Σύντομη ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Γλώσσα μετ’ εμποδίων στον Ιανό, 23.2.2008

 

Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,

 

Καταρχήν, ή καταρχάς, γιατί οι όμορφες διακρίσεις όμορφα καίγονται, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που ήρθατε σ’ αυτή την παρουσίαση, να ευχαριστήσω και τους τρεις εκλεκτούς ομιλητές για τα όσα πολύ ωραία μάς είπαν, να ευχαριστήσω τον εκδότη του Εικοστού Πρώτου, τον Γιάννη τον Νικολόπουλο, που δέχτηκε να εκδώσει το βιβλίο και δεν στραβομουτσούνιασε όταν έκανα υπέρβαση του προϋπολογισμού –σε αριθμό σελίδων, εννοώ– τουλάχιστον κατά 40%. Όμως, πρέπει να ευχαριστήσω και τον αφανή ιθύνοντα νου του βιβλίου, που βρίσκεται εδώ, είναι ο μεταφραστής Νίκος Κούρκουλος, παλιός φίλος από τριάντα και βάλε χρόνια, που είχαμε χαθεί –δηλαδή εγώ είχα χαθεί, καθώς πήγα στο Λουξεμβούργο, εκείνος μετά τις κάποιες περιπλανήσεις επέστρεψε στην Καλλιθέα– είχαμε λέω χαθεί και εκείνος με βρήκε από τις σελίδες μου στο ιντερνέτ και ξαναβρεθήκαμε και αυτός είχε και την ιδέα να γραφτεί το βιβλίο και μου γνώρισε και τον εκδότη. Όμως και στην ουσία του βιβλίου, κάμποσα αποσπάσματα είναι ξεσηκωμένα αυτούσια από δικά του ημέιλ ή όπως τα λέω ηλεμηνύματα (αν και πατέρας του όρου αυτού είναι άλλος εκλεκτός φίλος, ο Γιάννης ο Χάρης) και αλλού οι απόψεις που εκφράζονται έχουν βγει από πυκνή ανταλλαγή ηλεμηνυμάτων μεταξύ μας. Για να τελειώσω με τις ευχαριστίες, ένας άλλος αφανής συντελεστής, και μάλιστα κυριολεκτικά αφανής διότι δεν βρίσκεται εδώ αλλά στο Λουξεμβούργο, είναι ο μεταφραστής Θέμης Κατσούλης, που είναι μεταξύ άλλων νονός του βιβλίου. Αυτός βρήκε τον τίτλο, αυτός βρήκε τον υπότιτλο, μάλιστα βρήκε και μερικούς εφεδρικούς τίτλους, που κανα-δυο απ’ αυτούς είναι τόσο ωραίοι (αλλά δεν μπορούσαμε να τους χρησιμοποιήσουμε όλους) που σου έρχεται να γράψεις κι άλλο βιβλίο, μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσεις τους τίτλους του Θέμη.

 

Η Γλώσσα μετ’ εμποδίων είναι λοιπόν ένα βιβλίο που γράφτηκε χάρη στο Internet και μέσω του Internet αλλά και για το Internet. Θέλω να πω, το υλικό της προέρχεται από κείμενα που είχαν τα πιο πολλά δημοσιευτεί προηγουμένως στο Διαδίκτυο, και είχε γίνει και η πρώτη αναπληροφόρηση, τώρα ξανακοιτάχτηκαν, αφαιρέθηκαν κάποιες επαναλήψεις (όχι όλες), μπήκαν σε μια τάξη εν πάση περιπτώσει και έτσι χρησιμεύει, μεταξύ άλλων, σαν έργο αναφοράς, και σαν τέτοιο, σαν έργο αναφοράς εννοώ, χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερες περιπτώσεις γλωσσικής πολεμικής και μερικές φορές επιστρέφει στο Διαδίκτυο. Τις προάλλες όταν ο υπουργός Παιδείας ο κύριος Στυλιανίδης απονέμοντας τα βραβεία επιχειρηματολογίας σε μαθητές, θεώρησε καλό να επαναλάβει όλες τις λερναίες μπαρούφες για την ελληνική γλώσσα που έχει 6 εκατομμύρια λεκτικούς τύπους και που μόνον αυτήν καταλαβαίνουν οι εξελιγμένοι υπολογιστές, έγραψα βεβαίως κι εγώ, αλλά χάρηκα όταν είδα ότι αρκετοί αρθρογράφοι των εφημερίδων, όπως ο Στρ. Μπουρνάζος στην Αυγή ή ο Π. Μανδραβέλης στην Καθημερινή, παρέπεμπαν τον αναγνώστη στη Γλώσσα μετ’ Εμποδίων για περισσότερα επιχειρήματα σχετικά με τον μύθο που ξεφούρνισε ο υπουργός, και μετά το Διαδίκτυο αναδημοσίευε τα άρθρα τους.

 

Να πω ότι για όσους με γνωρίζουν από παλιότερα, εγώ είχα ξεκινήσει πριν από πολλά χρόνια γράφοντας διηγήματα, κόντρα δηλαδή στη συνήθη πορεία που θέλει τον συγγραφέα να ξεκινάει από το νον-φίξιον και μετά να δοκιμάζει το χέρι του και στη λογοτεχνία. Εγώ από τη λογοτεχνία ξεκίνησα και, όπως μου έγραψε τις προάλλες ένας εκλεκτός λόγιος που του έστειλα το βιβλίο μου, «βλέπω πήρατε άλλο δρόμο». Από την προϋπηρεσία μου αυτή, ωστόσο, μού έμεινε ένα κουσούρι, ότι θέλω το κείμενό μου να είναι τερπνό, να διαβάζεται με ευχαρίστηση, γιατί όχι να προκαλεί και το γέλιο. Και θέλω να πω ότι από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο ιδιαίτερα έχω εκτιμήσει τις κριτικές αναγνωστών που μου λένε ότι απόλαυσαν το διάβασμα του βιβλίου, ότι γέλασαν, ότι το χάρηκαν. Προτιμώ μάλιστα να μου πει κανείς ότι του άρεσε η γραφή αλλά διαφωνεί με την ουσία των επιχειρημάτων, παρά το αντίστροφο ότι συμφωνεί απόλυτα με τα επιχειρήματα αλλά το βρήκε ξερωγώ βαρετό.

 

Το άλλο που θέλω να πω, και που παρατήρησαν κάποιοι φίλοι και το έγραψαν κιόλας στα ιστολόγιά τους, και είναι αλήθεια, είναι ότι το ύφος του βιβλίου πολλές φορές γίνεται αιχμηρό, μερικές φορές υπερβολικά αιχμηρό. Είναι αυτό ελάττωμά μου, να παθιάζομαι με τα γλωσσικά, το παραδέχομαι. Πρέπει μάλιστα να πω ότι αν δεν ήταν ο Γιάννης ο Χάρης, που είχε την καλωσύνη να κοιτάξει σχολαστικά το δακτυλόγραφο, οι αιχμηρές εκφράσεις θα ήταν περισσότερες. Ωστόσο, θα σας διηγηθώ ένα ανέκδοτο που το έχω και στο βιβλίο, έτσι προς υπεράσπισή μου. Λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, γύρω στον 4ο αιώνα μ.Χ. ο Τριφύλλιος, επίσκοπος Λεδρών Κύπρου, στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στη φράση του Χριστού, άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει, μόνο που την είπε διορθωμένη: «άρον τον σκίμποδά σου και περιπάτει», αντί για ‘κράββατον’. Βλέπετε, η σωστή αττική γλώσσα δεν ήξερε τη λέξη κράββατος, μόνο σκίμπους, και σε ένα από τα πρώτα λαθολόγια που βγήκαν γύρω στον 2ο αιώνα, ένας λαθοθήρας γραμματικός, ο Φρύνιχος, είχε συμβουλέψει «σκίμπους λέγε αλλά μη κράββατος, μιαρόν γαρ». Έτσι λοιπόν ο επίσκοπος Τριφύλλιος διόρθωσε τον Χριστό και είπε «άρον τον σκίμποδά σου». Ανάμεσα στο εκκλησίασμα όμως ήταν και ο Άγιος Σπυρίδων, δάσκαλος του Τριφυλλίου, που ακούγοντάς το αυτό αγανάκτησε, πήδησε από τον ιερατικό του θρόνο και είπε στον Τριφύλλιο: «ο σ γε μενων το κρββατον ερηκτος͵ τι τας ατο λξεσιν παισχν κεχρσθαι;». Τώρα, επειδή η ελληνική γλώσσα είναι μία, όλοι σας καταλάβατε τι σημαίνει αυτό, επειδή όμως μπορεί να υπάρχει και κανένας αλλοδαπός στην αίθουσα να πούμε ότι σημαίνει: «Δηλαδή εσύ είσαι ανώτερος από εκείνον που είπε ‘κράββατος’ και δεν  καταδέχεσαι να μεταχειριστείς τα δικά του λόγια;» Άτιμο και ανυπόταχτο πράγμα η γλώσσα, αφού ακόμα και άγιους κάνει ν’ αγανακτούν… Οπότε θα με συγχωρέσετε κι εμένα αν παρασύρθηκα και σε μερικά σημεία έγινα υπέρ το δέον οξύς, αφού και άγιους κολάζει η γλώσσα μας.

 

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Επιστροφή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου

© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu