Εθνικοπαράφρονες και εθνικόφρονες –δυο λέξεις με παλιότερη και σύγχρονη ιστορία

 

Τη λέξη «εθνικοπαράφρων» δεν την έχουν τα λεξικά –και μάλλον δίκαια, διότι, παρά τα όσα είχαν διακηρύξει κάποιοι λόγιοι την εποχή της φασαρίας με το Λεξικό Μπαμπινιώτη, τα λεξικά δεν μπορούν και δεν πρέπει να καταγράφουν οποιαδήποτε λέξη είπε, έγραψε ή έπλασε ποτέ κάποιος ομιλητής της γλώσσας· το ανέφικτο αυτό καθήκον μόνο στους Θησαυρούς γλωσσών ανήκει, σαν τον TLG, τον Θησαυρό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που όντως φιλοδοξεί (και το έχει σχεδόν πετύχει) να καταγράψει όλες τις λέξεις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που έχουν διασωθεί –τον βοηθάει, βέβαια, το γεγονός ότι αρχαία ελληνικά δεν γράφονται πια.

 

Αλλά πλατειάζω. Έλεγα πως μάλλον δίκαια δεν την έχουν τη λέξη εθνικοπαράφρων τα λεξικά, γιατί είναι μια φτιαχτή λέξη, έμπνευση της στιγμής, που γεννήθηκε για τις ανάγκες της πολιτικής αντιπαράθεσης στα βουλευτικά έδρανα και μέσα από τις στήλες του Τύπου. Επίσης, είναι λέξη που χρωστάει την ύπαρξή της σε μιαν άλλη. Ενώ όμως άλλες τέτοιες εφήμερες λέξεις δεν πιάνουν και ξεχνιούνται, τούτη εδώ γνώρισε ήδη το δεκαπεντάλεπτο της δημοσιότητας που αναλογεί στον καθένα στην εποχή μας, κι έτσι επαναλαμβάνεται αριά και πού από τις στήλες των εφημερίδων.

 

Για παράδειγμα, τη λέξη τη συνάντησα τις προάλλες, στις 3 Σεπτεμβρίου, στη στήλη του Στάθη Σταυρόπουλου στην Ελευθεροτυπία. Εκεί, ο καλός σκιτσογράφος κατηγορεί την εφημερίδα Αυγή ότι συνηθίζει να στολίζει αριστερούς «με κοσμητικά όπως: λεβεντοπατριώτες, εθναμύντορες αριστερούς (ακόμα κι εθνικοπαράφρονες), βρίσκοντας τον «τάχα αντιιμπεριαλισμό τους», όπως τον προσδιορίζει, ακόμα και επικίνδυνο! (Επικίνδυνον για ποιους; για τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία;).»

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Στάθης ασχολείται με τον χαρακτηρισμό «εθνικοπαράφρονας»· πριν από μερικούς μήνες (στις 19.6.2008 αν δίνετε σημασία στη λεπτομέρεια) είχε κατηγορήσει τους «απολογητές της πολιτικής των Ανθυπάτων» ότι εγκαλούν όποιον διατυπώνει αντιρρήσεις στην πολιτική τους, «για φοβικόν, αντιαμερικανόν (δηλαδή εναντίον του Πολ Νιούμαν φέρ' ειπείν ή του Τζον Στάιμπεκ), εθνικιστή (αυτό πάει με όλα), φαιοκόκκινο, εθνικοπαράφρονα, παλαιοκομμουνιστή και βεβαίως βεβαίως (πώς να λείψει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή;) αντισημίτη!»

 

Ακόμα πιο παλιά (στις 2.11.2007), στον απόηχο της συζήτησης για το βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού, κάνοντας κριτική στον ΣΥΝ ότι «αιχμαλωτίζεται σε υστερίες για ήσσονος σημασίας θέματα και εμφανίζεται απών στα σοβαρά», ρωτούσε ρητορικά: Ακόμα κι αν κάνει λάθος κάποιος που συνδιαλέγεται με την Αριστερά (ποιος αλήθεια είναι αλάνθαστος) είναι δυνατόν να εισπράττει χαρακτηρισμούς και λοιδορίες; Όποιος δεν συμφωνεί με τον κ. Λιάκο είναι «ψυχωσικός»; Βγάλαμε «φαιοκόκκινο» τον κ. Δεσποτόπουλο, «εθνικοπαράφρονα» τον άλφα, «αριστερόν εθνικόφρονα» τον βήτα.

 

Θα σπεύσω να διευκρινίσω ότι αν και έχω διαφωνήσει ριζικά με τις απόψεις του Στάθη περί τα γλωσσικά, και έχω κατ’ επανάληψη γράψει σχετικά (π.χ. εδώ ή εδώ ή εδώ), με την ουσία των απόψεών του συνήθως συμφωνώ. Και δεν έχει καθόλου άδικο στο μεσαίο παράθεμα, όταν επισημαίνει ότι χαρακτηρισμοί όπως ‘αντιαμερικανός’ ή ‘αντισημίτης’ χρησιμοποιούνται από ορισμένους κύκλους συλλήβδην για να κατατρομοκρατήσουν και να φιμώσουν την οποιαδήποτε κριτική στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ ή στην πολιτική του κράτους του Ισραήλ. Άλλο όμως αυτό, κι άλλο η λέξη «εθνικοπαράφρων», διότι η λέξη «εθνικοπαράφρων», αν και φτιαχτή, έχει τη δικιά της ιστορία, ιστορία που ελπίζω να αγνοεί ο Στάθης.

 

Άλφα ίσον Βελόπουλος

 

Είπα πιο πάνω πως η λέξη «εθνικοπαράφρων» γεννήθηκε σαν έμπνευση της στιγμής, για τις ανάγκες της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αλλά, ας δούμε την πρόσφατη ιστορία της. Τον καιρό που είχε οξυνθεί η αντιπαράθεση για τις ταυτότητες, διοργανώθηκαν στην πολύπαθη Θεσσαλονίκη δύο διαδηλώσεις εναντίον της απόφασης της κυβέρνησης να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες, η μία από τη Χρυσή Αυγή και η άλλη από μια νεόκοπη «Επιτροπή Αγώνα για την Ιστορική Μνήμη». Σχολιάζοντας τις διαδηλώσεις, η εφημερίδα Αυγή (σε δημοσίευμα τον Ιούνιο του 2000) χαρακτήρισε «γνωστό εθνικοπαράφρονα» έναν από τους ιθύνοντες της επιτροπής αυτής, τον Κυριάκο Βελόπουλο, ο οποίος από τον Σεπτέμβριο του 2007 είναι και βουλευτής (μάλιστα συνηθίζει να διανθίζει τις αγορεύσεις του με ρητά αρχαίων Ελλήνων, μερικά από τα οποία είναι υπαρκτά).

 

Ο κ. Βελόπουλος αισθάνθηκε ότι θίγεται από το δημοσίευμα και από τον χαρακτηρισμό «εθνικοπαράφρων» και έκανε αγωγή ενάντια στην Αυγή και στον διευθυντή της Κ. Κάρη, με βάση τον τυποκτόνο νόμο Βενιζέλου, ζητώντας αποζημίωση 50 εκατ. δραχμές. Σε πρώτο βαθμό η αγωγή απορρίφθηκε, αλλά ο Κ.Β. επέμεινε, έκανε έφεση, και το Εφετείο Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2003 έκανε δεκτό ότι ο χαρακτηρισμός «εθνικοπαράφρων», ιδίως συνοδευόμενος από το επίθετο «γνωστός», συνιστά δυσφήμηση και καταδίκασε εφημερίδα και διευθυντή σε αποζημίωση 58.000 ευρώ. Όταν εξαντλήθηκαν τα εγχώρια ένδικα μέσα, οι καταδικασθέντες έκαναν προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, το οποίο τον Ιούνιο του 2008 τούς δικαίωσε.

 

Το δικαστήριο πράγματι έκρινε ότι ο Βελόπουλος «δεν πρέπει να θεωρηθεί "συνήθης ιδιώτης" αλλά δημόσιο πρόσωπο» και ότι οι χαρακτηρισμοί έγιναν στο πλαίσιο «μιας αντιπαράθεσης με μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον». Το δικαστήριο επιδίκασε στην εφημερίδα αποζημίωση 60.000 ευρώ, ποσό που είχε καταβάλει η «Αυγή» στον Κ. Βελόπουλο σε εκτέλεση των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων. (Το σημείο αυτό αξίζει προσοχή: απ’ όσο ξέρω, ο Βελόπουλος δεν αναγκάστηκε να επιστρέψει τα λεφτά. Δηλαδή, εξαιτίας του τυποκτόνου νόμου, το κράτος, δηλαδή εσείς κι εγώ, ουσιαστικά επιχορηγήσαμε τον Βελόπουλο με 58 χιλιάδες!)

 

Ένα παράπλευρο ερώτημα είναι αν η απόφαση του ΕΔΑΔ δίνει το ελεύθερο σε όποιον τραβάει η όρεξή του να βρίσει «εθνικοπαράφρονα» τον Βελόπουλο «με την άδεια της αστυνομίας», όπως έλεγε το παλιό ανέκδοτο. Αν και δεν είμαι ειδικός, θα έλεγα πως όχι. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός ήταν ενταγμένος στην κριτική της συγκεκριμένης πολιτικής εκδήλωσης.

 

Οπότε, για να επανέλθουμε στον Στάθη, όταν μας λέει ότι Βγάλαμε «φαιοκόκκινο» τον κ. Δεσποτόπουλο, «εθνικοπαράφρονα» τον άλφα, «αριστερόν εθνικόφρονα» τον βήτα, πρέπει να ξέρει ότι, για να μιμηθώ τη μαθηματική ορολογία, άλφα ίσον Βελόπουλος. Ο χαρακτηρισμός εθνικοπαράφρονας δεν είναι μια λέξη σαν τις άλλες, που υπήρχε παλαιόθεν στα λεξικά, δεν ανήκει στην καθιερωμένη πολιτικοδημοσιογραφική ορολογία όπως το εθνικιστής ή το φαιοκόκκινος. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλες οι αναφορές που βρίσκω στο γκουγκλ για τη συγκεκριμένη λέξη, αφορούν την υπόθεση Βελόπουλου. Δεν αποκλείεται αργότερα, αν πιάσει η λέξη και καθιερωθεί, να μπει και στα λεξικά –αλλά, προς το παρόν, είναι πολύ έντονα ταυτισμένη με τον κ. Βελόπουλο, ο οποίος άλλωστε δικαστικά τη διεκδίκησε. Κι έτσι, όταν ο Στάθης θεωρεί άδικο και προσχηματικό τον χαρακτηρισμό «εθνικοπαράφρονας», άθελά του (το τονίζω αυτό) υπερασπίζεται τον Βελόπουλο, αφού αυτός είναι ο μόνος, απ’ όσο ξέρω, που έχει εισπράξει τον χαρακτηρισμό εθνικοπαράφρονας τα τελευταία χρόνια.

 

Είναι μάλιστα εντυπωσιακή σύμπτωση ότι δέκα μόλις μέρες μετά τη δικαίωση της Αυγής από το ΕΔΑΔ, ο Στάθης βγαίνει και κατηγορεί τους «απολογητές των ανθύπατων» ότι χαρακτηρίζουν εθνικοπαράφρονες τους αντίθετους με την πολιτική τους. Η Αυγή απολογήτρια των ανθύπατων; Και ο εθνικο*φρων βουλευτής αντίθετος με τους ανθύπατους; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Και μάλιστα από τον Στάθη, που έχει κι ο ίδιος νιώσει στο πετσί του το κυνηγητό του τυποκτόνου νόμου; Απίστευτο μου φαίνεται, οπότε το πιθανότερο είναι πως ο Στάθης δεν γνώριζε την πρόσφατη ιστορία της λέξης, ούτε και την παλιότερη. Γιατί ο ‘εθνικοπαράφρων’ έχει και λίγο παλιότερη ιστορία.

 

Λίγο παλιότερη ιστορία

 

Καταρχάς, όπως υπαινίχθηκα κι όπως είναι ολοφάνερο, η λέξη εθνικοπαράφρων δεν έχει νόημα χωρίς τη λέξη εθνικόφρων, δηλαδή εκείνος που έπλασε τους εθνικοπαράφρονες είχε κατά νου τους εθνικόφρονες –εθνικοπαράφρονες είναι, σαν να λέμε, οι μέχρι παραφροσύνης εθνικόφρονες. Και φαίνεται πως τον όρο δεν τον εμπνεύστηκε κάποιος μεταμοντέρνος δημοσιογράφος από το άνετο γραφείο του στην αυγή του 21ου αιώνα, αλλά μια ιστορική και σεβαστή μορφή της Αριστεράς, ο Ιωάννης Πασαλίδης, στα πέτρινα μετεμφυλιακά χρόνια.

 

Βέβαια, το ποιος έπλασε μια λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί ελάχιστα και που δεν βρίσκεται στα λεξικά μοιάζει άλυτο αίνιγμα, κατά σύμπτωση όμως έχουμε ένα εύρημα που μας βοηθάει πολύ. Περιέχεται στις Στιγμές ΙΙ, το δεύτερο αυτοβιογραφικό έργο του Λεωνίδα Κύρκου, και μας μεταφέρει στα πέτρινα χρόνια της μετεμφυλιακής εποχής:

 

Ήταν η εποχή που η εμφάνιση ενός βουλευτή της ΕΔΑ στο βήμα της Βουλής προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων, θεωρούνταν πρόκληση προς το Σώμα. Μια φορά έγινε σάλος: "Κάθισε κάτω. Τολμάτε και μιλάτε... Είστε προδότες και Βούλγαροι και εγκληματίες. Η Δημοκρατία σάς ανέχεται αλλά μην προκαλείτε επιπλέον". Ο τότε πρόεδρος της Βουλής, ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος της ΕΡΕ ,προσπαθούσε χτυπώντας δαιμονισμένα τα κουδούνια να επιβάλει την τάξη. Και τότε ακούστηκε η φωνή του Πασαλίδη: "Ντο είπατε; Είμαστε προδότες και Βούλγαροι; Εσείς δεν είστε εθνικόφρονες. Είστε εθνικοπαράφρονες!". Και ώ του θαύματος ! Έπεσε για λίγη ώρα μιa σιγή γεμάτη αμηχανία, που τη διαδέχθηκε ένα μακρό χειροκρότημα από τους βουλευτές της ΕΚ και της ΕΔΑ. Ήταν το σημείο της στροφής».
Λεωνίδας Κύρκος, Στιγμές ΙΙ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα  2008, σελ. 25.

 

Ο Λεωνίδας Κύρκος δεν προσδιορίζει χρονολογικά το επεισόδιο· η αναφορά σε «Ε.Κ» θα μας οδηγούσε να το χρονολογήσουμε μεταξύ 1961 και 1963, αφού η Ένωση Κέντρου ιδρύθηκε το 1961, αλλά άλλες ενδείξεις με κάνουν να πιστεύω ότι το περιστατικό έγινε την περίοδο 1956-58 και ότι ως Ε.Κ. εννοούνται οι Κεντρώοι βουλευτές. Όπως και να έχει το θέμα, η ευρηματική ατάκα του Πασαλίδη δεν πέρασε απαρατήρητη· περιλαμβάνεται, λογουχάρη, στο βιβλίο Της δικτατορίας 1967-1974, του Τάκη Μπενά, που εκδόθηκε το 2007. Όσο όμως κι αν πρέπει να αποδώσουμε στον Ιωάννη Πασαλίδη την πατρότητα της λέξης, προς το παρόν τουλάχιστον, αυτό δεν σημαίνει ότι ο συντάκτης της Αυγής, όταν χαρακτήρισε ‘εθνικοπαράφρονα’ τον Βελόπουλο το 2000, είχε υπόψη το επεισόδιο με τον Πασαλίδη. Μπορεί και να το ήξερε, αλλά είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για ανεξάρτητη έμπνευση. Και στη μια όμως και στην άλλη περίπτωση, ο χαρακτηρισμός έχει στόχο σαφέστατα και μόνο την ακρότατη δεξιά.

 

Και οι εθνικόφρονες;

Πριν όμως κλείσουμε, να εξετάσουμε και από γλωσσική άποψη τη λέξη εθνικοπαράφρων (ή εθνικοπαράφρονας). Είπα πιο πάνω πως τα λεξικά δεν την έχουν. Θα έλεγα μάλιστα ότι, αν έχουμε διάθεση να το ψειρίσουμε, η λέξη δεν στέκει και πολύ καλά, αφού στις περισσότερες παρόμοιες λέξεις, είτε παλαιάς κοπής, είτε πρόσφατες, χρησιμοποιείται σαν πρώτο συνθετικό το «εθνο-» και όχι το «εθνικο-» (π.χ. εθνολόγος, εθνολαϊκισμός, εθνοφυλετισμός). Ωστόσο, όπως είπαμε, ο «εθνικοπαράφρων» δεν φτιάχτηκε από το μηδέν, περιέχει σαφέστατο υπαινιγμό προς τη λέξη «εθνικόφρων». Επομένως, εφόσον υπάρχει ο υπαινιγμός αυτός, ο σχηματισμός της λέξης είναι σωστός.

 

Όπως και με όλες τις παρόμοιες λέξεις που είναι προϊόντα του γλωσσοπλαστικού οίστρου του δημιουργού τους, δύσκολα θα μπορούσε να μεταφράσει κανείς τον «εθνικοπαράφρονα», πολύ περισσότερο στα γαλλικά τα οποία, από τη φύση τους, δεν αγαπούν πολύ τα μονολεκτικά σύνθετα. Και πράγματι, στα γαλλικά (που είναι η επίσημη γλώσσα της απόφασης του Δικαστηρίου) η λέξη δεν αποδόθηκε μονολεκτικά, αλλά ως nationaliste effréné, φρενήρης εθνικιστής, που θυμίζει λίγο και το «νευροπαθείς ψευτοπατριώτες» που είχε χρησιμοποιήσει ο Βλ. Γαβριηλίδης και αργότερα ο Μαν. Βασιλάκης που επίσης δικαιώθηκε από το Στρασβούργο.

 

Είπα πιο πάνω πως το «εθνικοπαράφρων» είναι φτιαγμένο πάνω στο «εθνικόφρων». Φυσικά, ούτε το «εθνικόφρων» είναι αρχαία λέξη. Οι αρχαίοι είχαν εθνόφρων, αλλά αυτό σήμαινε όποιον ακολουθούσε τα ήθη και έθιμα της παλιάς θρησκείας, έστω κι αν ήταν χριστιανός. Στον οδηγό αιρέσεων, έναν τυφλοσούρτη για ιεροεξεταστές που είχε φτιάξει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, βρίσκουμε τον ορισμό: Ἐθνόφρονες͵ οἱ ταῖς συνηθείαις τῶν ἐθνῶν ἐπακολουθοῦντες͵ χριστιανοὶ τἄλλα ὑπάρχοντες͵. Παρόμοια σημασία είχε και το ελληνόφρων που επίσης εμφανίζεται μόνο στη χριστιανική εποχή. Δεν αποκλείεται μάλιστα, ο λόγιος που εμπνεύστηκε τη λέξη ‘εθνικόφρων’, να απέφυγε επίτηδες το ‘εθνόφρων’ μια και η λέξη είχε άλλη σημασία στα κείμενα των χριστιανών πατέρων.

 

Για τη λέξη εθνικόφρων, το λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον η έκδοση που είχα πρόχειρη, δεν διερευνά την ιστορία της, όπως κάνει σε άλλες περιπτώσεις, αλλά μπορούμε με αρκετήν ασφάλεια να υποθέσουμε πως πρόκειται για λόγιο σχηματισμό από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το λέω αυτό με βάση τις ενδείξεις που έχω, ότι π.χ. δεν βρήκα τον όρο στο σώμα της εφημ. Ακρόπολις του 1883-1884, ενώ επίσης ο όρος λείπει από τη Συναγωγή Νέων Λέξεων του Κουμανούδη (1900). Η έλλειψη αυτή είναι χαρακτηριστική, διότι ο Κουμανούδης κατέγραφε όλες τις νέες τότε λέξεις, ακόμα κι αν δεν τις θεωρούσε εύστοχες ή δεν πίστευε πως θα μακροημερεύσουν. Καταγράφει λοιπόν το εθνοφρόνως και το εθνοφρενολογικώτερον, αλλά όχι το εθνικόφρων. Οπότε, αν είχε ειπωθεί η λέξη πριν από το 1900, θα έμεινε σε στενό κύκλο.

 

Γενικά, αναδιφώντας το σώμα εφημερίδων που είναι διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή στον ιστότοπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, δεν βρήκα καμιά εμφάνιση του όρου εθνικόφρων πριν από το 1900, ενώ οι πρώτες-πρώτες ανευρέσεις, από το 1902 έως το 1904, παρουσιάζονται σε ειδήσεις από το εξωτερικό και εννοούν συνήθως τους εθνικιστές άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Βέβαια, το ψαχτήρι (η μηχανή αναζήτησης, αν το θέλετε ευπρεπέστερα) του ιστότοπου αυτού, όπως και τα περισσότερα συναφή προγράμματα, δεν είναι αλάνθαστο, οπότε μπορεί να έχει ξεφύγει και κάποια παλιότερη ανεύρεση. Πολλές όμως είναι δύσκολο να έχουν ξεφύγει.

 

Όπως με πληροφορεί εκλεκτός φίλος που τον επιστράτευσα για περισσότερα στοιχεία, ο Ηλίας Νικολακόπουλος στην Καχεκτική δημοκρατία (σελ. 35) γράφει ότι ο όρος εθνικόφρονες  για πρώτη φορά χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό πολιτικού-κομματικού χώρου το 1915, από τον Δ. Γούναρη, ως συνώνυμο του "βασιλόφρονες", ενώ η Δέσποινα Παπαδημητρίου στο  Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων (σελ. 146, σημ. 301) σημειώνει χρήσεις της λέξης στον Τύπο από το 1905 και μετά.

 

Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η λέξη «εθνικόφρων» γεννήθηκε στο γύρισμα των αιώνων και αρχικά χρησιμοποιήθηκε, με αρκετή φειδώ, είτε για εθνικιστικά κόμματα ευρωπαϊκών χωρών, ή ακόμα και για εθνικιστικά (αλλά και εθνικοανεξαρτησιακά) κινήματα άλλων χωρών. Όσο προχωράμε στα χρόνια οι ανευρέσεις της λέξης πολλαπλασιάζονται. Φυσικά, στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια, η λέξη γνωρίζει μεγάλες δόξες. Είναι τα χρόνια που η λέξη αυτή αποτελεί το διαβατήριο για την επιτυχία και την καταξίωση. Βέβαια, στη χούντα η λέξη «κάηκε» και είναι αμφίβολο σήμερα αν υπάρχουν πολίτες, έξω ίσως από την ακρότατη δεξιά, που θα διεκδικούσαν με καμάρι τον χαρακτηρισμό «εθνικόφρονες». Ίσως όμως να σφάλλω, διότι το λεξικό Μπαμπινιώτη (έκδοση 1998) δίνει σαν πρώτη σημασία στο λήμμα εθνικόφρων: 1. Αυτός που έχει εθνικά φρονήματα, που πιστεύει στην ιδέα τού έθνους, την υποστηρίζει και την προβάλλει. ΣΥΝ. πατριώτης, κάτι που δεν μου φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τέλος πάντων, επειδή μιλάμε για πράγματα τωρινά, μπορεί ο καθένας που με διαβάζει να ελέγξει αν ανταποκρίνεται στη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα ο ορισμός του λεξικού.

 

Είπα πιο πάνω ότι οι πρώτες-πρώτες ανευρέσεις του όρου εθνικόφρων στις ελληνικές εφημερίδες, από το 1902 και μετά, περιλαμβάνονται σε ανταποκρίσεις από το εξωτερικό –για παράδειγμα, στην ανταπόκριση για την κηδεία του Ζολά (Σεπτέμβριος 1902) διαβάζουμε ότι οι εθνικόφρονες φώναζαν «Κάτω οι εβραίοι». Πρώτη εμφάνιση του όρου σε ελληνικά συμφραζόμενα βρίσκω στην εφημ. Εμπρός (9.7.1904), σε πρωτοσέλιδο άρθρο που έχει τίτλο «Ο θρίαμβος των εθνικοφρόνων». Ποιος θρίαμβος, θα αναρωτηθείτε. Όπως φαίνεται, είχε την εποχή εκείνη προταθεί ένα νέο πηλήκιο για τον στρατό ξηράς· όμως, οι εθνικόφρονες εξεγέρθηκαν διότι τους θύμιζε «σλαυικόν καλπάκιον» και τελικά θριάμβευσαν, αφού τελικά ο τότε υπουργός στρατιωτικών υποχώρησε. Ο αρθρογράφος του 1904 δεν τσιγκουνεύεται πάντως τα ειρωνικά βέλη για τους εθνικόφρονες της εποχής και τις «άκαιρες και μωρές» επιδείξεις τους και μιλάει για «παιδαριωδία ήτις δημιουργεί ζητήματα και δια ψύλλου πήδημα», θεωρώντας θλιβερό ότι μια μερίδα του τύπου «πολιτεύεται και γράφει ως να ευρίσκετο εις αδιάλειπτον διαγωνισμόν μωρίας». Πολύ ταιριαστό τον βρίσκω τον χαρακτηρισμό και για μερικές σύγχρονες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εθνικοφρόνων και εθνικοπαραφρόνων.

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu