Ο κίνδυνος ελλοχεύει πάντα δυο φορές

 

Τη λέξη ελλοχεύω δεν τη συμπαθώ, θα το ομολογήσω· οπότε, ίσως αυτά που γράφω πιο κάτω, να έχουν επηρεαστεί από τη μεροληψία μου. Τώρα που εξομολογήθηκα την αμαρτία μου, ας συνεχίσω. Λοιπόν, το ελλοχεύω, δεν το συμπαθώ για δυο λόγους· ο πρώτος γλωσσικός, ο δεύτερος πολιτικός. Γλωσσικά, το ελλοχεύω έχει γίνει κλισέ, και τα κλισέ προσπαθώ να τα αποφεύγω. Πολιτικά, η λέξη φέρνει στο μυαλό μου εμφυλιοπολεμική προπαγάνδα, που μιλούσε για τον «ελλοχεύοντα» κουμουνισμό. Κατά σύμπτωση, ανοίγω την αξεπέραστη «Αληλογραφεία με τον Κόστα» του Μποστ και πέφτω πάνω σ’ ένα απόσπασμα που παρουσιάζει τον Κόστα (δηλ. τον γέρο Καραμανλή, το 1963) να παραπονιέται για τις συκοφαντίες «της ελοχέβων ΕΔΑ».

 

Ωστόσο, όταν έπαψε ο κομμουνισμός να ελλοχεύει, τα τελευταία χρόνια, άρχισαν να ελλοχεύουν οι κίνδυνοι. Και η συχνότητα της αντιπαθητικής λέξης έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Όσο κι αν οι λογαριασμοί που κάνω σηκώνουν μπόλικο νερό, είναι θαρρώ ενδεικτικοί. Έψαξα στα σώματα εφημερίδων που έχει σε ηλεκτρονική μορφή η Βιβλιοθήκη της Βουλής. Σε 23 χρόνια κυκλοφορίας της εφημερίδας Ελευθερία βρίσκω μόνο 59 ανευρέσεις του «ελλοχεύω». Περισσότερες βρίσκω στο «Εμπρός», που είχε πολύ πιο μακρά περίοδο έκδοσης (1895-1969), 112 ανευρέσεις, οι πιο πολλές μεταπολεμικές (ίσως παίζει ρόλο και ο προσανατολισμός του εντύπου· στο δεξιότερο Εμπρός, ο κουμουνισμός ελλόχευε συχνότερα). Λιγότερες (34) στο Σκριπ, που κυρίως εκδιδόταν προπολεμικά. Αντίθετα, στην σημερινή Ελευθεροτυπία, σε λίγα μόνο χρόνια έκδοσης, από το 2004 έως το 2008, βρίσκω 500 (!) εμφανίσεις του ελλοχεύω και των παραφυάδων του.

 

Παναπεί, σήμερα ελλοχεύουμε πολύ περισσότερο, ίσως επειδή το κλισέ βολεύει γιατί μας γλιτώνει από την ανάγκη να σκεφτούμε, ίσως κιόλας επειδή υποκύπτουμε στη γοητεία της τρισχιλιετούς και θέλουμε ντε και καλά να βαφτιστούμε στα νάματα.

 

Βέβαια, η λέξη ελλοχεύω δεν είναι αυθεντική αρχαία, αλλά έχει ξαδερφάκια της στα αρχαία ελληνικά. Οι αρχαίοι έλεγαν ελλοχώ και σήμαινε το ίδιο, παραμονεύω, έχω στήσει καραούλι, αλλά τη χρησιμοποιούσαν όχι μεταφορικά παρά κυριολεκτικά. Λέξη στρατιωτική δηλαδή, των παλιών πολέμων. Η ρίζα είναι λοχ- και από εκεί είναι κι ο λόχος, όπου λόχος αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε το μέρος στο οποίο κρυβόταν και ενέδρευε το απόσπασμα των στρατιωτών και από εκεί σιγά-σιγά λόχος ονομάστηκε η ίδια η στρατιωτική μονάδα. Για να πάμε λίγο πιο πίσω, υπάρχει το παλιό ρήμα λέχομαι, που θα πει ξαπλώνω. Λέκτρον είναι στον Όμηρο το κρεβάτι και από εκεί, θα το μαντέψατε, έχουμε τη λεχώ (λεχώνα σήμερα) κι όλες τις λέξεις που συνδέονται με τη λοχεία. Αλλά και λόχμη είναι αρχικά η φωλιά του θηράματος. Βλέπουμε πώς συνδέονται οι σημασίες όλων των λέξεων της οικογένειας.

 

Ή μάλλον σχεδόν όλων, γιατί κοντά σ’ όλες αυτές υπάρχει και μια λέξη που η σημασία της εξελίχθηκε, ο βωμολόχος, που αρχικά ήταν ο ζητιάνος που περίμενε κρυμμένος πλάι στους βωμούς για να κλέψει το κρέας που αφιερώναν οι πιστοί. Το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει μια σουρεαλιστική εξήγηση για την αλλαγή της σημασίας. Λέει ότι επειδή ήταν απρεπές ακόμα και να μιλά κανείς για την επονείδιστη πράξη του βωμολόχου, η λέξη συνδέθηκε με την αισχρολογία και τα υβριστικά λόγια· πιο λογικό μου φαίνεται να σκεφτούμε πως οι φουκαράδες αυτοί, οι βωμολόχοι, μερικές φορές γίνονταν αντιληπτοί και τότε ζητιάνευαν στα ίσια, παρακαλούσαν φορτικά να τους δώσουν τροφή, ήταν και λιγάκι παράσιτα και λιγάκι γλοιώδεις κόλακες και λιγάκι γελωτοποιοί, και επομένως χρησιμοποιούσαν χοντρά αστεία και αισχρολογίες για να κάνουν τους άλλους να γελάσουν ώστε τελικά να τους πετάξουν ένα κομμάτι φαΐ. Όλες αυτές οι σημασίες, του χαμερπή κόλακα, του παράσιτου, του χοντροκομμένου γελωτοποιού, του φλύαρου, υπάρχουν στα αρχαία κείμενα, όχι όμως σκέτη η καθαρή σημερινή του χυδαιολόγου. Για παράδειγμα, στο λεξικό του ο Ησύχιος ορίζει τη βωμολοχία ως «γένος κολακείας φορτικόν και γελωτοποιόν». Σήμερα απ’ όλες αυτές τις σημασίες έχει μείνει η αισχρολογία μόνο.

 

Αλλά να γυρίσουμε στους κινδύνους που ελλοχεύουν. Λέγαμε ότι σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται συχνά· πολύ συχνά· παραχρησιμοποιείται, θα έλεγα, έχει γίνει κλισέ που ορισμένοι γραφιάδες το συνδέουν παβλοφικά με τη λέξη κίνδυνος ή τη λέξη απειλή.

 

Όμως, όταν χρησιμοποιείτε το «ελλοχεύω», ο κίνδυνος ελλοχεύει δυο φορές. Ένας κίνδυνος με το ελλοχεύω, είναι η ελληνικούρα που πολλοί διαπράττουν, να γράψουν ξερωγώ ότι η κατάσταση ελλοχεύει κινδύνους ή ότι η σημερινή κοινωνία ελλοχεύει κινδύνους. Το σωστό είναι να πείτε εγκυμονεί κινδύνους, που κι αυτό βέβαια φθαρμένο είναι και κλισέ, αλλά τουλάχιστον είναι «σωστό». Εδώ που τα λέμε, κι αν πείτε ότι η κατάσταση κρύβει κινδύνους, κι αυτό καλό είναι και μάλλον καλύτερο από το πολυφορεμένο το ‘εγκυμονεί’.

 

Ο άλλος κίνδυνος, είναι ότι, όπως και να το κάνουμε, το ελλοχεύω δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σαν μαϊντανός για όλες τις χρήσεις. Το λεξικό ΛΚΝ λέει ότι η λέξη λέγεται «για κακό που κρύβεται, που υπάρχει σε λανθάνουσα κατάσταση αλλά είναι έτοιμο να εκδηλωθεί». Θέλω να πω, πείτε με ετυμολογιστάκο, αλλά όταν διαβάζω σε αγόρευση στο Κοινοβούλιο της Κύπρου ότι «ελλοχεύουν ορατοί και προφανείς κίνδυνοι» το βρίσκω οξύμωρο, διότι πώς κρύβονται αν είναι ολοφάνεροι; Ίσως δεν θα έπρεπε να επιμένω και τόσο εδωπέρα, γιατί η ετυμολογική διαφάνεια της λέξης έχει μειωθεί όσο και να πεις, όμως η χρήση, τουλάχιστον μέχρι προχτές, έπαιρνε υπόψη της τη διάσταση του κρυφού κακού που παραμονεύει, δεν νομίζω ότι έχει χαθεί ακόμα. Για να το τσεκάρω πάντως, ρώτησα και κάποιους άλλους ομοιοπαθείς, γραφιάδες δηλαδή, κι οι περισσότεροι συμφώνησαν πως θα τους ξένιζε το «ελλοχεύουν προφανείς κίνδυνοι», σαν να λέγαμε για κάποιον ότι «καραδοκεί όρθιος καταμεσής στην πλατεία» (το κοπιράιτ για την ωραία αναλογία το έχει ο ελλογιμότατος Νίκος Λίγγρης, στυλοβάτης του φόρουμ Λεξιλογία).

 

Λοιπόν, χωρίς να είναι καραμπινάτο λάθος, καλό είναι να κρατάμε το ελλοχεύω για τους κινδύνους που δεν φαίνονται αμέσως ή που δεν είναι άμεσοι. Αν οδηγείτε μεθυσμένος σε αυτοκίνητο με χαλασμένα φρένα, ο κίνδυνος ότι θα σπάσετε τα μούτρα σας δεν ελλοχεύει απλώς αλλά βρίσκεται πλάι σας, στη θέση του συνοδηγού.

 

Απ’ αυτή την άποψη, το βραβείο ελληνικούρας το παίρνει ένας δημοσιογράφος της Ημερησίας, ο οποίος τις προάλλες (1.11.2008) έγραψε πως κάποια λύση «θεωρείται δύσκολο να επιλεγεί καθώς ελλοχεύει προφανείς κινδύνους». Δύο σε ένα, δηλαδή, όπως λέμε και σαμπουάν και αφρόλουτρο. Και η λύση ελλοχεύει κινδύνους και δεν τους ελλοχεύει πολύ καλά, αφού είναι φανεροί!

 

 

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu