη, διότι την ακούει καθημερινά στον περίγυρό του, οπότε πρέπει να την καταγράψει. Επειδή όμως δεν μπορεί να καταγράψει το «αβλεπί» ή το «αβλεπίς», γιατί δεν συμμορφώνονται με το καλούπι των λόγιων επιρρημάτων, κάθεται και σκαρώνει δύο τύπους, το αβλεπτί και το αβλεπεί. Ή ίσως, ένας συνεργάτης να σκάρωσε το αβλεπτί κι ένας άλλος το αβλεπεί.

 

Προσοχή, δεν λέω ότι έτσι έγινε. Μπορεί, δεν μπορώ να το αποκλείσω, η ομάδα Μπαμπινιώτη να βρήκε το αβλεπεί και το αβλεπτί σε σώματα κειμένων –όσο κι αν ξέρουμε ότι, σε γενικές γραμμές, το λεξικό δεν συντάχθηκε με βάση σώματα. Μπορεί να υπάρχει και κάποιο λεξικό που δεν το συμβουλεύτηκα που να τα αναφέρει. Μπορεί ακόμα να μου έχει πάρει τα μυαλά εκείνος ο Γερμανός (ο Αλτσχάημερ) και να μην έκανα σωστά τις αναζητήσεις στις πηγές. Μπορεί.

 

Μπορεί όμως και να είναι αλήθεια η φριχτή μου υποψία, και να έχουμε εδώ δύο λεξικογραφικές εφευρέσεις. Κρίνοντας από το αμαρτωλό παρελθόν του Λεξικού Μπαμπινιώτη, με την εφεύρεση του τύπου «αίολος» (για την οποία κάποτε θα πρέπει να βάλω κάτι και στις σελίδες αυτές, προς το παρόν σας παραπέμπω στο βιβλίο μου Γλώσσα μετ’ εμποδίων όπου έχω ειδικό κεφάλαιο) δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να έχουμε κι εδώ εφεύρεση.

 

Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να μη δεχόμαστε αβλεπί τα όσα ισχυρίζεται ένα μόνο λεξικό.




 

Επιστροφή στις Λεξικογραφικές σημειώσεις
Σελίδες για τη γλώσσα