Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Τα κεφάλια του μύθου και η περίπτωση του Σοφοκλή Καλλιμάνη

 

Το κείμενο για το Hellenic Quest το βάφτισα Λερναίο, όπως είπα, επειδή όσο κι αν το ανασκευάζεις, πάλι βρίσκει γόνιμο έδαφος και εξαπλώνεται. Πώς εξηγείται όμως η μακροβιότητα του μύθου; Καταρχάς, εξηγείται από το γεγονός ότι το ελληνικό Διαδίκτυο βρίσκεται ακόμα σε φάση επέκτασης· όλο και περισσότεροι χρήστες μπαίνουν στο χορό και αποτελούν παρθένο έδαφος για τη διάδοση του Λερναίου και κάθε λογής μύθου. Για πολλούς, κάτι που το διαβάζουν τυπωμένο έχει αναντίρρητη εγκυρότητα. Έπειτα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που με πολύ μεγάλη ευκολία πιστεύουν ακόμα και τον πιο απίθανο «ευχάριστο» μύθο. Για παράδειγμα, το Λερναίο κείμενο πρόσφατα (Μάρτιος 2007) δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό φόρουμ του περιοδικού Ρεσάλτο, όπου έγινε δεκτό μετά πολλών επαίνων και χωρίς καμιά αντίρρηση (ενώ σε διαδικτυακά βήματα συζήτησης που έχουν θαμώνες όλων των απόψεων, πάντοτε βρίσκεται κάποιος που αντικρούει τον αναμεταδότη του Λερναίου κειμένου).

 

            Άλλοι πάλι, ακούνε μόνο ό,τι θέλουν να ακούσουν. Για παράδειγμα, τις προάλλες έβλεπα σε άλλο διαδικτυακό φόρουμ κάποιον να θριαμβολογεί, διότι στην πιο πρόσφατη εκπομπή του «Ομιλείτε ελληνικά;» ειπώθηκε ότι Οι λέξεις compact disc, το γνωστό μας CD, είναι λέξεις  Ελληνικές και σημαίνουν "σύμπακτος δίσκος", κατά τον Μπαμπινιώτη και όχι μόνο.

 

Τώρα, με τον Μπαμπινιώτη μπορεί να διαφωνώ σε αρκετά, αλλά ο άνθρωπος ξέρει τι λέει και αγύρτης δεν είναι. Και μόνο αγύρτης ή άσχετος θα μπορούσε να πει ότι το σιντί είναι λέξη ελληνική και τα λοιπά. Μάλιστα κατά σύμπτωση και στο Λερναίο κείμενο περί Hellenic Quest, αυτή την επιτομή του τσαρλατανισμού και του σκοταδισμού, αναφέρεται και ο συμπακτωμένος δίσκος ως προέλευση του CD σαν παράδειγμα συνεισφοράς της τρισχιλιετούς στον διεθνή πολιτισμό.

 

Ευτυχώς έχω έναν γνωστό που μαγνητοσκοπεί τις εκπομπές αυτές. Ήθελα λοιπόν να δω την εκπομπή έχοντας τη (νοσηρή) περιέργεια να εξακριβώσω από πού πιάστηκε ο φίλος και φαντάστηκε ότι ο Μπαμπινιώτης είπε το CD λέξη ελληνική. Και πράγματι, στην εκπομπή υπάρχει μια ενότητα που λέγεται «Το λέμε ελληνικά» ή κάπως έτσι, όπου ζητείται από τους παίκτες να βρουν την ελληνική ονομασία κοινότατων ξένων λέξεων (οπερατέρ = εικονολήπτης, φλας μπακ = αναδρομή). Αν και παρόμοια εγχειρήματα πολλές φορές είναι ασκήσεις ματαιότητας, τα πιο πολλά παραδείγματα λέξεων ήταν καλοδιαλεγμένα, και θα ήταν καλύτερα αν η κυρία Χούκλη δεν πρόφερνε το ντεμπραγιάζ γαλλιστί (ντεμπραγιάge). Αλλά πλατειάζω. Τελειώνοντας αυτή η ενότητα, ένας από τους ηθοποιούς που συμμετέχουν, θυμήθηκε ότι στην προηγούμενη περίοδο της εκπομπής, πριν από μερικά χρόνια, τους είχε απασχολήσει η ελληνική απόδοση του compact disk, και ότι είχε γίνει γόνιμη συζήτηση που τον είχε εντυπωσιάσει, αλλά δεν θυμόταν σε ποια απόδοση είχαν καταλήξει (το οποίο παρεμπιπτόντως δείχνει για ποιο λόγο θεωρώ ασκήσεις ματαιότητας πολλές τέτοιες απόπειρες). Καλείται ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι τότε είχαν καταλήξει στην απόδοση «συμπαγής ψηφιακός δίσκος» για το compact disk.

 

Δηλαδή, στην πραγματικότητα:

 

Ο Μπαμπινιώτης είπε ότι το compact disk μπορεί να αποδοθεί ελληνικά ως ‘ψηφιακός συμπαγής δίσκος’.

 

Και ο θεατής που είδε την εκπομπή συγκράτησε ότι:

 

Η λέξη compact disk είναι ελληνική, σημαίνει ‘σύμπακτος δίσκος’ και το λέει και ο Μπαμπινιώτης.

 

Πράγμα που σημαίνει ότι όταν κανείς θέλει να ακούσει κάτι, θα το ακούσει οπωσδήποτε κι ας του πεις εσύ το εντελώς αντίθετο. Ευτυχώς δεν είναι όλοι έτσι, αλλιώς θα ήταν μάταιο και το βιβλίο αυτό που διαβάζετε.

 

Πολύ διδακτική όμως βρίσκω και μια άλλη περίπτωση σχετική με γλωσσικούς μύθους, την περίπτωση του Σοφοκλή Καλλιμάνη. Μπορώ να αναφέρω το όνομα άνετα, διότι πρόκειται για ψευδώνυμο· και όχι τυχαίο ψευδώνυμο. Οι αρχικές συλλαβές του ονοματεπωνύμου δίνουν Σοκάλ. Ο Άλαν Σοκάλ είναι Αμερικανός φυσικός ο οποίος έγινε διάσημος το 1996 όταν έκατσε και έγραψε ένα περισπούδαστο κείμενο που ήταν από την αρχή ως το τέλος μια αρμαθιά από ανοησίες, αλλά πολύ πομπωδώς παρουσιασμένες· την περίτεχνη αυτή αρλούμπα την υπέβαλε σε ένα επιστημονικό περιοδικό, που τη δημοσίεψε μετά χαράς! Ο άγνωστος σε μένα φίλος που πήρε το ψευδώνυμο Σοφοκλής Καλλιμάνης θέλησε το 2004 να μιμηθεί τον Σοκάλ αλλά στο χώρο της ελληνοκεντρικής ετυμολογίας. Κάθισε λοιπόν και έγραψε ένα εκτενές κείμενο στο οποίο «αποδείκνυε» με βάση έναν κώδικα του 13ου αιώνα, ότι η αγγλική λέξη draft είναι ελληνική (στην πραγματικότητα δεν είναι). Στο άρθρο του υιοθετούσε τη θεματολογία και τη φρασεολογία των ελληνεμπόρων, αφού τόνιζε την πολιτιστική επιρροή της ελληνικής στις σύγχρονες γλώσσες και επαινούσε την προσπάθεια αντικατάστασης ξένων δανείων με ελληνικά ισοδύναμα. Το άρθρο κάπου το παράκανε· ήταν πολύ μεγάλο, είχε πολλές υποσημειώσεις και παραπομπές σε ανύπαρκτους λογίους του Μεσαίωνα όπως ο Ανσέλμος του Κλερβώ ή ο βυζαντινός Μανουήλ Φυρλίγγος. Αν και φτιαγμένο με μεγάλη τέχνη, γνώρισε την αποτυχία: δεν δημοσιεύτηκε παρά σε δυο ή τρεις ιστότοπους, και όχι μεγάλης εμβέλειας. Ολόκληρο το καλλιμάνειο (ή ψευδοκαλλιμάνειο;) κείμενο μπορείτε να το δείτε εδώ

 

Θα έλεγα ότι η ελάχιστη απήχηση που βρήκε ο κατασκευασμένος "για καλό σκοπό" διανοούμενος μύθος του Σοφοκλή Καλλιμάνη σε σύγκριση με τον κατασκευασμένο "για ίδιον όφελος" μύθο του Hellenic Quest, λέει πολλά για την ποιότητα του ελληνοκεντρικού κοινού. Ο ελληνοκεντρικός δεν θέλει περιδιαγραμμάτου αναλύσεις, Φρυλίγγους και Ανσέλμους του Κλερβώ, θέλει λίγα λόγια που να χτυπάνε κατευθείαν στο στόχο. Και άκου λέξη που πήγε και βρήκε να κατασκευάσει ο ψευδοΚαλλιμάνης, draft! Χάθηκε κάτι της μόδας, όπως ίσως browser;

 

Οι τρεις και με το ζόρι αναδημοσιεύσεις του Καλλιμάνειου μύθου ωχριούν μπροστά στις πολλές δεκάδες του λερναίου Χελλένικ Κουέστ, που έχει φτάσει και σε σχετικώς έγκυρα περιοδικά ή εφημερίδες. Οση μαστοριά κι αν έβαλε στο παραμύθι του ο ψευδοΚαλλιμάνης, δεν μπορεί να πλησιάσει την πηγαία σαχλαμάρα του Hellenic Quest. Το ίδιο θα συμβεί κι αν βάλουμε έναν σκηνοθέτη του ποιοτικού κινηματογράφου να σκηνοθετήσει σαπούνι ή πορνό: θα αποτύχει παταγωδώς. Το φιλοθεάμον κοινό θα προτιμήσει, και με το δίκιο του, το γνήσιο προϊόν.

 

 

Επιστροφή
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2007 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu