Για το βιβλίο «Ο δαίμων του τυπογραφείου» του Ηρακλή Κακαβάνη

(διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, την Κυριακή 1 Ιουνίου 2008 στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ).

 

 

Όταν μου πρότεινε ο φίλος Γιώργος Πετρόπουλος να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του Ηρακλή Κακαβάνη, που δεν τον ήξερα, φάνηκα λιγάκι επιφυλακτικός, πρέπει να το ομολογήσω, διότι σκέφτηκα, «τι να σας πω, εγώ ο παρείσακτος, σε σας τους ανθρώπους του δημοσιογραφικού σιναφιού». Ύστερα όμως διάβασα το βιβλίο και είδα ότι ενδιαφέρει κάθε επαγγελματία γραφιά· είδα επίσης ότι είναι ένα βιβλίο που ξεχωρίζει. Και ξεχωρίζει, καταρχήν ή καταρχάς αν επιμένετε, για το θέμα του αφού, απ’ όσο ξέρω, είναι το πρώτο βιβλίο που ασχολείται με τον δαίμονα του τυπογραφείου στην εποχή μας. Αλλά δεν ξεχωρίζει μόνο γι’ αυτό.

 

Από μια άποψη, τον Ηρακλή τον Κακαβάνη τον ζηλεύω, γιατί κατάφερε να κάνει βιβλίο την… επαγγελματική του ασθένεια. Φαντάζομαι ότι κάποιος που είναι επαγγελματίας διορθωτής θα δυσκολεύεται να διαβάσει ένα βιβλίο ή και την καθημερινή του εφημερίδα και να την απολαύσει: το μάτι του ψάχνει τα λάθη. Τουλάχιστον κάτι ανάλογο έχω πάθει εγώ, που είμαι επαγγελματίας μεταφραστής –κι όποτε διαβάζω μεταφρασμένο βιβλίο ή άρθρο στην εφημερίδα πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται (και να ελέγχει) τη μετάφραση. Στις ιστοσελίδες μου έχω καθιερώσει μια ενότητα «Μεταφραστικές γκρίνιες» για να δίνω διέξοδο στην αγανάκτηση που με πιάνει όταν βλέπω μαργαριτάρια. Ε, το ίδιο πράγμα ο Κακαβάνης το έκανε καλύτερα, αφού έβγαλε βιβλίο!

 

Στα σοβαρά όμως, το βιβλίο «Ο δαίμων του τυπογραφείου» είναι καρπός πολύχρονης έρευνας. Είναι σχεδόν μια διδακτορική διατριβή πάνω στο επάγγελμα του διορθωτή και στο θέμα του τυπογραφικού λάθους. Εντάξει, ένα κανονικό διδακτορικό θα ήταν ίσως λιγάκι πιο αυστηρό επιστημονικά –αλλά, εδώ που τα λέμε, και πιο βαρετό σαν ανάγνωσμα. Ο Κακαβάνης δεν έχει μόνο αξιοποιήσει τα (όχι πολλά, είναι η αλήθεια) βιβλία που υπάρχουν για το επάγγελμα του διορθωτή, αλλά έχει κάνει και εκτεταμένη πρωτογενή έρευνα στις πηγές, δηλαδή στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στα βιβλία, και μάλιστα σε όλη την έκταση των πηγών, από τα ικνουνάμπουλα του 16ου αιώνα έως τις χτεσινές ιστοσελίδες. Φανταστείτε πόσα φύλλα πρέπει να έχεις ξεφυλλίσει για να δεις τον λαθεμένο τίτλο ΙΤΑΛΙΚΟΝ ΑΤΜΟΠΝΟΙΟΝ  (σ. 123) ή πόσο καλή μνήμη πρέπει να έχεις για να θυμάσαι το πρωτοσέλιδο ΒΟΒΜΑ ΤΣΟΒΟΛΑ (σ. 137) προ εικοσαετίας.

 

Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να εξαρθεί είναι ότι ο Κακαβάνης ξεκινάει την ανασκόπησή του από τις απαρχές, από τις πρώτες στιγμές της παραγωγής βιβλίων, άρα και της διόρθωσης. Ίσως η αρχαιότερη οδηγία προς διορθωτή που έχει διασωθεί να βρίσκεται στην επιστολή του Κικέρωνα προς τον Αττικό, όπου ο Κικέρωνας ο οποίος από λάθος είχε αποδώσει έναν στίχο του Αριστοφάνη στον Εύπολη, ζητάει  από τον φίλο του να κάνει την απαραίτητη διόρθωση όχι μόνο στο δικό του αντίτυπο αλλά και σε όσα άλλα κυκλοφορούν στους librarii (σ. 27). Μαθαίνουμε έπειτα την κατακραυγή που ξεσηκώθηκε από τους αντιγραφείς όταν εμφανίστηκε η εφεύρεση του Γουτεμβέργιου (σ. 35), που μέχρι και για μαγεία τον κατάγγειλαν. Όμως, τα πρώτα τυπωμένα βιβλία ήταν γεμάτα λάθη –χαρακτηριστικά, βλέπουμε στη σελίδα 37 ότι τα παροράματα ενός βιβλίου έπιασαν 111 σελίδες! Και κάπως έτσι γεννήθηκε ο δαίμων του τυπογραφείου· βλέπετε, όταν κοτζάμ Πάπας κάθεται και διορθώνει ο ίδιος τη Βουλγκάτα και ταυτόχρονα απειλεί τους άλλους εκδότες με αφορισμό αν την εκδώσουν με λάθη, και τελικά κυκλοφορεί  το βιβλίο του Πάπα γεμάτο λάθη, τότε το «αλάθητο» κλονίζεται. Κι έτσι δημιουργείται, επιστρατεύεται αν θέλετε, ο «δαίμων του τυπογραφείου» για να μπαλώσει το γόητρο του αλάθητου. Τα εξηγεί όλα αυτά πολύ γουστόζικα ο Κακαβάνης στη σελ. 39 του βιβλίου, όπως πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η υπόλοιπη εξιστόρηση, αλλά εγώ θα ξεχωρίσω το κομμάτι εκείνο που αφορά τα ελληνικά βιβλία, και το παράπονο του Καισάριου Δαπόντε, που του έκαναν το βιβλίο αγνώριστο οι τυπογράφοι:

 

τους στίχους μετατόπισαν απ’ τον δικόν τους τόπον

εις άλλον, εις ανάρμοστον μ’ ασυμφωνίας τρόπον

τα δάκτυλα (για να ειπώ έτζι) τα των χερίων

τα’ βγαλαν και τα έβαλαν εις τα των ποδαρίων

και τέρας το αροίζικο, τέρας επ’ αληθείας

τόκαμαν το βιβλίον μου εκ της αστοχασίας.

 

Είχαν όμως ένα σοβαρό ελαφρυντικό οι έλληνες εκδότες, ότι δούλευαν στην αλλοδαπή και πολλές φορές οι τεχνίτες ήταν ξένοι, που δεν γνώριζαν τα ελληνικά. Ίσως γι’ αυτό, δεν κατηγορούν τον δαίμονα, αλλά με αρκετή σεμνότητα ζητούν την επιείκεια του αναγνώστη: Περί δε ετέρων παροραμάτων, είη μη ο αναγνώστης μη βαρύς δικαστής (σ. 62) Πράγματι, μαθαίνουμε από τον Κακαβάνη ότι ο δαίμων του τυπογραφείου άργησε να… εξελληνισθεί, δηλ. ότι μόλις τον 19ο αιώνα άρχισαν να τον επικαλούνται οι έλληνες εκδότες. Όσο για το αξιοπερίεργο, πώς είναι δυνατόν κάποιος να στοιχειοθετεί ελληνικό κείμενο χωρίς να ξέρει τη γλώσσα, ούτε και το αλφάβητο, θα μας φανεί λιγότερο παράδοξο αν σκεφτούμε ότι η πληκτρολόγηση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που περιέχονται στον δίσκο TLG έγινε από Κινέζους!

 

Υπάρχει άραγε βιβλίο που να τυπώθηκε χωρίς κανένα τυπογραφικό λάθος; Υπάρχει, λέει ο Κακαβάνης (σ. 70)· ή μάλλον δεν το λέει ο Κακαβάνης, ο Δημητράκος το λέει, διότι, όσο κι αν αυτό ακούγεται απίστευτο, το βιβλίο που διεκδικεί τον τίτλο του αλάνθαστου δεν είναι ούτε κάποια εγκύκλιος του Πάπα, ο οποίος το αλάθητο το έχει κατοχυρώσει ως επαγγελματική αποκλειστικότητα, ούτε κανένα ισχνό τομίδιο των τριών τυπογραφικών, αλλά κοτζάμ πολύτομο (και πολύτιμο) λεξικό 8.360 σελίδων, το κλασικό Λεξικό του Δημητράκου. Θα μου πείτε, απίστευτο, κι εγώ το ίδιο είπα στην αρχή, απίστευτο και κυρίως αναπόδεικτο. Κι όμως όταν το καλοσκέφτηκα, είδα πως υπάρχει μια ατράνταχτη απόδειξη: ότι ο Δημητράκος αυτόν τον ισχυρισμό τον επρόβαλε ήδη και με επιμονή τότε που βγήκε το Λεξικό του, οπότε, λέω, όλ’ αυτά τα χρόνια, αν υπήρχαν πολλά ή έστω και λίγα λάθη, δεν μπορεί, όλο και κάποιο θα είχε βγει στην επιφάνεια –τουλάχιστον στην περίπτωση του Λεξικού Μπαμπινιώτη, όταν καταλάγιασε ο θόρυβος από τους βούλγαρους άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια τα πάμπολλα λάθη του.

 

Το βιβλίο του Κακαβάνη είναι πολύτιμο επειδή ασχολείται και ξεσκεπάζει όλα τα πρόσωπα του δαίμονα, και κάποια παλιά και παρωχημένα (αν και ίσως δεν πρέπει να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη γιατί θα έρθει το Υπουργείο να την ερμηνέψει και ο Καρατζαφέρης να τη μεταφράσει στα τούρκικα) αλλά και κάποια εντελώς καινούργια που δεν τα ’χουν όλοι συνειδητοποιήσει. Λογουχάρη, ένα σωρό λάθη γεννιούνται από τον αυτόματο έλεγχο ορθογραφίας που έχει το κάθε πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, το σπελ τσέκερ. Το σπελ τσέκερ είναι πολύ καλό και πολύ χρήσιμο πράγμα, δώρο του Θεού θα έλεγα, ιδίως για όσους γράφουν σε ξένη γλώσσα· προσωπικά, με έχει σώσει όταν γράφω στα γαλλικά και δεν έχω να σπάω το κεφάλι μου για το πού μπαίνει η αξάντ αιγκύ. Όμως, το σπελ τσέκερ από δώρο του Θεού γίνεται σύνεργο του Διαβόλου, όταν βασιστείς υπερβολικά πάνω του, όταν το αφήσεις να κάνει εκείνο και τη δουλειά τη δική σου, όχι μόνο τη δικιά του. Μάλιστα, αναδημοσιεύει ο Κακαβάνης (87) τη γνώμη ενός κριτικού, ότι «μη νομίζετε πως επειδή περάσατε το κείμενο από ηλεκτρονικό ορθογράφο τελειώσατε». Και δυστυχώς την εποχή της πάση θυσία εξοικονόμησης μισθωτού δυναμικού, όταν χίλιες απολύσεις σημαίνουν εκτίναξη της μετοχής της εταιρείας στο χρηματιστήριο, ο πειρασμός να τα αφήσουμε όλα στους υπολογιστές είναι μεγάλος. Και τέτοια επεισόδια συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τον Οκτώβριο του 2003, το CNN δημοσίευσε ανταπόκριση από Αθήνα, ήταν βλέπετε τότε οι Ολυμπιακοί αγώνες που είχαν μπει στην τελική ευθεία, και πέρασαν το άρθρο από τον αυτόματο ελεγκτή ορθογραφίας χωρίς να το ξαναδεί ανθρώπου μάτι (ή αν το είδε...) Αποτέλεσμα; Όλα τα ελληνικά επώνυμα έγιναν αγγλικές λέξεις, όπως Costa Summit, Gorges Florid (ροδοκόκκινος, Φλωρίδης) και το αχτύπητο Christ Protoplast (Κράιστ Πρότοπλαστ, δηλαδή Χριστός Πρωτόπλαστος, ο Χρήστος Πρωτόπαπας!!!).

 

Ένα άλλο ύπουλο τυπογραφικό λάθος που μόνο στις μέρες μας είναι δυνατό να εμφανιστεί, είναι το λάθος που προκύπτει από την ολική αντικατάσταση μιας λέξης.  Θα φέρω κι ένα άλλο παράδειγμα, από τα καθ’ ημάς. Σε ένα βιβλίο που είχε άφθονα αρχαία χωρία μέσα, κάποιος έδωσε αστόχαστα την εντολή «search and replace all» και αντικατέστησε παντού όλες τις λέξεις «δε» με «δεν». Και βέβαια, σε όλα τα αρχαία χωρία το μόριο «δε», όχι το αρνητικό που δεν υπήρχε τότε, αλλά το άλλο, αντικαταστάθηκε και έγινε, παντού, δεν –και επειδή το κείμενο δεν το ξανάδε ανθρώπου μάτι, τυπώθηκε έτσι. Πώς έτσι; Αντιγράφω κανα-δυο σημεία για να πάρετε μια ιδέα: Παμφίλω δεν τινί προσφωνεί το βιβλίον. (...) Λέγει δεν ότι το μέγεθος έχει ο ήλιος δύο κλιμάτων». Και δυστυχώς δεν είναι το μοναδικό κρούσμα. Σε άλλο βιβλίο, άλλου εκδοτικού οίκου, ο σκοτσέζος πολέμαρχος Ρόμπερτ Δε Μπρους φιγουράρει, εντελώς σουρεαλιστικά, ως Ρόμπερτ δεν Μπρους.

 

Το βιβλίο απαθανατίζει μερικά από τα πιο διασκεδαστικά κατορθώματα του δαίμονα, τα καλύτερα όλων των εποχών· βέβαια, το ποιο είναι το καλύτερο, το πιο γουστόζικο, αυτό είναι υποκειμενική κρίση. Εγώ πάντως θα διάλεγα το επεισόδιο με το ποίημα «Τι μ’ ωφελούν τα μάτια μου», κάτω από το οποίο τυπώθηκε η εντολή προς τον διορθωτή «Βγάλτα». Πρόκειται για γεγονός διασταυρωμένο όσο κι αν έχει περάσει στο φολκλόρ του σιναφιού κι έτσι κυκλοφορεί και με άλλες παραλλαγές. Ένα παρόμοιο επεισόδιο, που δεν το μνημονεύει ο Κακαβάνης ίσως επειδή δεν είναι αληθινό αλλά απλώς καλοειπωμένο, είναι εκείνο με τον υπουργό που τον πίεζε ο κομματάρχης του για ρουσφέτι κι αυτός σημείωσε κάτω από το νομοσχέδιο «και ό,τι άλλο θέλει ο κύριος Αντωνόπουλος» -και, λέει ο μύθος, τυπώθηκε έτσι στο ΦΕΚ. Και για να αναφέρω κι ένα σκαμπρόζικο παράδειγμα, κάποτε σε μια προκήρυξη διαγωνισμού για ένα δημόσιο έργο, ένα από τα κριτήρια για την ανάθεση της σύμβασης ήταν και οι πίνακες προμετρήσεων. Μόνο που το Ρ γειτονεύει στο πληκτρολόγιο με το Ε, κι έτσι το δεύτερο γράμμα της λέξης τυπώθηκε Ε…

 

Για να γυρίσουμε στο κακοποιημένο ποίημα, στο βιβλίο υπάρχει μια ολόσωστη γνώμη του Παλαμά, ο οποίος προφανώς ήταν παθός, ότι ο πεζός λόγος είναι «βαρύτερος, δυνατότερος, ποικιλότερος, περισσότερο παχύδερμος» (σ. 76) κι έτσι αντιστέκεται περισσότερο στα τυπογραφικά λάθη –ενώ η ποίηση, θηλυκιά και ευπαθής, πληγώνεται θανάσιμα από τα τυπογραφικά μαχαιρώματα. Και άλλες θρυλικές ιστορίες από την ελληνική πιάτσα μαθαίνουμε, σαν τον παροραματομάχο γυμνασιάρχη Πετρή, ο οποίος ήταν απηνής διώκτης του Δαίμονα και ούτε νι δεν άφηνε να ξεφύγει από τα άρθρα του –και, μοιραία, ο Δαίμονας τον εκδικήθηκε στην αγγελία του θανάτου του μια και δημοσιεύτηκε Πατρής –κι έτσι μάθαμε πως δεν υπάρχει επικοινωνία με τον άλλο κόσμο, διότι αλλιώς θα ερχόταν συστημένη η ειδοποίηση: Αντί Πατρής γράφε Πετρής.

 

Για τις πολυποίκιλες εμφανίσεις του Δαίμονα στις ελληνικές εφημερίδες, ο Κακαβάνης είναι εξίσου αναλυτικός –αλλά εγώ στην παρουσίασή μου αυτό το δεύτερο μισό του βιβλίου του θα το προσπεράσω γρήγορα διότι σκέφτομαι πως είναι θράσος εν μέσω τόσων δημοσιογράφων να επιχειρήσω να σας δείξω πού ακριβώς βρίσκονται τ’ αμπελοχώραφά σας.

 

Μερικές γενικές παρατηρήσεις. Τον Κακαβάνη τον ξέρω ελάχιστα, πρέπει όμως να είναι σεμνός άνθρωπος. Το βιβλίο του πάντως είναι σεμνό βιβλίο. Ο συγγραφέας ελάχιστα προβάλλει τις απόψεις του και την προσωπικότητά του –θα έλεγε κανείς ότι, σαν διορθωτής, επιδιώκει να μείνει στην αφάνεια, αν και τη μία και μοναδική φορά που χρησιμοποιεί το «εγώ» είναι για να παραδεχτεί κάποιο διορθωτικό του λάθος (σ. 146)! Είναι όμως γενναιόδωρος με τους άλλους κι έτσι φιλοξενεί στις σελίδες του ολόκληρα άρθρα παλιών μαστόρων, σαν του Παλαμά για το οποίο ήδη είπαμε ή του Νιρβάνα ή του Κονδυλάκη που παραπονιέται ότι ο δαίμων τον έβαλε να λέει: «και δικαίως με παρέσυρεν σκαιώς το πλήθος» (αντί δεκάκις, σ. 94) Παραχωρεί επίσης τις σελίδες του στον Πρύτανη της μαχόμενης δημοσιογραφίας τον Νίκο Καραντηνό, στον παλαίμαχο διορθωτή Πέτρο Κυπριωτέλη, σε νεότερους δαιμονοπαθείς σαν τον φίλο Παντελή Μπουκάλα.

 

Ο συγγραφέας όχι μόνο παρουσιάζει μερικά βασικά ‘θεωρήματα’ της διόρθωσης αλλά και τα εξηγεί· για παράδειγμα, εξηγεί πού οφείλεται το φαινομενικά παράδοξο ότι αν δώσεις πολύ ευανάγνωστα χειρόγραφα κινδυνεύεις να έχει περισσότερα λάθη το τυπωμένο κείμενο. Ή, για ποιο λόγο έχει αλλάξει ο χαρακτήρας των τυπογραφικών λαθών στην εποχή της φωτοσύνθεσης ή πώς η «φωτογραφική» ανάγνωση αφήνει τα λάθη να περνάνε.

 

Αν υπάρχει ένα σημείο που δεν το καλύπτει το βιβλίο του Κακαβάνη –και που το έθιξε στη δική του ομιλία ο προλαλήσας Παντελής Μπουκάλας που έκανε λόγο για «μάχη λεξικών», είναι το ποιο λεξικό θα διαλέξει ο εκδοτικός οίκος ή η εφημερίδα για να το έχει σαν μπούσουλα για τις διορθώσεις, και αν θα το ακολουθεί απαρέγκλιτα, χωρίς εξαιρέσεις. Βέβαια, και ένα λεξικό να διαλέξεις, μπορεί να υπάρχουν ασυμφωνίες από τη μια έκδοση στην άλλη· λογουχάρη, το λεξικό Μπαμπινιώτη στη μία έκδοση γράφει «μαντίλι» αλλά στην επόμενη «μαντήλι» -φαντάζομαι πολλές σουρεαλιστικές καταστάσεις μπορεί να δημιουργηθούν σε μια εφημερίδα όταν διορθωτής και συντάκτης θα επικαλούνται κι οι δυο το ίδιο λεξικό αλλά διαφορετική έκδοσή του!

 

Και ποια είναι η ανταμοιβή του διορθωτή; Όπως λέει μια θαυμάσια φράση από το βιβλίο, αν ο διορθωτής κάνει καλά τη δουλειά του, θα εξασφαλίσει μια θέση στο πάνθεον της ασημότητας (σ. 20). Μ’ άλλα λόγια, αν ο διορθωτής αποκτήσει φήμη, μόνο αρνητική μπορεί να είναι. Κι όταν συμβεί το χοντρό λάθος, όπως λέει ο Ν. Καραντηνός, τότε είναι ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί τον δύστυχο τον διορθωτή –ακόμα και την αποζημίωσή του την εισπράττει δι’ αντιπροσώπου από το λογιστήριο.

 

Βέβαια, αυτό είναι υπερβολή. Μάλιστα, πολλές φορές το λάθος που φαίνεται στον συγγραφέα ολέθριο, κανείς αναγνώστης δεν το αντιλαμβάνεται. Έχει ένα σχετικό παράδειγμα ο Κακαβάνης στο βιβλίο του (σ. 93) από χρονογράφημα του Κονδυλάκη, για ένα νεαρό κριτικό λογοτεχνίας του οποίου το πρώτο άρθρο τυπώθηκε με ένα σοβαρό τυπογραφικό λάθος κι αυτός αισθάνθηκε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου –και τελικά διαπίστωσε πως κανείς αναγνώστης δεν το πήρε είδηση. Από την προσωπική μου πείρα, πριν από 20 και βάλε χρόνια συμμετείχα στο περιοδικό ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, που το έβγαζε, να μην ξεχνάμε, ένας διορθωτής, ο αείμνηστος Αντώνης Στεμνής. Σε ένα αφιέρωμα στους Ούγγρους πεζογράφους, από λάθος μπήκε κι ένα κείμενο του Κουρτ Τουχόλσκι, του γερμανού αντιφασίστα διανοούμενου. Θυμάμαι τότε είχα θεωρήσει πως το λάθος μας ήταν εγκληματικό και πως γίναμε ρεζίλι –και φυσικά κανείς αναγνώστης δεν φάνηκε να το πρόσεξε. Όσο για την αξία της δουλειάς του διορθωτή, έχει ο Κακαβάνης μια πολύ αξιοπρεπή απάντηση ενός παλιού διορθωτή προς τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας που, με αφορμή κάποιο λάθος, τούς ψέλνει τον αναβαλλόμενο: ας κυκλοφορήσει ένα φύλλο χωρίς διορθώσεις… και βλέπουμε, λέει με καμάρι ο παλαίμαχος διορθωτής που ξέρει την αξία της δουλειάς του.

 

Θα μου πείτε: ο Κακαβάνης δεν είναι απλώς διορθωτής, είναι διορθωτής του Ριζοσπάστη. Ο Ριζοσπάστης δεν είναι τυχαία εφημερίδα, είναι όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πού φαίνεται αυτό; Όπως και πριν, ούτε σ’ αυτό το θέμα θα επεκταθώ, διότι υπάρχουν άλλοι πολύ αρμοδιότεροι από εμένα. Σαν αναγνώστης όμως, παρατηρώ ότι το βιβλίο έχει ιδεολογική τοποθέτηση, που φαίνεται, ας πούμε, ολοκάθαρα στον επίλογο, στην ανάλυση για τη σχέση μεταξύ εθνικισμού και γλωσσικής κινδυνολογίας, στην καταγγελία της παραμόρφωσης των εννοιών από την άρχουσα τάξη ή στην επισήμανση για τη δήθεν ουδέτερη περιγραφή των φαινομένων.

 

Και στο κάτω-κάτω, η γλώσσα είναι κομμουνιστική, διότι είναι συλλογική παραγωγή και εξαρτάται από όλους και από κανέναν συγκεκριμένα. Οπότε ταιριάζει, σκέφτομαι, που έγραψε γι’ αυτήν, και τόσο καλά μάλιστα, ένας κομμουνιστής.

 

Σας ευχαριστώ.

 




Επιστροφή στα Άλλα κείμενα