Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Ο Φρύνιχος και τα λάθη μας

 

Ο Φρύνιχος για τον οποίο θα μιλήσουμε σήμερα δεν είναι εκείνος ο τραγωδός που τιμωρήθηκε από τους Αθηναίους επειδή με το έργο του Μιλήτου Άλωσις τους θύμισε «οικεία κακά». Είναι πολύ μεταγενέστερος, έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για τον Φίλιππο τον Αράβιο, που ήταν γραμματικός και έχει μείνει στην ιστορία γιατί έγραψε το πρώτο σύγγραμμα για το «πώς να γράφετε σωστά ελληνικά» ή μάλλον σωστά αττικά, μια και ο Φρύνιχος ήταν ακραίος αττικιστής που ζούσε σε μια εποχή που η ζωντανή γλώσσα ήταν η ελληνιστική κοινή.

 

Θα διαλέξω μερικά μόνο αποσπάσματα από το βιβλίο του Εκλογή ονομάτων και ρημάτων αττικών, για να πάρουμε μια γεύση:

 

 

10 Εὐχαριστεῖν οὐδεὶς τῶν δοκίμων εἶπεν͵ ἀλλὰ χάριν εἰδέναι.

27 Νηρὸν ὕδωρ μηδαμῶς͵ ἀλλὰ πρόσφατον͵ ἀκραιφνές.

41 Σκίμπους λέγε͵ ἀλλὰ μὴ κράββατος· μιαρὸν γάρ.

50 Κόριον ἢ κορίδιον ἢ κορίσκη λέγουσιν͵ τὸ δὲ κοράσιον παράλογον.

74 Πάντοτε μὴ λέγε͵ ἀλλ΄ ἑκάστοτε καὶ διὰ παντός.

76 Ἀργὴ ἡμέρα͵ ἀργὴ γυνὴ μὴ λέγε͵ ἀλλ΄ ἀργὸς ἡμέρα καὶ ἀργὸς γυνὴ καὶ τὰ λοιπὰ ὁμοίως.

89 Αὐθέντης μηδέποτε χρήσῃ ἐπὶ τοῦ δεσπότου͵ ὡς οἱ περὶ τὰ δικαστήρια ῥήτορες͵ ἀλλ΄ ἐπὶ τοῦ αὐτόχειρος φονέως.

93 Ἀκμὴν ἀντὶ τοῦ ἔτι· Ξενοφῶντα λέγουσιν ἅπαξ αὐτῷ κεχρῆσθαι͵ σὺ δὲ φυλάττου χρῆσθαι͵ λέγε δὲ ἔτι.

100 Κληρονομεῖν τόνδε· οὐχ οὕτως ἡ ἀρχαία χρῆσις͵ ἀλλὰ κληρονομεῖν τοῦδε.

107 Μονόφθαλμον οὐ ῥητέον͵ ἑτερόφθαλμον δέ.

122 Μέθυσος ἀνὴρ οὐκ ἐρεῖς͵ ἀλλὰ μεθυστικός· γυναῖκα δὲ ἐρεῖς μέθυσον καὶ μεθύσην.

176 Ὀπωροπώλης· τοῦθ΄ οἱ ἀγοραῖοι λέγουσιν͵ οἱ δὲ πεπαιδευμένοι ὀπωρώνης ὡς καὶ Δημοσθένης.

192 Ρέει͵ ζέει͵ πλέει· Ἰακὰ ταῦτα διαιρούμενα. λέγε οὖν ῥεῖ͵ ζεῖ͵ πλεῖ.

197 Βασίλισσα οὐδεὶς τῶν ἀρχαίων εἶπεν͵ ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς.

198 Σικχαίνομαι· τῷ ὄντι ναυτίας ἄξιον τοὔνομα. ἀλλ΄ ἐρεῖς βδελύττομαι ὡς Ἀθηναῖος.

220 Κατορθώματα· ἁμαρτάνουσι κἀνταῦθα οἱ ῥήτορες͵ οὐκ εἰδότες ὅτι τὸ μὲν ῥῆμα δόκιμον͵ τὸ κατορθῶσαι͵ τὸ δ΄ ἀπὸ τούτου ὄνομα ἀδόκιμον͵ τὸ κατόρθωμα. λέγειν οὖν χρὴ ἀνδραγαθήματα.

241 Μαγειρεῖον· τὸ μὲν μάγειρος δόκιμον͵ τὸ δὲ μαγειρεῖον οὐκέτι. ἀντὶ δὲ τούτου ὀπτάνιον λέγουσιν͵

255 Βρέχει ἐπὶ τοῦ ὕει· ἔν τινι κωμῳδίᾳ ἀρχαίᾳ προστιθεμένῃ Τηλεκλείδῃ τῷ κωμῳδῷ ἐστιν οὕτως εἰρημένον͵ ὅπερ͵ εἰ καὶ γνήσιον ἦν τὸ δρᾶμα͵ τῷ ἅπαξ εἰρῆσθαι ἐφυλαξάμεθ΄ ἄν. ὁπότε δὲ καὶ νόθον ἐστίν͵ παντελῶς ἀποδοκιμαστέον τοὔνομα.

266 Μαμμόθρεπτον μὴ λέγε͵ τηθαλλαδοῦν δέ.

275 Πανδοχεῖον· οἱ διὰ τοῦ χ λέγοντες ἁμαρτάνουσιν· διὰ γὰρ τοῦ κ χρὴ λέγειν πανδοκεῖον καὶ πανδοκεὺς καὶ πανδοκεύτρια.

292 Κοχλιάριον· τοῦτο λίστρον Ἀριστοφάνης ὁ κωμῳδοποιὸς λέγει· καὶ σὺ δὲ οὕτως λέγε.

300 Φάγομαι βάρβαρον· λέγε οὖν ἔδομαι͵ τοῦτο γὰρ Ἀττικόν.

306 Ψύλλος βάρβαρον͵ ἡ δὲ ψύλλα δόκιμον ὅτι καὶ ἀρχαῖον.

331 Βιωτικόν· ἀηδὴς ἡ λέξις· λέγε οὖν χρήσιμον ἐν τῷ βίῳ.

335 Γογγυσμὸς καὶ γογγύζειν· ταῦτα ἀδόκιμα μὲν οὐκ ἔστιν͵ Ἰακὰ δέ. Φωκυλίδην γὰρ οἶδα κεχρημένον αὐτῷ τὸν Μιλήσιον͵ ἄνδρα παλαιὸν σφόδρα (…) ἀλλὰ τοῦτο μὲν Ἴωσιν ἀφείσθω͵ ἡμεῖς δὲ τονθρυσμὸν καὶ τονθρύζειν λέγωμεν ἢ νὴ Δία σὺν τῷ ο τονθορυσμὸν καὶ τονθορύζειν.

368 Χρησιμεῦσαι μὴ λέγε͵ ἀλλὰ χρήσιμον γενέσθαι.

398 Λιθάριον πάνυ φυλάττου λέγειν͵ λιθίδιον δὲ λέγε.

 

Θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα, όμως αρκούν αυτά πιστεύω για να σχηματίσει ο αναγνώστης μιαν εικόνα. Ο Φρύνιχος εκφράζει αδιάλλακτες αττικιστικές και λαθοθηρικές θέσεις· για παράδειγμα, απορρίπτει το ‘ακμήν’ (από το οποίο προέρχεται το δικό μας ‘ακόμη’) αν και το χρησιμοποιεί ο Ξενοφών, ενώ το ‘γογγυσμός’, αν και είναι δόκιμο και αρχαίο, δεν το θέλει επειδή είναι ιωνικό. 

Βρίσκω μερικά κοινά στοιχεία ανάμεσα στον Φρύνιχο και σε νεότερους λαθοθήρες. Ο Φρύνιχος προσπαθεί με τα δόντια να κρατήσει λεπτές διακρίσεις, αφού παραδέχεται ως δόκιμο έναν τύπο (κατορθώνω, μάγειρος) όχι όμως κι έναν άλλον που παράγεται από αυτόν (κατόρθωμα, μαγειρείον). Επίσης, προτιμά τη γενική (‘κληρονομώ τούδε’ και όχι ‘τόνδε’) και τους αρσενικοθήλυκους τύπους (‘αργός ημέρα’ αντί για ‘αργή ημέρα’), ενώ, όπως και οι αττικιστές της εποχής του Ροΐδη, προτιμά περιφράσεις αντί για μονολεκτικούς τύπους  (π.χ. ‘χάριν ειδέναι’ αντί για ‘ευχαριστώ’). Όπως και οι επίγονοί του, περιφρονεί την πλέμπα· μπορεί οι αγοραίοι να λένε ‘οπωροπώλης’, εσύ θα πεις ‘οπωρώνης’ όπως ο Δημοσθένης πριν από 500 χρόνια, λέει στον αναγνώστη του· κι αν οι ρήτορες στα δικαστήρια λένε ‘αυθέντης’ για τον δεσπότη (η σημασία που επικράτησε) εσύ πρέπει να κρατάς την παλιά σημασία, του φονιά. Μια άλλη ομοιότητα με νεότερους λαθοθήρες είναι ότι δεν τσιγκουνεύεται τους χαρακτηρισμούς· οι καταδικαστέοι τύποι είναι βάρβαροι, αηδείς, ναυτίας άξιοι, παράλογοι, μιαροί, έκφυλοι πάνυ, αμαθείς.

Τον καιρό που τα έγραφε αυτά ο Φρύνιχος κοιτάζοντας πέντε αιώνες πίσω, η ζωντανή γλώσσα της εποχής, που αποτυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, προτιμούσε τους τύπους που ο Φρύνιχος αποδοκίμαζε. Μιαρό χαρακτήριζε τον ‘κράββατο’ ο Φρύνιχος, αλλά άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει είπε ο Ιησούς· παντελώς αποδοκιμαστέο έβρισκε το ‘βρέχει’ ο γραμματικός μας, αλλά στο Ευαγγέλιο βρέχει επί δικαίους και αδίκους· ου ρητέον ήθελε το ‘μονόφθαλμος’ ο Φρύνιχος, αλλά στο κατά Μάρκον διαβάζουμε ότι είναι καλύτερο μονόφθαλμον εισελθείν εις την βασιλείαν του θεού παρά με δυο μάτια στην γέεννα του πυρός, και άλλα πολλά.

Αν και σε κάποιες περιπτώσεις (που δεν τις παραθέτω) ο Φρύνιχος δικαιώθηκε, με την έννοια ότι επικράτησαν οι τύποι που συνιστούσε, σε πολλές άλλες (και όχι μόνο σε αυτές που παραθέτω) οι αποδοκιμαστέοι τύποι επικράτησαν και σήμερα μας φαίνεται αδιανόητο να μην τους χρησιμοποιήσουμε. Σήμερα λέμε ευχαριστώ, νερό, κρεβάτι, αυθεντία, πάντοτε, ακόμη, μονόφθαλμος, μέθυσος, οπωροπώλης, ρέει, πλέει, βασίλισσα, σιχαίνομαι, κατόρθωμα, μαγειρείο, βρέχει, μαμόθρεφτος, πανδοχείο, κοχλιάριο, έφαγα, ψύλλος, βιοτικός, γογγύζω, χρησιμεύω, λιθάρι, τύποι που βρίσκονται στη μαύρη λίστα του Φρύνιχου (ή που προέρχονται από τύπους της μαύρης λίστας) κι ας τους είχε καταδικάσει όλους αυτούς τους τύπους ο Φρύνιχος πριν από σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια.

Είναι άραγε φθορά και απώλεια της γλώσσας που επικράτησαν οι τύποι αυτοί και χάθηκαν εκείνοι που επιδοκίμαζε ο γραμματικός μας; Προφανώς όχι. Σήμερα μας φαίνονται κωμικές οι αντιρρήσεις του Φρύνιχου, επειδή οι τύποι τους οποίους αποδοκίμαζε έχουν επικρατήσει εδώ και αιώνες, αλλά αν το σκεφτούμε καλύτερα δεν αποκλείεται κι εμείς σήμερα να κρατάμε παρόμοια στάση απέναντι σε νέα φαινόμενα της γλώσσας μας που παρουσιάζονται σήμερα.

Θα αρκεστώ σε ένα τρανό παράδειγμα. Η χρήση του ρήματος διαρρέω ως μεταβατικού, δηλ. να πεις «το υπουργείο διέρρευσε την είδηση» δέχεται μύδρους επικρίσεων όχι μόνο από λαθοθήρες αλλά και από καλόπιστους χρήστες της γλώσσας και θεωρείται χαρακτηριστική ένδειξη της υποβάθμισης της γλώσσας. Είναι όμως έτσι;

            Τυπικά, δίκιο έχουν προς το παρόν οι καθαρολόγοι. Λέω προς το παρόν διότι η μεταβατική χρήση τείνει να γενικευτεί. Μάλιστα έχει εμφανιστεί και μεσοπαθητικός τύπος (διαρρέονται σκοπίμως φήμες για νέα σκάνδαλα διάβασα πρόσφατα σε εφημερίδα), ενώ το λεξικό Τριανταφυλλίδη είχε το θάρρος να καταγράψει (ως προφορικό) τον τύπο «διέρρευσε την είδηση».

            Δεν είναι το ‘διαρρέω’ το μοναδικό παράδειγμα ρήματος που από αμετάβατο γίνεται μεταβατικό. Και το ‘ανεβαίνω’ αμετάβατο ήταν, σήμερα όμως ανεβαίνουμε τη σκάλα, ή παλιότερα απαντούσαμε στην ερώτηση αλλά σήμερα λέμε επίσης ότι πρέπει να απαντηθεί η ερώτηση. Ίσως να υπάρχει σταθερή τάση των ρημάτων να γίνονται μεταβατικά, όπως έχει υποστηριχτεί.

            Είναι όμως και κάτι άλλο που το βρίσκω σημαντικό. Η χρήση του ‘διαρρέω’ με την έννοια αυτή είναι μεταφορική και εντοπίζεται στις ίντριγκες και στα επικοινωνιακά παιχνίδια αστυνομικών υπηρεσιών και κυβερνητικών κύκλων. Λοιπόν, μερικές φορές οι πληροφορίες πράγματι διαρρέουν «μόνες τους», δηλαδή τυχαία και από ανθρώπινο λάθος, συνήθως όμως αφήνονται τεχνηέντως να διαρρεύσουν. Για παράδειγμα, για να βολιδοσκοπήσει τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης, ο πρωθυπουργός δίνει εντολή να διαρρεύσουν κάποιες φήμες έγκυρων κύκλων για το περιεχόμενο του επικείμενου νομοσχεδίου. Αυτές οι πληροφορίες δεν διαρρέουν μόνες τους. Τις αφήνει κάποιος να διαρρεύσουν. Από τη μεταβιβαστική χρήση «αφήνω τις φήμες να διαρρεύσουν» ίσαμε τη μεταβατική «διαρρέω τις φήμες» δεν είναι παρά ένα βηματάκι.

            Τις πρώτες φορές λοιπόν που ειπώθηκε ότι «ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέρρευσε την είδηση», υπήρχε μια πολύτιμη και λεπτή διάκριση σε σχέση με τη διατύπωση «η είδηση διέρρευσε». Η είδηση διέρρευσε σκόπιμα, όχι τυχαία. Εδώ το «λάθος» προσθέτει μια διάσταση που λείπει από την ορθή χρήση της γλώσσας. Βέβαια, θα είμαι ο πρώτος που θα παραδεχτώ ότι η λεπτή διάκριση (ως γνωστόν) εξασθενεί όσο περισσότερο χρησιμοποιείται το ρήμα.

            Παρόμοια, αλλά πιο τραγικά, η διάκριση υπάρχει ολοζώντανη όταν, ας πούμε, η αστυνομία ανακοινώνει ότι ο τάδε κρατούμενος αυτοκτόνησε. Αυτοκτόνησε άραγε ή τον αυτοκτόνησαν; ρωτούν τότε οι με το δίκιο τους καχύποπτοι, κι ας ξέρουν ότι το αυτοκτονώ είναι αμετάβατο (ή ίσως: επειδή ξέρουν).

            Τέλος, οι φίλαθλοι που φωνάζουν στον διαιτητή «λήξ’ το ρε!» όταν η ομάδα τους κερδίζει, μπορεί να μην ξέρουν ότι το ρήμα ‘λήγω’ έχει και μεταβατικές χρήσεις ιδίως στον Όμηρο (π.χ. Ιδομενεύς δ’ ου λήγε μένος μέγα, δεν σταμάτησε τη μεγάλη του ορμή, Ν424) ξέρουν όμως ότι ο διαιτητής είναι ο απόλυτος άρχοντας που αποφασίζει πότε θα σφυρίξει τη λήξη κι έτσι τον παρακαλούν «λήξ’ το» αναγνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να το κρατήσει μερικά λεπτά ακόμα.

Επειδή όμως διαισθάνομαι ότι κι ο αναγνώστης θα εκλιπαρεί ενδόμυχα «λήξε το», θα σταματήσω εδώ την αφήγηση, όχι όμως πριν επιστρέψω με ένα ανέκδοτο στον Φρύνιχο ή μάλλον στον κράββατο. Είδαμε πιο πάνω ότι ο αττικιστής Φρύνιχος θεωρούσε μιαρό το να λέει κανείς κράββατος (που είναι η λέξη του Ευαγγελίου και απ’ όπου προήλθε και το δικό μας ‘κρεβάτι’) και προτιμούσε τον αττικό τύπο σκίμπους. Ωστόσο, κάπου δυο αιώνες αργότερα ο Φρύνιχος πήρε την εκδίκησή του: η εκκλησία στράφηκε προς τον αττικισμό, γεγονός για το οποίο επαίρεται σήμερα ο κ. Χριστόδουλος και που τις συνέπειές του τις πληρώνουμε ακόμα. Μας διηγείται λοιπόν ο Σωζομενός στην εκκλησιαστική του ιστορία ένα επεισόδιο, στο οποίο ο Τριφύλλιος, επίσκοπος Λεδρών Κύπρου, στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στο ρητό του Χριστού, μόνο που το είπε διορθωμένο: «άρον τον σκίμποδά σου και περιπάτει», αντί για ‘κράββατον’. Ανάμεσα στο εκκλησίασμα όμως ήταν και ο Άγιος Σπυρίδων, δάσκαλος του Τριφυλλίου, που ακούγοντάς το αυτό αγανάκτησε, πήδησε από τον ιερατικό του θρόνο και είπε στον Τριφύλλιο:  «οὐ σύ γε ἀμείνων τοῦ κράββατον εἰρηκότος͵ ὅτι ταῖς αὐτοῦ λέξεσιν ἐπαισχύνῃ κεχρῆσθαι;», δηλαδή «Δηλαδή εσύ είσαι ανώτερος από εκείνον που είπε ‘κράββατος’ και δεν καταδέχεσαι να μεταχειριστείς τα δικά του λόγια;» Άτιμο και ανυπόταχτο πράγμα η γλώσσα, αφού ακόμα και τους άγιους κάνει ν’ αγανακτούν…

 

Επιστροφή στα 'Αρθρα από το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2007 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu