Όταν ένας υπουργός ζητάει συγνώμη για κάτι που δεν έκανε…

(Βελόπουλος, Παναγιωτόπουλος και μονοτονικό)

 

 

Ένας από τους ατράνταχτους νόμους της πολιτικής είναι ότι οι υπουργοί πολύ σπάνια παραδέχονται σφάλματα της κυβέρνησής τους ή λάθη παλαιότερων κυβερνήσεων του κόμματός τους, ιδίως όταν μπορούν να μεταθέσουν την ευθύνη στο αντίπαλο κόμμα που κατείχε την εξουσία την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Το να σπεύδει ένας υπουργός να ζητήσει συγνώμη για ένα λάθος της κυβέρνησής του είναι πολύ σπάνιο· γίνεται ακόμα σπανιότερο και αξιοσημείωτο, όταν το λάθος αυτό δεν το διέπραξε στην πραγματικότητα η παράταξή του αλλά η αντίθετη παράταξη! Κι όμως, κάτι τέτοιο πρωτόφαντο, του στυλ «σκύλος δάγκωσε άνθρωπο», συνέβη στη Βουλή στις 15 Ιουλίου 2008, κατά τη συζήτηση σχετικά με το νομοσχέδιο «Θέματα προσωπικού Υπουργείου  Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και άλλες διατάξεις». Ο υπουργός αυτός δεν ήταν ο Φραγκίσκος της Ασίζης αλλά ο Πάνος Παναγιωτόπουλος της ΝΔ. Ας δούμε ένα απόσπασμα από τα επίσημα πρακτικά (μπορείτε να τα διαβάσετε όλα εδώ):


ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ. κ. Κυριάκος Βελόπουλος έχει το λόγο.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Παναγιωτόπουλε, ήθελα να σας χειροκροτήσω και εγώ, πιστέψτε με. Ο λόγος σας ήταν εκπληκτικός. Αφού μπερδεύτηκα, νόμιζα ότι μιλούσε εκπρόσωπος του ΛΑ.Ο.Σ.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Μήπως είστε εσείς Νεοδημοκράτης δεν ξέρω.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, εμείς είμαστε δεξιοί. Εσείς είστε κεντροδεξιοί. Αλλά θα σας πω και το εξής, για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, γιατί η μνήμη σας είναι πλημμελής. Κατηγορείτε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για τις επιλογές στο χώρο της παιδείας από το 1981 και μετά. Θα σας υπενθυμίσω κάτι για τη γλώσσα, κύριε Παναγιωτόπουλε.
Το 1978 επί Ράλλη σε ένα βράδυ επιβάλατε φασιστικά, αν θέλετε, στις 12.30' το βράδυ, το μονοτονικό. Από εκεί ξεκίνησε το έγκλημα της γλώσσας.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Λάθος μας. Το λέω εγώ.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Χαίρομαι που το παραδέχεστε. Είναι μεγάλη τιμή σε έναν πολιτικό άνδρα να παραδέχεται τα λάθη.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ήταν επιπόλαιη γλωσσική μεταρρύθμιση του ’80 και την πλήρωσε ο ελληνικός λαός.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω και το εξής. Εκείνο το βράδυ έγινε και η μείωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Η λεξιπενία, αν θέλετε…
ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και το λέω με πλήρη γνώση της ευθύνης.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Χαίρομαι γι’ αυτό.

 

Το πρώτο σκέλος της συζήτησης που θυμίζει την παλιά πολιτική διαφήμιση «Μήπως είσαι Κοδησό και δεν το ξέρεις;», εμπίπτει ασφαλώς στην αρμοδιότητα της Ελληνοφρένειας και δεν αποκλείω να το δούμε τις επόμενες μέρες εκεί. Εγώ θα σταθώ στο δεύτερο σκέλος, από τη φράση που έχω υπογραμμίσει και μετά, που θυμίζει κάτι από ταγκό ή ίσως από μπάσκετ –για να είναι στο κλίμα των ημερών με το προολυμπιακό τουρνουά. Ασίστ ο Παναγιωτόπουλος, κάρφωμα ο Βελόπουλος, με εντυπωσιακό συντονισμό και αρμονία κινήσεων, σαν καλοκουρδισμένο ρολόι.

 

Τη φρασούλα του Βελόπουλου την έχω υπογραμμίσει επειδή αποτελεί μνημείο βάναυσης περιφρόνησης της αλήθειας. Ακόμα και για έναν πολιτικό, είναι δύσκολο να συμπυκνώσει σε τόσο λίγες λέξεις τόσο πολλά λάθη, ανακρίβειες και ψέματα –όμως ο κ. Βελόπουλος το κατάφερε. Να τα πάρουμε με τη σειρά.

 

Το μονοτονικό δεν «επιβλήθηκε» (διάβαζε: καθιερώθηκε) από τη Νέα Δημοκρατία αλλά από το ΠΑΣΟΚ· δεν καθιερώθηκε το 1978 αλλά το 1982· δεν καθιερώθηκε «επί Ράλλη» αλλά επί Βερυβάκη (αν εννοούμε τον αρμόδιο υπουργό) ή επί Ανδρέα Παπανδρέου (που ήταν πρωθυπουργός). Ο Βελόπουλος εδώ μπερδεύει την καθιέρωση του μονοτονικού με τη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 η οποία καθιέρωσε τη δημοτική στην εκπαίδευση και η οποία πράγματι έγινε με υπουργό Παιδείας τον Γ. Ράλλη. Να σημειώσουμε επίσης πως ο Βελόπουλος με περισσή άνεση χαρακτηρίζει «φασιστική» την καθιέρωση του μονοτονικού, χωρίς  να φοβάται μην πέσει φωτιά από τον ουρανό. Κατά τον Βελόπουλο, που αν τον χαρακτηρίσεις φασίστα ή έστω ακροδεξιό θα σου κάνει μήνυση, είναι φασιστικό μια πρόσφατα εκλεγμένη κυβέρνηση, όπως ήταν το Πασόκ τον Ιανουάριο του 1982, που διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, να εισάγει στη Βουλή μια μεταρρύθμιση η οποία έχει τη συναίνεση και της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης και που αποτελεί ώριμο αίτημα της κοινωνίας, αφού έχει προηγηθεί συζήτηση με τους αρμόδιους φορείς!

 

Όμως, το πιο εντυπωσιακό είναι πως ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο αρμόδιος υπουργός, αντί να διορθώσει το χοντρό λάθος του Βελόπουλου και να αποποιηθεί τις ευθύνες, σπεύδει να ζητήσει συγνώμη για ένα λάθος που δεν είναι λάθος αφενός και που δεν το διέπραξε η παράταξή του αφετέρου! Διότι, βέβαια, δεν καθιέρωσε η Νέα Δημοκρατία το μονοτονικό και μάλιστα στη σχετική συζήτηση ( τις λεπτομέρειες μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ) αποχώρησε από την ψηφοφορία, παρόλο που ο τότε κοινοβουλευτικός της εκπρόσωπος, ο Κ. Μητσοτάκης, δήλωσε τρεις φορές ότι το κόμμα του δεν διαφωνεί επί της ουσίας με το μονοτονικό. Για την ιστορία, πάντως, «γλωσσική μεταρρύθμιση του ’80» δεν έγινε ποτέ, παρά μόνο στο μυαλό του κ. υπουργού.

 

Το θέμα δεν είναι ότι δύο πολιτικοί δεν θυμούνται ακριβώς μια χρονολογία· είναι ότι έχουν στο μυαλό τους εντελώς παραμορφωμένη εικόνα για σοβαρά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας, που συνέβησαν μάλιστα μπροστά στα μάτια τους, κι όμως, παρά την αβυσσαλέα τους ασχετοσύνη θεωρούν πως μπορούν (με «πλήρη γνώση της ευθύνης») να αποφαίνονται για θέματα γλωσσικής πολιτικής, για το αν υπάρχει λεξιπενία και ποιες είναι οι αιτίες της. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι και οι δυο τους είναι αντάξιοι του καθ’ ύλην αρμόδιου, του υπουργού Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη, του ετυμόλογου υπουργού που ρέει μέσα στο έντερο!

 

 

Υ.Γ.

Όσοι υπομονετικοί διαβάσουν τα πλήρη πρακτικά της συζήτησης στη Βουλή, θα ανακαλύψουν κάμποσα ενδιαφέροντα στοιχεία. Τις ασυνταξίες, του τύπου «Αυτοί οι Σκοπιανοί, οι ρακένδυτοι, αγοράζουν πανεπιστήμια, τους οποίους εμείς ταΐζουμε» (Βελόπουλος έφα), ας τις χρεώσουν στον προφορικό λόγο. Βέβαια, αν κάποιος νέος σήμερα έλεγε κάτι παρόμοια ασύντακτο, ο Βελόπουλος και οι περί αυτόν θα έσκιζαν τα ρούχα τους κραυγάζοντας για μονοτονικό και λεξιπενία!

 

 

 

 

Επιστροφή στο Μονοτονικό
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu