Στο περιθώριο ενός εθνικού θριάμβου

 

Διαβάζω σε γνωστή στήλη της Ελευθεροτυπίας (25.5.2005) σχόλιο για το τριήμερο τηλεοπτικό ταρατατζούμ (κάθε θάμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερις, έλεγε η παροιμία πολύν καιρό πριν βγει στην πιάτσα η Α-γκε-μπέ) με αφορμή την άλωση του Κιέβου από την Έλενα Παπαρίζου· πολύ καλά τα λέει, ιδίως όταν επισημαίνει τις ευθύνες των ανθρώπων της τέχνης. Όμως… όμως επειδή το χούι δεν κόβεται, και επειδή το θέμα έχει αναλυθεί υπέρ το δέον (και βάλε), εγώ θα σταθώ σε δυο μικρογλωσσικά που ψάρεψα στο κατά τα άλλα πολύ καλό κείμενο.

 

Λέει ο συντάκτης, "Μια χαρά κοπέλα και καλλιπυγεστάτη είν' η κυρία Παπαρίζου", και συμφωνούμε βέβαια ως προς το "μια χαρά κοπέλα". Στο άλλο θα σταθούμε λίγο περισσότερο. Όχι στο αν η εθνική μας αοιδός έχει πανέμορφα, και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, οπίσθια –διότι βέβαια αυτό λέει η παραπάνω φράση, αν οι λέξεις διατηρούν το νόημά τους. Θα σταθούμε στη λέξη καλλίπυγος, η οποία –όπως έχω γράψει πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια- τείνει να εξελιχθεί σε κοσμητικό επίθετο παντός καιρού, και χρησιμοποιείται ακόμα και όταν το επίμαχο σημείο του σώματος δεν φαίνεται καθόλου, τείνει δηλαδή να εξελιχθεί σε πολυτελές συνώνυμο του καλλίγραμμη. Αυτό είναι καινούργιο φαινόμενο, διότι στην αρχαιότητα καλλίπυγος ήταν αποκλειστικά και μόνο η κοπέλα που είχε όμορφη πυγή (οπίσθια, για να μην αναφέρουμε την κοινότερη συνώνυμη λέξη) ειδικώς, όχι όμορφο σώμα γενικώς.

 

Βέβαια, εδώ και αιώνες πολλούς ελάχιστοι καταλαβαίνουν τι θα πει πυγή, πολύ περισσότερο που με τη σημερινή της προφορά η λέξη έχει γίνει ομόηχη με την κατά πολύ κοινότερη πηγή. Οπότε έχασε κι ο καλλίπυγος την ετυμολογική του διαφάνεια, γι' αυτό και θα μπορούσαμε (ίσως) να συγχωρέσουμε την καταχρηστική της σημερινή χρήση. Να μην παραβλέπουμε όμως ότι, ακόμα και στην αρχαιότητα η λέξη καλλίπυγος είναι μάλλον σπάνια: όλες κι όλες δέκα είναι οι εμφανίσεις της (σε όλους τους λεκτικούς τύπους μαζί) στο σύνολο της σωζόμενης αρχαίας γραμματείας, κι απ' αυτές οι εφτά στον Αθήναιο, ο οποίος αφηγείται το επεισόδιο με τις δυο αδελφές από τις Συρακούσες που τσακώνονταν ποια έχει τα ομορφότερα οπίσθια και έβγαιναν στη λεωφόρο και τα επιδείκνυαν –και μετά ίδρυσαν και ναό στην καλλίπυγο Αφροδίτη. Θέλω να πω, μυρίζει εκζήτηση η σημερινή νεκρανάσταση της σπάνιας αρχαίας λέξης.

 

Γιατί η σημερινή απήχηση της λέξης καλλίπυγος; Θα έλεγα ότι στα ευτελή δημοσιογραφικά κείμενα κουτσομπολίστικου χαρακτήρα, όπου συνήθως φύεται η λέξη, θεωρείται υποχρεωτικό το τελετουργικό πασπάλισμα με μερικούς ξεκομμένους καθαρευουσιάνικους τύπους –και από την άποψη αυτή το καλλίπυγος υπερτερεί κατά πολύ από το καλλίγραμμη που χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι ανάλογης περιωπής στήλες. Πρώτα απ' όλα, το καλλίγραμμη το καταλαβαίνουν όλοι, έπειτα κλίνεται ομαλά, ενώ το καλλίπυγος, εκτός που είναι δυσνόητο, είναι και αρχαιόπρεπο, παναπεί είναι ολοσούμπιτο βυθισμένο στα τρισχιλιετή (και βάλε) νάματα.

 

Και καλά η πυγαία δημοσιογραφία· αλλά η συγκεκριμένη στήλη, που κάθε άλλο παρά ανήκει στην κατηγορία αυτή; Βέβαια, ο συντάκτης της έχει κι αυτός αδυναμία στις ελληνικούρες, αλλά με μέτρο· ενώ η προκείμενη είναι ελληνικούρα τεραστίων διαστάσεων, διότι απλούστατα το "καλλιπυγεστάτη" είναι τύπος ανύπαρκτος, πράγμα αλλούτερο που μέχρι σήμερα κανένα στόμα δεν τό' βρε και δεν τό' πε ακόμα. Η κυρία Παπαρίζου, και κάθε άλλη κυρία εδώ που τα λέμε, αποκλείεται να είναι καλλιπυγεστάτη διότι δεν είναι καλλιπυγής, παρά καλλίπυγος. Και στα αρχαία τουλάχιστον, ο υπερθετικός του καλλίπυγος είναι καλλιπυγότατος. Όμως ίσως ο τύπος αυτός φάνηκε ανεπαρκώς αρχαιοπρεπής και να χρειαζόταν βελτίωση· ίσως (ας φανώ αισιόδοξος) εσκεμμένα ο συντάκτης να χρησιμοποίησε τον λαθεμένο τύπο για να αναδείξει το κιτς της υπόθεσης· ίσως πάλι οι μεταξωτές περισκελίδες να θέλουν επιδέξια πυγή.

 

Στο ίδιο (επαναλαμβάνω: κατά τα άλλα πολύ καλό) κείμενο βρίσκω και ένα ακόμα πράγμα αλλούτερο, εκδήλωση ενός φαινομένου που και γι' αυτό έχω ξαναγράψει και μάλιστα πολύ περισσότερο απ' ό,τι για τα πυγαία. Σε κάποιο σημείο, ο συντάκτης τα ψέλνει –και δεν έχει άδικο- στις εξεζητημένες τρίχες της δήθεν υψηλής τέχνης και σε ορισμένους "καλλιτέχνες των φεστιβάλς". Στην παλιά γραμματική, ως γνωστόν, οι ξένες λέξεις ή συμμορφώνονται στο τυπικό της ελληνικής και κλίνονται κατά τις ελληνικές λέξεις ή δεν συμμορφώνονται, οπότε και μένουν άκλιτες. Στην μοντέρνα (πυγαία ή ίσως προκρούστεια) γραμματική, θα έλεγε κανείς ότι ο κανόνας έχει σχεδόν αντιστραφεί: δηλαδή οι ξένες λέξεις, εάν μεν είχαν την αναίδεια να συμμορφωθούν προς το τυπικό της ελληνικής μένουν (για τιμωρία τους;) άκλιτες, κι έτσι προκύπτουν τα διάφορα "της Νταϊάνα, της Ραβένα, της Τζοκόντα" –κι ας έλεγε της Τζοκόντας ο αγροίκος Χατζηδάκις- εάν δε δεν έχουν συμμορφωθεί, τότε κλίνονται όπως οι αμερικάνικες, δηλαδή παίρνουν το υποχρεωτικό s στον πληθυντικό τους. Κι αυτός ο δήθεν κανόνας  ισχύει ακόμα κι αν οι λέξεις αυτές δεν είναι αγγλικές: έτσι, πλάι στα "κομπιούτερς" κτλ. έχουμε δει τέρατα όπως "τα κρουτόνς", "οι γκασταρμπάιτερς", "οι σπούτνικς". Γιατί τέρατα; Διότι κι αν ακόμα ξεχάσουμε την "παλιά γραμματική", οι λέξεις αυτές δεν είναι αγγλικές και είτε δεν σχηματίζουν με –s τελικό τον πληθυντικό τους είτε τον σχηματίζουν μεν (η πρώτη από αυτές) αλλά το γράμμα δεν προφέρεται. Και ένα τέτοιο τέρας είναι και το "φεστιβάλς" διότι εάν μεν ήταν αγγλικό θα έπρεπε να είναι "φέστιβαλς", εάν γαλλικό "φεστιβάλ" (les festivals). Το φεστιβάλς όμως ούτε αγγλικό είναι ούτε γαλλικό ούτε ελληνικό, αλλά ελληνικούρα της διαλέκτου της μαντάμ Σουσούς.

 

Όμως, παρ' όλο που δήλωσα ότι θα περιοριστώ στα γλωσσικά, τελικά παρασύρομαι και μπαίνω κάπως στην ουσία αν και δεν θα αναφερθώ στο παπαριζοπάζαρο· διαβάζω δηλαδή τις εύστοχες κριτικές για τις κρατικές επιχορηγήσεις σε περισπούδαστες τρίχες, ενώ το κράτος φέρεται να μην έχει λεφτά να αναστηλώσει την Ακρόπολη, και θυμάμαι ένα άλλο μνημείο του πολιτισμού μας, που ζητάει πολύ λιγότερα λεφτά για να σωθεί –και που κανείς δεν γράφει γι' αυτό. Εννοώ τις Παροιμίες του Νικολάου Πολίτη. Το μνημειώδες αυτό έργο ολοκληρώθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα και χάρη στο κληροδότημα του Μαρασλή άρχισε να εκδίδεται από το 1900 –όμως, έως το 1904 δεν είχε προφτάσει να εκδοθεί παρά ο τέταρτος τόμος. Από τότε, έκλεισε αιώνας και τα χειρόγραφα του ανέκδοτου τμήματος μαζεύουν σκόνη σε κάποια αρχεία (της Λαογραφικής Εταιρείας αν δεν κάνω λάθος). Ο τέταρτος τόμος τελειώνει στην αρχή του γράμματος Έψιλον, οπότε με μπακάλικους υπολογισμούς συμπεραίνουμε ότι απομένουν κάπου δεκαπέντε-είκοσι ανέκδοτοι τόμοι. Με εξίσου μπακάλικους υπολογισμούς βρίσκουμε ότι το κόστος για να μη μείνει κουτσό το θεμελιακό αυτό έργο είναι μερικές δεκάδες εκατομμύρια δραχμές, ποσό ασφαλώς δυσβάστακτο για αφιλοκερδή εκδότη αλλά αμελητέο μπροστά στις τόσες αργομισθίες των δικών μας παιδιών. Το γράφω λοιπόν κι εδώ, μήπως κάποιος άλλος το δει, οπότε δεν θα έχει πάει χαμένο τούτο εδώ το σημείωμα.

 

 

 

 

Επιστροφή στις Γλωσσικές ακρότητες
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2005 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu