Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Γορίλας ή γορίλλας

 

Όταν έγραφα το σημείωμά μου για τα παράλληλα κείμενα, όπου παραθέτω κάμποσες μεταφράσεις του Γορίλα του Μπρασένς, διαπίστωσα ότι τα δυο ελληνικά κείμενά μου διαφωνούσαν ως προς την ορθογραφία: στον δίσκο του Θηβαίου η λέξη γράφεται με δύο λάμδα, γορίλλας, ενώ στο βιβλίο του Βαρβέρη (εκδόσεις Ύψιλον 1983) με ένα, γορίλας. Το ορθογραφικό λεξικό Μπαμπινιώτη λημματογραφεί τη λέξη απλουστευμένα, γορίλας, αλλά σε σημείωμα επισημαίνει πως «κανονικά, θα έπρεπε» να γράφεται γορίλλας, αλλά η σχολική ορθογραφία απλοποιεί τα ελληνιστικά δάνεια.  

 

Αν όμως η λέξη είναι ελληνιστικό δάνειο, καλά θα κάνουμε να εξετάσουμε την ιστορία της λέξης. Και δεν είναι μικρή. Η λέξη γορίλλας, ή πιο σωστά η λέξη αι Γόριλλαι, απαντά μία και μοναδική φορά στην αρχαία ελληνική γραμματεία, στην ελληνική μετάφραση του Περίπλου του Άννωνα. Ο Άννων ήταν Καρχηδόνιος εξερευνητής, ο οποίος γύρω στο 450 π.Χ. ξεκίνησε να εξερευνήσει τις ακτές της βορειοδυτικής Αφρικής και να ιδρύσει νέες αποικίες και εμπορεία· πέρασε τα στενά του Γιβραλτάρ και παραπλέοντας τις ακτές της Αφρικής έφτασε ίσως μέχρι τη σημερινή Σιέρρα Λεόνε. Γυρίζοντας στην Καρχηδόνα, έγραψε περίληψη του ταξιδιού του σε μια ενεπίγραφη στήλη, που την τοποθέτησε στο ναό του Μπάαλ Χαμόν (που οι έλληνες τον ταύτιζαν με τον Χρόνο ή με τον Κρόνο) στην Καρχηδόνα. Στα χέρια μας δεν έχει φτάσει το πρωτότυπο, αλλά η ελληνική μετάφραση του κειμένου της στήλης, η οποία χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.Χ.

 

Το ελληνικό κείμενο έχει τον μακροσκελή τίτλο: Άννωνος Καρχηδονίων βασιλέως περίπλους των υπέρ τας Ηρακλέους στήλας λιβυκών της γης μερών. Το ίδιο το κείμενο όμως είναι μάλλον σύντομο, λίγο παραπάνω από 600 λέξεις (πόσο δα να χωρέσει σε μια στήλη;) σε 18 στίχους. Ο 18ος και τελευταίος στίχος έχει ως εξής:

 

Ἐν δὲ τῷ μυχῷ νῆσος ἦν͵ ἐοικυῖα τῇ πρώτῃ͵ λίμνην ἔχουσα· καὶ ἐν ταύτῃ νῆσος ἦν ἑτέρα͵ μεστὴ ἀνθρώπων ἀγρίων. Πολὺ δὲ πλείους ἦσαν γυναῖκες͵ δασεῖαι τοῖς σώμασιν· ἃς οἱ ἑρμηνέες ἐκάλουν Γορίλλας. Διώκοντες δὲ ἄνδρας μὲν συλλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθημεν͵ ἀλλὰ πάντες (μὲν) ἐξέφυγον͵ κρημνοβάται ὄντες καὶ τοῖς πέτροις ἀμυνόμενοι͵ γυναῖκας δὲ τρεῖς͵ αἳ δάκνουσαί τε καὶ σπαράττουσαι τοὺς ἄγοντας οὐκ ἤθελον ἕπεσθαι. Ἀποκτείναντες μέντοι αὐτὰς ἐξεδείραμεν καὶ τὰς δορὰς ἐκομίσαμεν εἰς Καρχηδόνα. Οὐ γὰρ ἔτι ἐπλεύσαμεν προσωτέρω͵ τῶν σίτων ἡμᾶς ἐπιλιπόντων.

 

Δεν χρειάζεται μετάφραση, το κείμενο είναι μάλλον απλό. Βρήκαν λοιπόν κάποια δασύτριχη φυλή, όπου πλειοψηφούσαν κατά πολύ οι γυναίκες· αρσενικούς δεν κατόρθωσαν να συλλάβουν γιατί περπατούσαν με επιδεξιότητα σε απόκρημνα μέρη και τους τάραξαν στις πέτρες, αλλά έπιασαν τρεις γυναίκες που όμως τούς τάραξαν στις δαγκωνιές κι έτσι τις σκότωσαν, τις έγδαραν και τις προβιές τις έφεραν στην Καρχηδόνα. Παρακάτω δεν προχώρησαν, επειδή τους τελείωσαν οι προμήθειες. Μάλιστα, σαν μπήκαν οι Ρωμαίοι στην Καρχηδόνα βρήκαν στο ναό της θεάς Τανάτ τις προβιές που είχε αφιερώσει, τρεις αιώνες νωρίτερα, ο Άννωνας. Βρήκαν επίσης στο ναό του Βάαλ τη στήλη του Άννωνα και, ενώ ισοπέδωσαν την υπόλοιπη πόλη με τόση αμείλικτη ευσυνειδησία που σήμερα οι αρχαιολόγοι δυσκολεύονται να βρουν τα ίχνη της, φαίνεται πως αισθάνθηκαν κάποιο δέος αντικρίζοντας τη στήλη του Άννωνα κι έτσι έφτασε σε μας η ελληνική μετάφραση που αποκλείεται να έγινε την εποχή του Άννωνα μια και το στυλ της είναι σαφώς της ελληνιστικής εποχής.

 

Λοιπόν, ο Άννων βρήκε κάποιες δασύτριχες γυναίκες τις οποίες οι διερμηνείς που είχε μαζί του τις αποκαλούσαν «Γορίλλας» -άρα ο τύπος στην ονομαστική είναι «αι Γόριλλαι». Τώρα, αν αυτές οι γυναίκες ήταν ανθρώπινα όντα, γορίλλες, άλλοι ανθρωποειδείς πίθηκοι ή πλάσματα της φαντασίας του Άννωνα, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Ούτε μπορούμε να ξέρουμε αν ο τύπος «(τας) Γορίλλας» έχει μεταφερθεί σωστά από τους αντιγραφείς ή αν είναι πιστή μεταγραφή του χαμένου πρωτότυπου. Πάντως, η ρίζα γκορ-, κορ- ή γκουρ- υπάρχει και σήμερα σε γλώσσες της περιοχής του κάτω Σενεγάλη και σημαίνει ‘άνθρωπος’.

 

Ο Περίπλους του Άννωνα, στην ελληνική βέβαια μετάφραση, εκδόθηκε στη Δύση κατά την Αναγέννηση και μετά μεταφράστηκε στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το 1847, ο αμερικανός ιεραπόστολος T.S.Savage (1804-1880), που βρισκόταν στη Δυτική Αφρική, δέχτηκε από έναν άλλον ιεραπόστολο και από τους ιθαγενείς της περιοχής, τα κρανία και τα οστά δυο ή τριών ανθρωποειδών πιθήκων για δώρο. Έχοντας μαζί του την αγγλική μετάφραση του Άννωνα, δημοσίευσε το εύρημά του στο Boston Journal of Natural History, ονομάζοντας «γορίλα» το νέο είδος και δηλώνοντας ότι πήρε τον όρο από το κείμενο του Άννωνα. Το ειρωνικό είναι ότι ο ιεραπόστολος ονομαζόταν ο ίδιος «άγριος» (Savage) και συνδέοντας τους «αγριανθρώπους» του Άννωνα με τον πίθηκο που λέμε σήμερα ‘γορίλα’ κατάφερε να κολλήσει στο ζώο αυτό τη ρετσινιά της αγριάδας, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αργότερα ήρθαν άλλοι εντυπωσιοθήρες συγγραφείς που περιέγραψαν κι αυτοί άγριους γορίλες και ήρθε και η ταινία του Κινγκ Κονγκ για να σφραγίσει πια ανεξίτηλα τον μύθο του «άγριου» γορίλα.

 

Πολύ φυσικό ήταν μεταφορικά να ονομαστεί γορίλας ο μεγαλόσωμος και άσχημος άντρας και αργότερα να χρησιμοποιηθεί η λέξη ειδικά για τους (μεγαλόσωμους και αυστηρούς) σωματοφύλακες πολιτικών και άλλων διάσημων προσώπων –μεγάλη αίσθηση είχαν κάνει, στην Ελλάδα, οι «γορίλες» του Ντε Γκωλ κατά την επίσημη επίσκεψή του το 1963. Ωστόσο νομίζω πως τώρα ο όρος έχει κάπως παλιώσει και περισσότερο ακούω τον όρο ‘φουσκωτός’ ή σεκιουριτάς, ανάλογα αν η παρουσία του σωματοφύλακα είναι νόμιμη ή όχι.

 

Κάναμε τον κύκλο, από την εποχή μας στον Άννωνα 25 αιώνες πίσω, και επιστρέψαμε στα καθ’ ημάς, και ακόμα δεν έχουμε απαντήσει στο… φλέγον ερώτημα, ποια γραφή είναι προτιμότερη, με ένα ή με δύο λάμδα. Σχεδόν όλα τα λεξικά που έχω πρόχειρα (μεγάλο Μπαμπινιώτη, Τριανταφυλλίδη, Σταματάκου και Κριαρά) γράφουν τη λέξη με δύο λάμδα· μόνο του Τεγόπουλου-Φυτράκη λημματογραφεί τον γορίλα με ένα λάμδα, καθώς και το Ορθογραφικό του Μπαμπινιώτη που όμως αναιρεί τρόπον τινά την ψήφο του αφού στο σχόλιό του θεωρεί ορθή τη γραφή με δύο λάμδα.  Ωστόσο, στην καθημερινή χρήση, ο απλοποιημένος τύπος είναι πολύ συχνότερος, όπως δείχνει και το γκουγκλ.

 

Χωρίς να έχω κατηγορηματική άποψη, θα προτιμούσα την απλοποιημένη γραφή, επειδή η λέξη είναι ξένο δάνειο, διπλό μάλιστα, και επειδή ποτέ δεν πέρασε σε πρωτότυπο ελληνικό κείμενο παρά μόνο περιορίστηκε ως λέξη άπαξ σε μια μετάφραση. Αλλά, είπαμε: η ορθογραφία μικρή σημασία έχει. Είτε με ένα είτε με δύο λάμδα, ο γορίλας θα εξακολουθεί να είναι ένα υπέροχο δημιούργημα της φύσης. Κι αν είστε δικαστής με τήβεννο… προσοχή στον γορίλα!

 

 

Υ.Γ. Το είχα ξεχάσει όταν έγραφα τις παραπάνω γραμμές, αλλά για τον Άννωνα και τους γορίλες έχει γράψει και ο πατέρας μου, Δημήτρης Σαραντάκος, στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του «Η συνάντηση του παλιού με τον νέο κόσμο», το οποίο δεν μπορείτε δυστυχώς να το βρείτε πουθενά γιατί προς το παρόν παραμένει ανέκδοτο. Δεν έκρινα σκόπιμο να αλλάξω το σημείωμά μου, επειδή όμως η σχετική περικοπή από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου είναι καλογραμμένη και διαφωτιστική, τη μεταφέρω εδώ:

 

Ο Άννων το 470 π.Χ. ξεκινώντας από την Καρχηδόνα πέρασε τις Στήλες, βγήκε στον Ατλαντικό, περιέπλευσε τις ακτές της Αφρικής και έφτασε ως τον μυχό του κόλπου της Γουινέας. Αποβιβάστηκε σε ένα νησί (πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για το νησί Φερνάντο Πο, που βρίσκεται και αυτό στον μυχό του κόλπου της Γουινέας), στο κέντρο του οποίου υπήρχε λίμνη. Στο νησί δεν κατοικούσαν άνθρωποι αλλά γορίλες, οι οποίοι μάλιστα προβάλανε σθεναρή άμυνα στους Καρχηδόνιους, πετροβολώντας τους συνεχώς.. Τελικά ο Άννων έφυγε από το νησί, παίρνοντας μαζί του τρεις θηλυκούς γορίλες, οι οποίοι όμως έγιναν τόσο ανυπόφοροι στο πλήρωμα του πλοίου, που τους σκότωσαν και τους έγδαραν. Ακολουθώντας τον ίδιο επέστρεψε μερικούς μήνες αργότερα στην Καρχηδόνα. Εκεί αφιέρωσε τα δέρματα των γοριλών στο ναό της Τανάτ ενώ τα αποτελέσματα της εξερεύνησής του τα κατέγραψε σε χάλκινη πινακίδα, που εντοίχισε στο ναό του Βάαλ στην Καρχηδόνα. Ένας Έλληνας που επισκέφθηκε το ναό, μεταξύ 1ου και 2ου καρχηδονιακού πολέμου, αντέγραψε και μετάφρασε στα ελληνικά την επιγραφή, που έτσι έφτασε ως εμάς.

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu