Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: χάνω, χάος, γκάζι

 

Τις προάλλες έγραψα στο Κοτσανολόγιο ένα σημείωμα, κοροϊδεύοντας κάποιον σε μια εφημερίδα που μη θέλοντας να γράψει «χάνουν την ικανότητα» έγραψε, υποθέτω, «απολλύουν την ικανότητα» και βέβαια τον τιμώρησε η θεία δίκη, που για την περίσταση αυτή πήρε τη μορφή του δαίμονα του τυπογραφείου ή του διορθωτή, διότι τελικά στην εφημερίδα τυπώθηκε απολύουν την ικανότητα. Αλλά για εκείνο το σημείωμα, το δηκτικό, σας παραπέμπω εκεί.

 

Όμως, το προγραμμένο από τους γλαφυρούς ρήμα χάνω μου δίνει την αφορμή για ένα ωραίο γλωσσικό ταξίδι –είναι τόσο απέραντη η γλώσσα που κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο. Χάνω, λοιπόν· δεν είναι αρχαίο ρήμα, είναι μεσαιωνικό. Στην αρχή του… το χάος ή μάλλον ένα παράγωγό του, το μεταγενέστερο ρήμα χαώ, που σήμαινε «καταστρέφω, ρίχνω στο χάος» κι από τον αόριστο, εχάωσα, έγινε εχάσα, έχασα και από εκεί πλάστηκε καινούργιος ενεστώτας, χάνω[1]. Κάτι ανάλογο έγινε και με το πιέζω, που από τον αόριστο επίεσα, επίασα, φτιάχτηκε το πιάνω. Και σίγουρα στην αρχή, πάω στοίχημα πως στους ομιλητές της εποχής αυτό το χάνω θα φάνηκε βαρβαρικό αλλά σιγά-σιγά το καινούργιο ρήμα έπιασε και έγινε αναντικατάστατο και διεύρυνε φοβερά το σημασιακό πεδίο του με αποτέλεσμα στα σημερινά λεξικά να πιάνει το χάνω μια σελίδα ολόκληρη.

 

Παρένθεση: Αν δεν της πεις το σ’ αγαπώ θα τηνε χάσεις και κάτι ακόμα πιο κακό… θα την ξεχάσεις, τραγουδούσε η Καίτη Χωματά, κι αυτό μας φέρνει στη συγγένεια των δυο ρημάτων –που δεν είναι τυχαία, αφού από το έχασα πήραμε το εξέχασα (έχασα εντελώς, επιτατική χρήση του ξε), απ’ όπου βγήκε εκ των υστέρων ο ενεστώτας ξεχάνω και μετά ξεχνώ.

 

Είπαμε πως το χαώ, ο πρόδρομος του χάνω, που χάθηκε, είναι παράγωγο της λέξης χάος. Το χάος είναι βασική έννοια στην ελληνική μυθολογία. Στη Θεογονία ο Ησίοδος λέει ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ', δηλαδή το χάος γεννήθηκε πρώτο. Το Χάος γέννησε το Έρεβος και τη Νύχτα, λέει ο Ησίοδος. Και πολύ γουστόζικα τα έχει ξαναδιηγηθεί ο Τσιφόρος στη Μυθολογία:

 

Εξυσε λοιπόν το μούσι του ο Ησίοδος κι άρχισε να γράφει: "Εν αρχή ήτο το χάος". Πάντα είναι το χάος. Και παντού. Στην πολιτική, στις μυστηριώδεις δολοφονίες που πετάνε σφαίρες απ'το παράθυρο και ρίχνουνε μπροστά ένα κομμάτι χάος να συγκαλύψουνε τη δουλεια, στα οικονομικά, στα μεγάλα τραστ και στα κεφάλαια των φουκαράδων, που κοιτάνε να βρούνε κατοστάρικο να πληρώσουνε τον δοσά...

 

Ο Τσιφόρος έγραφε πριν από σαρανταβάλε χρόνια, στη δεκαετία του 1960, αλλά η συγκυρία σήμερα τα φέρνει να είναι το χρηματικό ποσό επίκαιρο για την εποχή μας, αφού κατοστάρικα εξακολουθούν να αναζητούν οι φουκαράδες για να πληρώσουν, όχι τον δοσά ίσως αλλά τις δόσεις του δανείου. Πανταχού παρόν λοιπόν το χάος όλα αυτά τα χρόνια, αλλά εγώ με τα γλωσσικά ασχολούμαι και δεν θα αναλύσω την κατάσταση, θα επισημάνω μόνο ότι τον καιρό της μεγάλης ληστείας του χρηματιστηρίου, κάποιος ευφυής είχε πει ότι το ΧΑΑ (Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών) είναι το θηλυκό της λέξης «χάος». Το χάος, η χάα.

 

Κατά τα άλλα, το χάος σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν έχει πληθυντικό. Ευτυχώς που ο Καρυωτάκης, ο Λαπαθιώτης, ο Σκαρίμπας, ο Φιλύρας, ο Ρίτσος, ο Παλαμάς, ο Μήτσος Παπανικολάου και τόσοι άλλοι, γνωστοί και λιγότερο γνωστοί ποιητές (ανάμεσά τους κι ο Άχθος Αρούρης, ο παππούς μου), δεν διάβασαν το λεξικό κι έτσι χρησιμοποίησαν τον τύπο «τα χάη» στα ποιήματά τους. Ο διασημότερος στίχος από αυτούς τους «λαθεμένους» είναι μάλλον του Καρυωτάκη, από το ποίημα «Είμαστε κάτι…»

 

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στη κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

 

Ο Καρυωτάκης έχει τουλάχιστον τρεις φορές τα χάη στα ποιήματά του, ενώ στη Φαντασία του Σκαρίμπα ο αμαρτωλός τύπος επαναλαμβάνεται δυο φορές στο ίδιο ποίημα:

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

 

Και εδώ που τα λέμε, τι διαφέρει το χάος από το σκότος ή το σκοτάδι, που αυτά τουλάχιστον έχουν αναγνωρισμένο πληθυντικό; Θα αναγνωρίσω βέβαια ότι τα περισσότερα χάη έχουν μείνει στον μεσοπόλεμο και ότι, βέβαια, γενική πτώση πληθυντικού δεν την αντέχει κανένα στομάχι.

 

Το χάος πέρασε σαν λέξη στα λατινικά, απ’ όπου διαδόθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, γενικά αναγνωρίσιμο, όμως έχει επίσης επιστρέψει στα καθ’ ημάς, ελαφρώς αγνώριστο, σαν αντιδάνειο. Θα μπορούσα να το βάλω σαν κουίζ, ποια λέξη είναι το αντιδάνειο του χάους, αλλά είχα την κακή έμπνευση να την συμπεριλάβω στον τίτλο του σημειώματος. Είναι το γκάζι.

 

Πατέρας της λέξης γκάζι είναι ο φλαμανδός γιατρός Γιαν βαν Χέλμοντ (1570-1644), που πιο σωστά θα τον λέγαμε ιατροχημικό και έκανε σπουδαιότατες παρατηρήσεις για τα αέρια και τους ατμούς. Ο βαν Χέλμοντ ήταν μπροστά από την εποχή του: πνεύμα ανήσυχο, πέρασε πολλά χρόνια στις φυλακές της Ιεράς Εξέτασης. Σε ένα έργο του που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, γράφει για ένα αέριο που έβγαινε από την καύση των ξύλων (το διοξείδιο του άνθρακα, που φυσικά δεν το ονόμαζε έτσι): «Αυτό το πνεύμα, το μέχρι στιγμής άγνωστο, το ονομάζω με ένα νέο όνομα, Gas. Ελλείψει άλλου ονόματος, αυτή την αναθυμίαση την ονόμασα Gas, που δεν διαφέρει και πολύ από το χάος των αρχαίων». Να θυμίσουμε ότι ήταν φλαμανδός, οπότε το G το αρχικό το πρόφερνε χ. Πράγματι, δεν διέφερε και πολύ. Με την ευκαιρία, αν διαβάζει κανείς από το λεξικό Μπαμπινιώτη, ας διορθώσουν στο λήμμα γκάζι την πληροφορία ότι η γαλλική λέξη gaz πλάστηκε, τάχα, τον 12ο αιώνα διότι πέφτουν πέντε αιώνες έξω. Είπαμε, αιωνοφάγοι εμείς οι Έλληνες (που έλεγε κι ο αείμνηστος Β. Φόρης) αλλά πέντε αιώνες δεν είναι παίξε-γέλασε.

 

Το κείμενο του βαν Χέλμοντ ήταν γραμμένο στα λατινικά (Hunc spiritum, incognitum hactenus, novo nomine gas voco... in nominis egestate, halitum illud gas vocavi, non longe a chao veterum και αν κανείς λατινιστής βρει κανένα λάθος στη μετάφραση που έδωσα πιο πάνω, παρακαλείται να το επισημάνει). Όμως η λέξη gas περνάει σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, κι έτσι ονομάζεται το αέριο γενικώς και ειδικότερα τον 19ο αιώνα το αέριο μίγμα με το οποίο ανάβει ο δημοτικός φωτισμός σε όλες τις πόλεις, κι έτσι από το γαλλικό gaz, είπαμε κι εμείς γκάζι το φωταέριο, αλλά και τη γειτονιά της Αθήνας που σφύζει από ζωή τα βράδια, γκάζι και τον μηχανισμό που ρυθμίζει την ταχύτητα του αυτοκινήτου και κατ’ επέκταση γκάζια τη μεγάλη ταχύτητα. Παιδιά του Χάους, είναι κι αυτά, από μια άποψη.

 

 

Υστερόγραφο: Ένας καλός φίλος και δεινός λατινιστής διόρθωσε λιγάκι τη μετάφραση, αλλά και το παράθεμα. Επίσης, μου επισημαίνει ότι ο Χέλμοντ θεωρούσε το halitum ουδέτερο, γι’ αυτό και χρησιμοποίησε ουδέτερο άρθρο (illud) ενώ η λέξη, τουλάχιστον στα κλασικά λατινικά, είναι αρσενική.

 

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2009 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu

 

 

 



[1] Έτσι λένε τα λεξικά και ποιος είμαι εγώ που θα πω αλλιώτικα, αλλά κάπως δύσκολο φωνητικά μου φαίνεται να έγινε ακριβώς έτσι γιατί έχουμε τονιζόμενα φωνήεντα που δεν υποχωρούν έτσι εύκολα· πιθανότερο βρίσκω να έγινε η αλλαγή από την παθητική φωνή, χαωθείς > χαθείς ή χαωθήσεται > χαθήσεται, χαωθείν > χαθείν κτλ.