Βιβλιοπαρουσίαση Νίκου Σαραντάκου

Γλώσσα μετ’ εμποδίων:

Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου

 

 

Είναι μεγάλη χαρά για μένα που κλήθηκα να συμπαρουσιάσω το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου και αυτό για διάφορους λόγους —από τους οποίους θα αρκεστώ να αναφέρω τους εξής:

 

  1. πρώτον, είναι ένα βιβλίο που ενώ πραγματεύεται ζητήματα σχετικά με τη δουλειά μου, δε με ενημέρωσε απλά, αλλά με διασκέδασε (πράγμα πολύ σπάνιο και γι αυτό αξιομνημόνευτο)
  2. δεύτερον, είχα την ικανοποίηση του ανθρώπου που βλέπει ότι υπάρχει σοβαρός και συγκροτημένος αντίλογος στον ανελέητο βομβαρδισμό κειμένων όπως το Hellenic Quest.
  3. τρίτον, το βιβλίο αυτό έπεσε τυχαία στα χέρια μου σε μια χρονική στιγμή όπου είχα δεσμευτεί να μιλήσω δημόσια για τις γλωσσικές μυθολογίες, με αφορμή μια εκδοχή του Hellenic Quest (η οποία με έπεισε ότι η σιωπή ενδέχεται να είναι συνενοχή). Άρα έχω ωφεληθεί άμεσα.

 

Το βιβλίο μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη προσπάθεια επισήμανσης και στηλίτευσης γλωσσικών μυθολογιών (βλ. π.χ. τα κείμενα που έχουν εμφανιστεί στους συλλογικούς τόμους των Bauer & Trudgill 1998 και Χάρη 2001, επίσης κείμενα των Φραγκουδάκη και Χριστίδη στα ΣΘ και αλλού). Και αναπόσπαστο μέρος των γλωσσικών μυθολογιών είναι και η λαθοθηρία. Σε μια κοινωνία της οποίας η σύγχρονη γλώσσα σφραγίστηκε από την πολεμική του «γλωσσικού ζητήματος» και—ας μου επιτραπεί—ακόμη πασχίζει (και καλά κάνει!) για μια καλλιεργημένη ΚΝΕ, οι γλωσσικές μυθολογίες έχουν ακόμη την τιμητική τους. Όταν ο Ferguson (ήδη το 1959) προέβλεπε ότι η ελληνική θα περνούσε σε μια μετά-διγλωσσική φάση υπέρ της ομιλούμενης γλώσσας αλλά με πολλά λόγια δάνεια, μιλούσε, βεβαίως, προφητικά. Ωστόσο, δεν μπορούσε να προβλέψει το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα (π.χ., την επταετία, τη μεταπολίτευση και τη συνέχεια) και τις συνέπειές του στα γλωσσικά πράγματα. Αντίθετα, σε αυτό το βιβλίο, αυτές οι πληροφορίες αποτελούν δεδομένα ακόμη κι αν δεν αναφέρονται ρητά. Έτσι, σε αυτόν τον τόμο, ο ΝΣ μας δίνει μια ανθολογία των διαφόρων μορφών που παίρνουν οι μυθολογίες για την ελληνική σήμερα, δεδομένου ενός «βεβαρημένου» γλωσσικού παρελθόντος το οποίο προσεγγίζει με γνώση αλλά και συνέπεια. Με σοβαρότητα αλλά και με καυστικό χιούμορ και ειρωνεία.

            Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου πραγματεύεται τις γλωσσικές μυθολογίες, τις οποίες, σε αντίθεση με μένα, εννοεί κάπως στενότερα. Δηλαδή, τα κείμενα σε αυτό το κεφάλαιο αφορούν άλλα ελληνοθηρικά κείμενα που πλέκουν το εγκώμιο της ελληνικής τερατολογώντας με επιστημονικοφανή τρόπο (αν εξαιρέσουμε τις απολαυστικές αναφορές στον αξέχαστο Γκας Πορτοκάλος που απλώς τερατολογεί). Αυτό είναι και το πιο αγαπημένο κομμάτι του βιβλίου για μένα, διότι προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα διασκεδαστικό ταξίδι σε ένα μάλλον σκοτεινό βασίλειο: την εθνικά εμπνεόμενη γλωσσολογική τερατολογία. Μέσα από τις καλογραμμένες σελίδες του, ο ΝΣ εξηγεί στους αναγνώστες του με ιδιαίτερα εύληπτο τρόπο ορισμένες βασικές αρχές της σύγχρονης γλωσσολογίας και δείχνει πώς αυτές οι αρχές έχουν εσκεμμένα στρεβλωθεί στο Hellenic Quest και αλλού. Σαν πανεπιστημιακός δάσκαλος που αντιμετωπίζει συχνά έντρομα, αν όχι και εχθρικά, βλέμματα όταν λέει στην εισαγωγή στη γλωσσολογία ότι δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, οφείλω να αναγνωρίσω ότι ο συγγραφέας παρέχει μιας πρώτης τάξεως σύντομη εισαγωγή και προσεγγίζει το ζήτημα όχι μόνο με επαρκείς γνώσεις, αλλά και με μεράκι. Τον ζηλεύω μάλιστα λίγο, γιατί ενώ ο λόγος του είναι εκπαιδευτικός, έχει μια φρεσκάδα που σπανίζει στα αμφιθέατρα. Αυτό είναι το προνόμιο του τεχνίτη του λόγου που ενώ θα μπορούσε δεν προτίθεται να γράψει πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Ωστόσο, ο γλωσσολόγος βλέπει τις αναφορές που δεν θέλησε να δώσει ο ΝΣ, βλέπει και ξέρει ότι ο συγγραφέας είναι ενήμερος, ενώ ο μη-ειδικός αναγνώστης δεν χειραγωγείται ποτέ (παρότι το θέμα προσφέρεται όσο λίγα). Εντέλει, θεωρώ σημαντικό αυτό το κομμάτι του βιβλίου διότι ο ΝΣ αναμετράται με ένα συγκεκριμένο είδος ιδεολογικού λόγου και καταδεικνύει την αναξιοπιστία του. Προσέξτε ότι υπό μία έννοια και ο ίδιος προτάσσει μιαν άλλη ιδεολογία, μόνο που δίνει την ευκαιρία στους αναγνώστες να κρίνουν την ορθότητα και τη συνέπεια των ισχυρισμών του. Τέλος βάλλοντας κατά της ιδεολογίας την οποία υπηρετεί το HQ και άλλα κείμενα μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εθνικά ανασφαλείς για λόγους που μάλλον άπτονται της μεταφυσικής αλλά και γλωσσικά ανασφαλείς για λόγους που είναι πιο εύκολα κατανοητοί και αφορούν την ανάγκη για μεγαλύτερη καλλιέργεια της μητρικής γλώσσας, της ΚΝΕ.

            Η γλωσσική καλλιέργεια της ΚΝΕ είναι έμμεσα το ζητούμενο και στα υπόλοιπα μέρη του βιβλίου. Συγκεκριμένα, στο δεύτερο κεφάλαιο, ο ΝΣ καταπιάνεται με τη λαθοθηρία, την οποία προσωπικά αντιλαμβάνομαι σαν μια αγωνιώδη προσπάθεια συσσώρευσης πολιτισμικού κεφαλαίου και διάκρισης (με την έννοια του Bourdieu). Η λαθοθηρία δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, όπως επισημαίνει άλλωστε και ο συγγραφέας. Ο αγγλόφωνος κόσμος, π.χ. έχει παρόμοια εμπειρία. Ωστόσο, κάθε γλώσσα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και η κοινωνική διγλωσσία στην Ελλάδα περιπλέκει τα πράγματα. Ο λαθοθήρας, οποιαδήποτε και αν είναι η γλώσσα του, στόχο έχει να πει έμμεσα στους άλλους ότι είναι βαθύς γνώστης ή και διακεκριμένος χρήστης της γλώσσας του. Είναι επίσης συνηθισμένο φαινόμενο να αναγάγει σε πρότυπα ορθότητας παλαιότερες χρήσεις (συχνά καταξιωμένες στο γραπτό λόγο). Αυτό, στην αγγλική, θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει ως απλή επιδειξιομανία. Και αυτό γιατί η Αγγλική δεν είναι μόνο μια ισχυρή σύγχρονη γλώσσα, αλλά έχει ισχυρότατη τυποποίηση και παγίωση (ίσως μάλιστα γι αυτό είναι και ισχυρή γλώσσα). Στην ΚΝΕ, αντίθετα, η οποία βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία τυποποίησης, η λαθοθηρία ενδέχεται να έχει πολύ δυσάρεστες συνέπειες. Ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον οι υποδείξεις των λαθοθήρων κατά κανόνα παραπέμπουν σε παλαιότερες μορφές της γλώσσας οι οποίες δεν μπορούν να αφομοιωθούν στο σύστημα της ΚΝΕ. Έτσι, δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας που, στο κάτω-κάτω αφορά κυρίως τους γλωσσολόγους, αλλά με συσσώρευση νέων ειδικών περιπτώσεων, εξαιρέσεων, κλπ. λες και οι υπάρχουσες δεν επαρκούν για να καλύψουν το γλωσσικό εκκεντρισμό μας. Τελικά, η λαθοθηρία στην ΚΝΕ είναι πολύ ολισθηρός δρόμος ακριβώς επειδή τα τελευταία 30 χρόνια η ΚΝΕ τυποποιείται με ταχύτερους ρυθμούς και πιο συστηματικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ο ΝΣ ψάχνει τα κείμενα αβάρετα και συχνά βρίσκει ότι οι λαθοθηρικές προτάσεις δεν απηχούν καν γενικευμένες χρήσεις σε αρχαιότερες φάσεις της γλώσσας, αλλά μάλλον εξαιρέσεις ακόμη και εκεί. Βασιζόμενος στις πληροφορίες του συγγραφέα, μπορεί κανείς να μιλά για νέο-καθαρισμό. Θυμίζω, όμως, ότι ο καθαρισμός δεν είναι μόνο λόγιος αλλά έχει δύο εκδοχές. Καθαρισμός είναι επίσης ο στιγματισμός λόγιων στοιχείων. Όπως και να έχει το πράγμα, η παλαιά διάκριση Κ/Δ δεν πρέπει να συγχέεται με τα διακριτά επίπεδα ύφους εντός της ΚΝΕ. Κατά τη γνώμη μου, το πρόβλημα με τον καθαρισμό (κάθε είδους) είναι ότι υπονομεύει την τυποποίηση και κατ’ επέκταση την καλλιέργεια της ΚΝΕ ενισχύοντας έτσι τη γλωσσική ανασφάλεια. Θεωρώ ότι τα παραπάνω σχόλια αφορούν και τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου.

            Στο τρίτο κεφάλαιο, περνάμε σε θέματα γραμματικής, συγκεκριμένα στη μορφολογία των αρχαιόκλιτων λέξεων και κυρίως των θηλυκών επαγγελματικών (και άλλων). Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα επίμαχο σημείο της μορφολογίας της ΚΝΕ, την αδιαφάνεια του γένους σε κάποια θηλυκά ονόματα. Οι διάφορες όψεις αυτού του ζητήματος έχουν απασχολήσει έντονα τους γλωσσολόγους. Μεταξύ άλλων, πολύ ενδιαφέρουσες είναι οι παρατηρήσεις από τη σκοπιά της μελέτης γλώσσας και φύλου τις οποίες γνωρίζει ο συγγραφέας. Συχνά, τα θηλυκά επαγγελματικά κύρους (βουλευτής, γιατρός, αρχιτέκτονας, κλπ.) έχουν αρσενική κατάληξη ενώ εντελώς κανονικά σχηματίζονται τα καθαρίστρια, μπακάλισσα, μανάβισσα, κλπ. Ο ΝΣ μάς δίνει απολαυστικά παραδείγματα (όπως η άραβας γυναίκα) που στηρίζουν την άποψή του ότι η ΚΝΕ απαιτεί τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια στο γένος. Ωστόσο, η παγίωση γλωσσικών τύπων (την οποία επικαλείται και πολύ σωστά) ο ίδιος σε πολλά σημεία του βιβλίου πρέπει να ληφθεί υπόψη και εδώ. Συνεπώς, θα διαφωνήσω μαζί του για τη συχνότητα τύπων όπως η ταμία, η συγγραφέα κλπ. οι οποίοι είναι αποτέλεσμα καλοπροαίρετης ρύθμισης αλλά δεν τεκμηριώνονται από τη χρήση γιατί, τελικά, το σύστημα της ΚΝΕ αφήνει αρκετό χώρο και αρκετά παράθυρα για εξαιρέσεις. Από την άλλη πλευρά, παρότι αυτοί οι τύποι προσκρούουν στο δικό μου τουλάχιστον γλωσσικό αίσθημα, αντιλαμβάνομαι τους λόγους που συνηγορούν υπέρ τους. Διότι η ομαλότητα του συστήματος είναι σοβαρό ζήτημα. Όμως, η ρύθμιση ποτέ δεν μπορεί να εγγυηθεί την εξομάλυνση (όπως συνειδητοποιεί και ο ίδιος ο ΝΣ σε άλλες περιπτώσεις). Και εδώ πρέπει να αναλογιστούμε τη δύναμη των γλωσσικών στάσεων και ιδεολογιών (που διαμορφώνουν ιδιολέκτους) και να συμφωνήσουμε, εντέλει, ότι κάποιες όψεις της γλωσσικής χρήσης είναι και προσωπική υπόθεση.

            Στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις τονομαχίες. Ο ΝΣ μας δίνει μια πλούσια ανθολογία αποσπασμάτων που κατακεραυνώνουν το μονοτονικό ή και υπερασπίζονται το πολυτονικό προβάλλοντας σαθρά επιχειρήματα που δεν καταφέρνουν να κρύψουν τον ξεκάθαρα ιδεολογικό χαρακτήρα αυτής της διαμάχης. Θεωρώ ότι ο συγγραφέας εξηγεί με λεπτομέρεια, ακρίβεια και σαφήνεια ότι το πολυτονικό όχι απλώς δεν είναι χρήσιμο στην ΚΝΕ αλλά δεν συντρέχει και λόγος να θεωρείται δείγμα της παλαιάς καταγωγής της ΚΝΕ ακριβώς επειδή το ίδιο το πολυτονικό δεν είναι και τόσο παλαιό (σίγουρα όχι αρχαίο). Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση σε αυτό το βιβλίο, τα επιχειρήματα είναι όχι μόνο ισχυρά αλλά και διατυπωμένα εύληπτα. Γι αυτό και θεωρώ ότι όντως το βιβλίο έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Ο Σαραντάκος δεν αγαπά μόνο τη γλώσσα αλλά και τη γλωσσολογία. Και ακριβώς επειδή αυτά που ξέρει το ξέρει καλά τα μεταδίδει με ζηλευτή σαφήνεια (κάνοντάς τα να μοιάζουν απλά ενώ δεν είναι). Δεν προσβλέπει απλά σε ένα μάλλον ευρύτερο ακροατήριο —το σέβεται κιόλας.

            Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο Νεοκαθαρευουσιάνικο κοτσανολόγιο, μας ξαναφέρνει σε ζητήματα γλωσσικής ρύθμισης, καθαρισμού, υπερδιόρθωσης και διάκρισης μέσω της ευρύτερα διαπιστωμένης νέο-καθαριστικής αναδίπλωσης (βλ. Χριστίδη, Φραγκουδάκη) η οποία αποδίδεται, εύλογα, σε συντηρητισμό στο πολιτικο-κοινωνικό πεδίο. Ο συγγραφέας επιλέγει ορισμένα χτυπητά χαρακτηριστικά όπως την άμετρη χρήση της γενικής γενικά και το μορφολογικό κενό στη γενική πληθυντικού των περισσότερων θηλυκών ειδικότερα. Δίνοντας σπαρταριστά παραδείγματα κακής χρήσης της ΚΝΕ υποστηρίζει πειστικά ότι α) συχνά δύσχρηστοι λόγιοι τύποι χρησιμοποιούνται σαν αλατοπίπερο σε κείμενα στα οποία δεν προσδίδουν τίποτε (πέρα από κακώς εννοούμενη διάκριση) και β) ότι ενώ η συμμόρφωση λόγιων εκφράσεων στο τυπικό της ΚΝΕ είναι γενικά ανεκτή (βλ. η μονάδα της μονάδας, δουλεμένος μισθός), το αντίστροφο προσκρούει έντονα στο γλωσσικό μας αίσθημα (βλ. η κόρη του μανάβου έπεσε εις τας λάσπας). Συνολικά, ο ΝΣ μάς δίνει σε αυτό το κεφάλαιο μια αντιπροσωπευτική εικόνα της στενής σχέσης γλώσσας και κοινωνίας. Προσωπικά, ξαναδιαβάζω ανάμεσα στις γραμμές του τη βαθιά πολιτική αντιπαράθεση που ονομάστηκε «γλωσσικό ζήτημα» και τελείωσε μόνο τυπικά το 1976 (ενώ ο μακρύς δρόμος μάλλον τότε άρχισε).

            Αυτό είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε από κάποιον που αγαπάει τη γλώσσα αλλά και τα βιβλία και τους βιβλιόφιλους. Και αν ο τόνος του είναι οξύς, αιχμηρός, ειρωνικός, πολεμικός, κλπ. θυμίζω ότι οι γλωσσομαχίες είναι γενικά πολεμικές, όπως φαίνεται και από τη σχετική βιβλιογραφία. Σημαντικότερο όμως όλων είναι ότι ο συγγραφέας ασχολήθηκε σοβαρά με ζητήματα που οι γλωσσολόγοι συχνά προσπερνούμε παρά την αγανάκτηση που ίσως μας προκαλούν (μιας και, από μία άποψη, είναι πολύ εύκολος στόχος οι τερατολογικοί ισχυρισμοί). Είμαι σίγουρος, λοιπόν, ότι αυτή η προσπάθεια του ΝΣ δε θα περάσει απαρατήρητη από τους γλωσσολόγους, ακριβώς επειδή σε μεγάλο βαθμό μιλά εκ μέρους τους (και τους βγάζει και ασπροπρόσωπους).

 

Επιστροφή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου