Η συνΩμοταξία των ευπρεπιστών

 

Στη στήλη «Πρόσωπα και προσωπεία» στην τελευταία σελίδα της Ελευθεροτυπίας, διαβάζω ένα ρεπορτάζ στο οποίο καταγγέλλονται δυτικοί έμποροι έργων τέχνης επειδή αγοράζουν, για ένα κομμάτι ψωμί, έργα λαϊκής τέχνης από Αβορίγινες καλλιτέχνες της Αυστραλίας και στη συνέχεια βέβαια τα μοσχοπουλάνε, πενήντα φορές πάνω από την τιμή αγοράς τους. Και σε ένα σημείο αγανακτεί ο δημοσιογράφος με όσα ο ίδιος εκθέτει, και ξεσπάει, εντός παρενθέσεως και με πλάγια γράμματα: Δεν λείπει από πουθενά αυτή η σιχαμερή συνωμοταξία των λαμογίων, ρε γαμώτο;

 

Σε όσα σούρνει στα λαμόγια ο καλός δημοσιογράφος, είμαστε μαζί του. Στα γλωσσικά, διαφωνούμε και αγανακτούμε εμείς με τη σειρά μας. Διότι, καλέ μου άνθρωπε, το λαμόγιο είναι λέξη λαϊκή[1], έστω κι αν έχει γίνει της μόδας, δεν μπορεί να της φοράς ημίψηλο! Τα λαμόγια, των λαμόγιων, όπως τα ψώνια των ψώνιων. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς εναλλακτικά τύπο «των λαμογιών», έστω κι αν στη χρήση έχει καθιερωθεί πια «των λαμόγιων». Όμως ο τύπος «των λαμογίων», όπως υπαγόρευσε στον καλό δημοσιογράφο ο δαίμονας του ευπρεπισμού, είναι τερατώδης διότι προϋποθέτει τύπο «το λαμόγιον του λαμογίου» και προφορά τετρασύλλαβη. Μόνο έτσι μπορεί να σταθεί τύπος «λαμογίων» σαν να λέγαμε «ρετσίνα Μεσογείων» ή «γραβιέρα Ανωγείων».

 

Όσο για το συνΩμοταξία, μπορεί φυσικά να οφείλεται στον παλιό καλό δαίμονα του τυπογραφείου και να μην έχει καμιά σχέση με τον νεότερο δαίμονα του ευπρεπισμού, ή να είναι απλή ανορθογραφία (και με παρετυμολογική αρχή από τη ‘συνωμοσία’), αλλά δεν αποκλείεται αυτό το ωμέγα να οφείλεται σε ορθογραφικό υπερτροφισμό που αντικαθιστά το πτωχό όμικρον με το πλούσιο και ευγενές ωμέγα, μια κι είναι γνωστό ότι οι ευπρεπιστές είναι κιμπάρηδες ανθρώποι.

 

 



[1] Βέβαια, η εντύπωσή μου είναι ότι η γνήσια λαϊκή λέξη είναι «η λαμόγια», από την έκφραση την έκανε λαμόγια και ότι μόνο την τελευταία περίπου δεκαετία που έγινε της μόδας η λέξη και πέρασε από την αργκό στη δηθενική γλώσσα, μόνο τότε πλάστηκε «το λαμόγιο».

Επιστροφή στο Κοτσανολόγιο