Μπακάλης είσαι και φαίνεσαι!

 

Εντάξει, πολλές φορές το ‘μπακάλης’ το λέμε υποτιμητικά, για κάποιον που κάνει χονδροειδείς υπολογισμούς και προχειροδουλειές και πιο συχνό ακόμα είναι το ‘μπακάλικος’ ή ‘μπακαλίστικος’ που το λέμε για έναν εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο εργασίας· βέβαια, όταν ο τρόπος αυτός φέρνει αποτελέσματα χωρίς να χολοσκάει για τη θεωρία, μπορεί η λέξη ‘μπακάλικος’ να πάρει και ελαφρώς θετική απόχρωση. Όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτή καθαυτή τη λέξη.

 

Θα μιλήσω για την τουρκική λέξη bakkal, από την οποία βέβαια προέρχεται και η δικιά μας ελληνική. Ο bakkal ήταν ο μπακάλης, ο παντοπώλης, αλλά στα χωριά της εποχής εκείνης συχνότατα το μπακάλικο ήταν το μοναδικό μαγαζί. Ο bakkal λοιπόν ήταν και λιγάκι πανδοχέας, και λιγάκι σαράφης, και λιγάκι τοκογλύφος.

 

Στα χωριά της Μικρασίας και της Αιγύπτου, αυτός ο bakkal ήταν σχεδόν πάντα Ρωμιός. Σε ταξιδιωτικούς οδηγούς Μπαίντεκερ της Αιγύπτου πριν από τον πόλεμο, βρίσκει κανείς φράσεις όπως: Στις περισσότερες πόλεις, ο έλληνας bakkal θα σας δώσει ένα απλό δωμάτιο για ύπνο. Στο βιβλίο Cairo and its environs των Lamplough και Francis διαβάζουμε (στη σελ. 91): every village contains one Greek " bakkal " or grocer-moneylender, παναπεί κάθε χωριό έχει και τον δικό του έλληνα μπακαλοσαράφη. Ως εδώ καλά.

 

Όμως, στο βιβλίο του Κ. Τσουκαλά Εξάρτηση και αναπαραγωγή, εκεί που μιλάει για την κυριαρχία των Ελλήνων στο εμπόριο της Αιγύπτου (σελ. 318) έχει και την εξής υποσημείωση, γραμμένη το 1927:

 

Η σημερινή γενεά των ιθαγενών Αιγυπτίων δεν γνωρίζει, δυστυχώς, από την μεγάλην και εκπολιτιστικήν δράσιν του Ελληνισμού εις όλην την Αίγυπτον, παρά το όνομα «μπακάλ». Το όνομα τούτο φιλολογικώς μεν σημαίνει τον παντοπώλην, αλληγορικώς δε τον αγύρτην, τον τυχοδιώκτην, τον κατεργάρην και τον κλέφτην! (Ε. Μιχαηλίδη, «Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός και το μέλλον του», Αλεξάνδρεια 1927, σελ. 4).

 

Στο ίδιο βιβλίο (σελ. 319) παρατίθεται και άποψη του λόρδου Κρόμερ, από το 1911, ο οποίος ενώ θεωρεί ευεργετική για την Αίγυπτο την παρουσία των Ελλήνων, προσθέτει ωστόσο ότι «οπουδήποτε υπάρχει έστω και το παραμικρό ενδεχόμενο να αγοράσει κανείς φτηνά και να πουλήσει ακριβά, κάπου εκεί θα βρίσκεται και ο Έλληνας μικρέμπορος», ο οποίος «παρασύρει τον φελάχο στο πιοτό» και «δανείζει τον Αιγύπτιο χωρικό με υπέρογκους τόκους, υποβιβάζοντάς τον στη θέση του είλωτα».

 

Οπότε, bakkal = Έλληνας = κατεργάρης, κλέφτης, τοκογλύφος. Δεν αισθανόμαστε και πολύ περήφανοι, θαρρώ.

 

Το σημείωμα το αφιερώνω στον φίλο Γιάννη Κούταλο που μου επισήμανε, πριν από 12 χρόνια, το απόσπασμα του Τσουκαλά και που τον ξαναβρήκα τώρα επειδή δεν είχα κρατήσει ακριβή σημείωση.

Να προσθέσω ότι στα Οικογενειακά μας ονόματα του Τριανταφυλλίδη βρίσκω ότι στα σέρβικα η λέξη grçki (Έλληνας) σημαίνει επίσης ‘έμπορος’.

 

 

 

Επιστροφή στα γλωσσικά