Κεκομμένων των ανασών

 

Υποτίθεται ότι στον προφορικό λόγο είμαστε κάπως πιο αφρόντιστοι, είναι λοιπόν επόμενο να χρησιμοποιούμε τύπους πιο λαϊκούς, ιδίως μάλιστα όταν περιγράφει κανείς ποδοσφαιρικό αγώνα, όπου από τη μια οι φάσεις εξελίσσονται με αστραπιαία ταχύτητα και δεν έχουμε χρόνο για καλλιέπειες κι από την άλλη όσο κι αν ο εκφωνητής είναι παλιά καραβάνα, δεν μπορεί, κάπως θα έχει συγκινηθεί βλέποντας την αγαπημένη του ομάδα να στέκεται καλά κόντρα σε μια ποδοσφαιρική υπερδύναμη.

 

Παίζει στο Καραϊσκάκη ο Ολυμπιακός με την Τσέλσι και είναι το ματς στο 0-0, αλλά οι ακριβοπληρωμένοι παιχταράδες του Ρώσου ολιγάρχη πιέζουν ασφυκτικά την ελληνική ομάδα, μέχρι που σε μια στιγμή κάπως σαν να καταλαγιάζει η πολιορκία.

 

Και σχολιάζει ο εκφωνητής ότι ο ρυθμός της Τσέλσι έχει κάπως πέσει κι αυτό χάρισε στον Ολυμπιακό, κρατηθείτε, «δυο τρία λεπτά πολύτιμων ανασών» !

 

Ανασών, προσέξτε το.

 

Έχουμε εδώ συνδυασμό του ευρωπληθυντικού (της τάσης δηλαδή να σχηματίζουμε πληθυντικό σε όλο και περισσότερες λέξεις που παλιότερα δεν διανοούμασταν να βάλουμε, τάση που μάλλον οφείλεται στην επίδραση της ευρωενωσιακής ιδιολέκτου) με τη γενικομανία που μαίνεται στους καιρούς της νεοκαθαρευουσιάνικης αντεπίθεσης.

 

Εγώ πάντως θα έλεγα ότι «πήραν ανάσα για δυο-τρία πολύτιμα λεπτά» ή «χάρισε πολύτιμες ανάσες για δυο τρία λεπτά» ή «χάρισε δυο τρία λεπτά πολύτιμες ανάσες» ή «πολύτιμη ανάσα» -πάντως και με το μαχαίρι στο λαιμό εγώ «ανασών» δεν θα έλεγα, και όχι μόνο εγώ αφού και το λεξικό Μπαμπινιώτη, λογουχάρη, γράφει ότι η ανάσα δεν έχει γενική πληθυντικού («χωρ. γεν. πληθ.» είναι η σύντμηση που χρησιμοποιείται).

 

Αφήνω δηλαδή ότι αν μου λέγατε, τι είναι το «ανασών» χωρίς συμφραζόμενα και χωρίς να μου το δείξετε γραμμένο, θα πίστευα ότι εννοείτε τη λέξη «ανασσών», των βασιλισσών δηλαδή στ’ αρχαία, εξόν πια κι αν εννοείτε το «ανασόνι» που είναι το γλυκάνισο –αντιδάνειο από τα τούρκικα.

 

Βάζεις το ράδιο στη διαπασών

και δεν μ’ αφήνεις να πάρω ανασών, που θάλεγε κι ο Μποστ

 

 

 

Επιστροφή στο Κοτσανολόγιο