Το Μονακό της Βαυαρίας: η εγκληματική μετάφραση μιας μουσικής εγκυκλοπαίδειας

Αναδημοσιεύω εδώ ένα άρθρο που το βρήκα στο ιστολόγιο Gravity and the Wind, που παρεμπιπτόντως το συνιστώ θερμά σε όσους έχουν μεταφραστικά ή μουσικά ενδιαφέροντα. Ο Cyrusgeo, υπεύθυνος του ιστολογίου, και ο Π., που έγραψε το συγκεκριμένο άρθρο, μου έδωσαν ευχαρίστως την άδεια για την αναδημοσίευση και τους ευχαριστώ. Θέλησα να το αναδημοσιεύσω επειδή πιστεύω ότι ταιριάζει στο ύφος της σελίδας με τις Μεταφραστικές γκρίνιες, επειδή οι μεταφραστικές ατασθαλίες που παραθέτει είναι σχεδόν απίστευτες και επειδή νομίζω ότι το κοινό του ιστολογίου δεν ταυτίζεται με τους επισκέπτες των σελίδων μου. Το κρινόμενο βιβλίο έχει τον τίτλο "Εγκυκλοπαίδεια Παγκόσμιας Μουσικής" και έχει εκδοθεί το 1993 από τις εκδόσεις Αλκυών. Το άρθρο στο ιστολόγιο είναι πρόσφατο (Γενάρης 2007) εξού και η αναφορά στις αλκυονίδες μέρες.

Να τονίσω για μια ακόμα φορά ότι όλη αυτή η γκρίνια για τις κακές μεταφράσεις δεν γίνεται με σκοπό να αισθανθούμε καλύτερα εμείς που δεν κάνουμε τέτοια λάθη αλλά έχει αφενός εκπαιδευτικό χαρακτήρα (επισημαίνοντας τη μπανανόφλουδα βλέπω πώς να μην την ξαναπατήσω) και αφετέρου, ναι, καταγγελτικό για τους εκδοτικούς οίκους που τολμούν να εκδίδουν απαράδεκτες μεταφράσεις με την ελπίδα (ή τη βεβαιότητα;) ότι δεν θα το πάρει είδηση κανείς ή, κι αν το πάρει, "σιγά τώρα, και τι έγινε μωρέ;".

Ευτυχώς, όπως βλέπω, γκρινιάζουν και άλλοι -θέλω να πω, διαπιστώνω με μεγάλη χαρά ότι δεν είμαι ο μόνος που διαμαρτύρεται για κακές μεταφράσεις και τις επισημαίνει. Αλλά είπα πολλά και σας αφήνω να διαβάσετε το κείμενο του Π. Μια επισήμανση μόνο: αν και, ίσως μεροληπτικά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η μετάφραση των απομνημονευμάτων του Σοστακόβιτς είναι ακόμα χειρότερη, κυρίως λόγω Μποχεμιάν, αναγνωρίζω ότι η παρούσα, που κατά σύμπτωση κι αυτή στη μουσική αναφέρεται, βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για το βραβείο της χειρότερης μετάφρασης όλων των εποχών.




Κριτική της "Εγκυκλοπαίδειας Παγκόσμιας Μουσικής" των εκδόσεων Αλκυών, από τον Π.

Οι αλκυονίδες μέρες που μάλλον διανύουμε μας θύμισαν αυτό το τραγελαφικό εκδοτικό επίτευγμα, το οποίο εξωτερικά και μόνο μοιάζει με εγκυκλοπαίδεια (κατακρεουργημένη εκδοχή μιας αξιοπρεπούς ιταλικής, εκδ. Fabbri), κι έτσι ανασύραμε εκ του αρχείου ένα σχετικό κείμενο. (H έκδοση δεν είναι πρόσφατη, αλλά όταν κυκλοφόρησε δεν υπήρχαν blog!) Για να φανεί πόσο απίστευτα πολυάριθμα είναι τα λάθη της, σημειώνουμε πως για τη σταχυολόγηση των παραδειγμάτων απομονώθηκαν αυθαίρετα και χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά οι πρώτες και τελευταίες δεκαπέντε σελίδες του πρώτου τόμου και οι σελίδες 800-900, τα δε λάθη που θα παραθέσουμε αποτελούν επιλογή από όσα υπάρχουν στις σελίδες αυτές. Χωρίς καθόλου υπερβολή, δεν πρέπει να υπάρχει σελίδα που να την ανοίξεις και να μη γελάσεις αν ξέρεις ελληνικά και μουσική.

Μία κατηγορία λαθών προκύπτει από άγνοια καθιερωμένων τίτλων, ενώ εμφανίζονται επίσης εσφαλμένοι τίτλοι ή πολλαπλές εκδοχές του ιδίου τίτλου (πράγμα χαρακτηριστικό και της ανύπαρκτης επιμέλειας). Έτσι, από τα έργα του Στραβίνσκι, η Ιεροτελεστία της Άνοιξης αναφέρεται ως «το πανηγύρι της άνοιξης» αλλά και «η γιορτή της Άνοιξης», τα Πυροτεχνήματα ως «το Πυροτέχνημα», ο Πετρούσκα ως «η Πετρούσκα» αλλά και «το Πετρούσκα», καθώς και το βιβλίο του Μουσική Ποιητική ως «Μουσική ποίηση». Τα Ερείπια των Αθηνών του Μπετόβεν εμφανίζονται ως «χαλάσματα της Αθήνας», οι Παλιάτσοι του Λεονκαβάλλο ως «Λιάτσοι» και το Λυκόφως των Θεών του Βάγκνερ ως «Σούρουπο των Θεών» αλλά και «Πτώση των Θεών».

Εκτός από τους τίτλους, έκδηλη είναι και η άγνοια της μουσικής ορολογίας. Έτσι έχουμε «4 Μελέτες για πιάνο με δύο χέρια» αντί για 4 σπουδές για πιάνο (σκέτο!). Στο λήμμα για τη συγχορδία διαβάζουμε «βασική κατάσταση», «περιστραφεί», «πρώτο γύρισμα», «υπερβαίνον» και «μειωμένο» αντί ευθεία κατάσταση, αναστραφεί, πρώτη αναστροφή, αυξημένο και ελαττωμένο, αντίστοιχα. Σε άλλα λήμματα βρίσκουμε «σύστημα τονισμού των διαλειμμάτων» αντί σύστημα κουρδίσματος των διαστημάτων, «ήπια» αντί συγκερασμένη, «αντήχηση» αντί διαφωνία, «βραχεία» αντί διπλό ολόκληρο, «χορωδία Masch» αντί ανδρική χορωδία, «αγγλική κόρνα» αντί αγγλικό κόρνο. Βρίσκουμε επίσης τα εξαίσια «μικρό χρώμα» και «με το χρώμα σαν βασική αξία»: croma στα ιταλικά είναι το όγδοο!

Αντίθετα, έχουν επινοηθεί πολλοί αδόκιμοι όροι, ιδιαίτερα ως μετάφραση καθιερωμένων όρων που χαρακτηρίζουν είδη συνθέσεως, δηλαδή μη μεταφράσιμων. Eτσι ο cantabile έχει γίνει «τραγουδίσιμος», τα ricercari «αναζητήσεις», το divertimento «διασκέδαση», εξ ου και «διασκεδαστική μορφή», η cassazione «ακύρωση», ενώ για το concertante υπάρχει η άποψη «συνοδευτικοί» ή «συνοδοί» αλλά και η άποψη «συμφωνημένο» (αμφότερες άσχετες με την έννοια του πρωτοτύπου).

Άλλοι όμως όροι, που έχουν δοκιμότατο ελληνικό αντίστοιχο, έχουν μυστηριωδώς παραμείνει στα ιταλικά, πράγμα φαινομενικά ανεξήγητο σε σύγκριση με τον προαναφερθέντα μεταφραστικό ζήλο (προφανώς άλλος μεταφραστής έχει κάνει τα μεν και άλλος τα δε): «κουαρτέτο d' archi σε ρε μινόρε» αντί κουαρτέτο εγχόρδων σε ρε ελάσσονα, «Πασιόνε σεκόντο Τζιοβάνι» και «Πασόνε [sic] σεκόντο Ματέο» αντί Πάθη κατά Mατθαίο και Πάθη κατά Ιωάννη, «τεμπεραμέντο» αντί συγκερασμός.

Συχνότατη είναι η άσκοπη μνεία ιταλικών όρων ή τίτλων, άνευ λόγου όταν το πρωτότυπο δεν είναι ιταλικό, άνευ νοήματος όταν η λέξη είναι ελληνική: «Τραγούδι του αηδονιού, Tο (Canto dell' Usignolo, Il)» - ο πρωτότυπος τίτλος είναι στα Γαλλικά και τα Pωσσικά -, «Αερόφωνα όργανα (aerofoni strumenti)», «Στοχαστική μουσική (stocastica música)», «Βυζαντινή μουσική (bizantina música)». Άνευ εγκεφάλου, δε, η διατήρηση ιταλικής λέξεως που σχετίζεται με μεταφρασμένη λέξη: «Συμφωνημένο. Mετοχή του ρήματος κοντσερτάρε»!

Σκανδαλώδης είναι και η άγνοια της ορθής προφοράς ονομάτων (από άγνοια και της εθνικότητας). Έτσι, ανάμεσα σε πάμπολλα άλλα, ο Γιόχαν Γιόαχιμ Kβάντς αναφέρεται ως «Tζ.Tζ.Kουάντζ», ο Zανεκέν ως «Γιανεκίν», οι Σαίνμπεργκ, Bάινγκαρτνερ, Bάλτερ, Mπέμ ως «Σόνμπεργκ, Bέινγκαρτνερ, Bέλτερ, Mπόμ», ο Mπρούκνερ ως «Mπρικνέρ», οι Mπενσουά και Mπυνουά ως «Bινσουά, Bουσνουά», ο Bρανίτσκι ως «Bρανίκι», ο Xίντεμιτ ως «Xάιντεμιθ», ο Kαίχελ ως «Kόκελ», ο Zαν Mπατίστ Λουλί ως «I.Mπ.Λούλι» ή «Tζ.Mπ.Λούλι» (και τα δύο στην ίδια σελίδα!), ο Πέρσελ ως «Πάρτσελ» ή «Πάρσελ» ή «Πουρσέλ». Aκόμη «K.Π.E.Mπαχ» για Kαρλ Φίλιπ Eμάνουελ, «Tζ.Π.Pαμώ» για Zαν Φιλίπ, «Tζ.Π.Tέλεμαν» για Γκέοργκ Φίλιπ, «Tζ.Π.Περγκολέζι» και «Tζ.B.Περγολέζι» για Tζοβάνι Mπατίστα, «.Mουφάτ, K.Γ.Γκλούκ, Γ.A.Mότσαρτ [!!!], .Mάλερ» για Γκέοργκ, Kρίστοφ Bίλιμπαλντ, Bόλφγκανγκ Aμαντέους και Γκούσταβ αντίστοιχα. ίδια για όρους και τοπωνύμια, όπως π.χ. «Iμπρόμπτους» αντί Eμπρομπτύ, «Σταβάτ Mατέρ» αντί Στάμπατ Mάτερ, «Mουχλχάουζεν» αντί Mύλχαουζεν, και το απίστευτο «γεννήθηκε στο Mονακό της Bαυαρίας»!

Aπό περιπτώσεις όπως το «Mονακό της Bαυαρίας» ή το «μικρό χρώμα» αναφαίνεται εντέλει η απουσία κάθε κοινής λογικής (και κάθε εκδοτικής επιμέλειας, βεβαίως). Λαμπρό παράδειγμα το ακόλουθο: «βιρτζινάλε [...] από το αγγλικό Virginal, άγνωστης ετυμολογίας, [...] ήταν το όργανο των γυναικών [...] Aπό εδώ και τ' όνομα, που θα μπορούσε να προέρχεται και από το λατινικό Virgo, σαλταρέλο, δηλαδή πηδηματάκι».

Yπάρχει φυσικά πλήθος μεταφραστικών μαργαριταριών και παρανοήσεων, όπως «κατά τον μουσικό λόγο» (= από μουσική άποψη), «μεταλλικούς σωλήνες που ηχούν ξανά» (= αντηχούν), «στην παραπάνω όπερα» [του Willaert] και «όπερες του Π. Mπουλέζ» (κανείς από τους δύο δεν έχει γράψει όπερες: opere ιταλικά σημαίνει απλώς έργα), «της σουίτας του A.φον Bέμπερν» (;;; - δεν υπάρχει), «φανερά σε αραβική γλώσσα» (;;; - αναφέρεται στην με λατινικό κείμενο εκκλησιαστική μουσική του Victoria, του σημαντικότερου Iσπανού συνθέτη της αναγέννησης!), «μουσική Costa» (;;;). Oμολογούμε ότι αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς προέκυψαν τα τελευταία τρία. Αντιλαμβανόμαστε όμως το «άλλες διαφορές ανάμεσα στα δύο αυτά όργανα [βιολί και τσέλο] έχουν σχέση με το δοξάρι [...] και στην υιοθεσία της ακρίβειας από πλευράς του βιολοντσέλου»: ως «ακρίβεια» παρανοήθηκε το puntale, το μεταλλικό καρφί που προστέθηκε στο τσέλο για τη στήριξή του στο πάτωμα.

H μεταφραστική αδεξιότητα συχνά οδηγεί σε απολαυστικές γραφικότητες, όπως: «συνθέτης ευγενούς και εύκολης πρόσβασης», «έντονες, πολλές φορές, σπαρταριστές και καταπιεστικές μυστικές εκβαθύνσεις», «επτά οργανοπαίκτες για μία μουσική, στην οποία τείνουν να συγκλίνουν διαφορετικότατες στυλιστικές εμπειρίες (όπως η τζαζ), συγκολλημένες από την πρωτότυπη ικανότητα της γεωμετρικής πλαισίωσης του συνθετικού λόγου με μία θελκτική εκφραστική ιδιότητα».

Δεν λείπουν και εκφράσεις ή κείμενα στερούμενα νοήματος ή πλήρως ακατανόητα, όπως: «Πολυφωνικού χρόνου», «Άκρος. Ακρινές νότες ή χορδές», «Ταυτόφωνος. Όρος που ανταποκρίνεται στη διακοπή (ή ψευδοδιακοπή) στην αρχή, η οποία γίνεται από δύο φωνές της ίδιας έκτασης. Ο όρος ταυτόφωνος χρησιμοποιείται ακόμη για τραγούδια (ή μελωδικές γραμμές) που εξελίσσονται σε απόσταση από την οκτάδα ή αφιερωμένη σε όργανα (ή φωνές) διαφορετικά».

Είναι παραπάνω από φανερό ότι οι φερόμενοι ως επιμελητές, ακόμα κι αν ήξεραν κάτι, δεν ασχολήθηκαν, ενώ οι φερόμενοι ως μεταφραστές είναι άτομα με βασική μόνον γνώση ιταλικών και καθόλου γνώσεις μουσικής. Μετά από όλα αυτά είναι μάλλον σχολαστικισμός να επισημάνουμε πως υπάρχουν μουσικά παραδείγματα τυπωμένα ανάποδα, παρατονισμοί (όπως «Γκλοκένσπιλ» αντί γκλόκενσπιλ) και τυπογραφικά λάθη (όπως «O Edipus Rex» αντί Oedipus Rex, «stakato» αντί staccato, «Pετζίνγκ» αντί Pετζίνα, «Aiwe-Bern» αντί A. Webern). Προσθέτουμε μόνο ορισμένες παρατηρήσεις που αφορούν την έκδοση στο σύνολό της:

- Δεν υπάρχει κατάλογος συντομογραφιών και συντμήσεων.
- Δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις για στοιχειώδη ζητήματα τακτικής και ομοιογένειας: τα κύρια ονόματα, π.χ., εμφανίζονται αλλού με ελληνικά και αλλού με λατινικά στοιχεία.
- Τα (πρόσθετα) λήμματα που αφορούν έλληνες συνθέτες είναι κατά λέξη αντιγραφή από το βιβλίο του Στέφανου Bασιλειάδη «Για τη Mουσική» (εκδ. Citibank), ενώ αυτά που αφορούν την αρχαία ελληνική μουσική είναι περιλήψεις από την «Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής» του Σόλωνος Μιχαηλίδη (εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης). Αυτό όμως το διαπιστώσαμε εμείς: δεν αναφέρεται πουθενά.
- Στο εξώφυλλο κάθε τόμου δεν είναι γραμμένο ποια γράμματα καλύπτει ο τόμος.
- Το πιο εξόφθαλμο, τέλος, δείγμα της προχειροδουλειάς είναι ότι δεν έχει γίνει ουσιαστική σελιδοποίηση: το τελευταίο λήμμα κάθε τόμου διακόπτεται, ακόμα και στη μέση μιας φράσεως, και συνεχίζεται στην πρώτη σελίδα του επομένου τόμου!

Κατά τα άλλα ο πρόλογος κομπάζει αμέριμνος πως «η έκδοση αυτή είναι προϊόν της εργασίας επαγγελματιών». Μένει το ερώτημα: τι επαγγέλλονται άραγε;

 

Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου