Τα αλαμπουρνέζικα ρητά του βουλευτή Κ. Κουκοδήμου

 

Ζώντας τον μισό καιρό έξω από την Ελλάδα, πολλές φορές ενδιαφέροντα στοιχεία από την επικαιρότητα μού ξεφεύγουν. Έτσι, δεν είχα πάρει είδηση το αρχαίο ρητό που ξεφούρνισε ο βουλευτής Κώστας Κουκοδήμος στα τέλη Ιανουαρίου και στο οποίο αφιερώνω το σημερινό σημείωμα.

 

Ωστόσο, ο φίλτατος Τιπούκειτος, αν και ζει πιο μακριά από την Ελλάδα, το ψάρεψε και το σχολίασε δεόντως στο θαυμάσιο ιστολόγιό του, και μάλιστα το συνδύασε με την απάντησή του στην κριτική του Δημοσθένη Κούρτοβικ για το βιβλίο «Γλώσσα μετ’ εμποδίων» της αφεντιάς μου.

 

Στην κριτική του πάντως ο Κούρτοβικ, πολύ σωστά επισημαίνει ότι «άλλο αρχαιολαγνεία και άλλο αρχαιομάθεια». Πράγματι, οι περισσότεροι από τους αρχαιολάγνους που κατακλύζουν τα κανάλια (δυστυχώς, όχι μόνο τα παρακάναλα πλέον) ελάχιστα αρχαία ξέρουν, όπως αποδεικνύεται από τις απίστευτες κοτσάνες που ξεστομίζουν, εκτός βέβαια κι αν το κάνουν επίτηδες, δηλαδή αν λένε ψέματα συνειδητά.

 

Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε αν ο πατήρ Πλεύρης πιστεύει το παραμύθι της μιας ψήφου που έχει στα βιβλία του, αν το ξέρει ο ιός Πλεύρης ότι το debate δεν προέρχεται από το (ανύπαρκτο) ελληνικό δίβατον όπως ισχυρίστηκε, αν η κυρία Τζιροπούλου πιστεύει τις απίθανες ετυμολογήσεις που πλασάρει ή αν όλοι τους μάς κοροϊδεύουν εν γνώσει τους. Πάντως, τώρα με την είσοδο του Λάος στη Βουλή, οι ακροδεξιοί προσπαθούν να πλασαριστούν σαν ιδιοκτήτες ή δικαιωματικοί εκπρόσωποι του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Έτσι, ο βουλευτής Βελόπουλος συνηθίζει να αρχίζει τις αγορεύσεις του με κάποιο αρχαίο ρητό, που συχνά το λέει λάθος ή το αποδίδει σε άλλον αρχαίο από αυτόν που το είπε.

 

Στην αρχαιολαγνεία αναζήτησε και ο βουλευτής Κουκοδήμος σανίδα σωτηρίας ή απορρυπαντικό για να καθαρίσει την ελεεινά λερωμένη φωλιά του. Πράγματι, βγαίνοντας από το γραφείο του ανακριτή, δήλωσε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ελεύθερου Τύπου:

 

«Εκφράζω τη βαθιά μου λύπη για το χαμό του Αρχιεπισκόπου. Ηταν μεγάλη μου τιμή που διετέλεσα συνεργάτης του. Θα μιλήσω λακωνικά, όπως οι Σπαρτιάτες: “Τύχη αγαθή ικανότητος ένεκα και ήθους αμέμπτου καλής παιδείας άμα”»…

 

Η φράση αυτή, παρόλο που εμένα τότε μου ξέφυγε, έκανε αίσθηση στις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης, χαρακτηρίστηκε από πολλούς ‘αινιγματική’ ή ‘χρησμός’, ενώ φυσικά οι εφημερίδες προσπάθησαν να  τη μεταφράσουν. Κατά τον Ελεύθερο Τύπο, σε απλή μετάφραση «η καλή τύχη είναι μία ικανότητα που την αποκτάς λόγω του άμεμπτου ήθους και της καλής παιδείας». Σχεδόν ολόιδια είναι και η «ελεύθερη» μετάφραση την οποία δίνει η Ελευθεροτυπία. Προφανώς και οι δύο αντέγραψαν από την ίδια, λαθεμένη, πηγή –πώς μπορεί η τύχη να είναι ικανότητα;

 

Στις περισσότερες εφημερίδες, το κουκοδήμειο ρητό χαρακτηρίστηκε «λακωνικό» αλλά αν διαβάσουμε προσεκτικά τι είπε ο Κουκοδήμος, αυτό δεν προκύπτει· ο άνθρωπος το χαρακτήρισε «λακωνικό» με την έννοια του σύντομου. Ωστόσο, αυτό είναι λεπτομέρεια.

Το πολύ πιο σημαντικό, όπως επισημαίνει και ο Τιπούκειτος αλλά και αναγνώστης του Βήματος στη στήλη του Διόδωρου, είναι ότι το… λακωνικό ρητό του Κουκοδήμου είναι μαϊμού! Δεν υπάρχει, δεν απαντά πουθενά στην αρχαία ελληνική και μεταγενέστερη (έως την Άλωση) γραμματεία, όπως αυτή έχει καταγραφεί στον ψηφιακό δίσκο TLG. Όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει, λέω εγώ,. Δεν διατείνομαι ότι ξέρω καλά αρχαία, ούτε ότι μπορώ να σκεφτώ σαν ομιλητής της αρχαίας, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι η φράση «καλής παιδείας» δεν λέγεται και δεν μπορεί να ειπωθεί στα αρχαία, αλλιώς θα το έλεγαν τότε. Και πράγματι, σε όλη την αρχαία γραμματεία δεν υπάρχει φράση «καλή παιδεία», πουθενά. Αφήνω ότι το «καλής παιδείας άμα» είναι ξεκρέμαστο έτσι που στέκεται χωρίς κάτι τι να το συγκρατεί, ένα «τε» ας πούμε· αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα.

 

Επίσης, η λέξη ικανότης αφενός είναι σπανιότατη στην προχριστιανική γραμματεία και αφετέρου δεν σημαίνει ακριβώς «ικανότητα» αλλά «επάρκεια», όπως άλλωστε και ικανός σήμαινε επίσης «αρκετός, επαρκής» (πράγμα που μπερδεύει τους μεταφραστές σήμερα, όπως κατά σύμπτωση έγραψα πρόσφατα).

 

Έπειτα, και το πιο σημαντικό, δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά μου φαίνεται ότι στην κουκοδήμεια φράση λείπει το ρήμα. Η φράση είναι κολοβή· αυτό το «ένεκα» που σούρνει πίσω του τις αλλεπάλληλες γενικές κάπου αναφέρεται, αλλά πού; Κανονικά, το ένεκα, προετοιμάζει το έδαφος για να έρθει το ρήμα –εξαιτίας της ικανότητάς του, του άμεμπτου ήθους και της καλής παιδείας…. τι;

 

Από το ύφος της αλαμπουρνέζικης φράσης, εικάζω ότι είναι πολύ νεότερη, μπορεί και του εικοστού αιώνα, και απλώς μιμείται το αρχαίο ύφος. Ο Τιπούκειτος υποθέτει ότι είναι ξεσηκωμένη από ψήφισμα σύγχρονου οργανισμού, μισό κι ανέσωστο και με λάθη. Ο Σ. Χανιώτης, ο επιστολογράφος του Βήματος, θεωρεί ότι το «τύχη αγαθή» παραπέμπει σε νεότερο ψήφισμα ή ίσως σε προτομή. Εγώ αποτολμώ την εικασία ότι το ρητό είναι παρμένο από κάποιο δίπλωμα, ίσως φροντιστηρίου ή εκπαιδευτικού ιδρύματος, πάντα όμως της νεότερης ή ίσως και νεότατης εποχής.

 

Για να κάνω και μια ακόμα πιο τολμηρή υπόθεση, δεν αποκλείω η φράση να ήταν γραμμένη σε κάποιο τιμητικό δίπλωμα που είχε απονεμηθεί στον νεαρό αθλητή Κουκοδήμο σε κάποιους μαθητικούς ή εφηβικούς αγώνες στην Πιερία πριν από καμιά εικοσαριά-εικοσπενταριά χρόνια, και να την είχε εμπνευστεί ο φιλόλογος του γυμνασίου ή κάποιος άλλος αρχαιομαθής εκπαιδευτικός. Λογικό θα ήταν να χαράχτηκε στο μυαλό του νεαρού τότε αθλητή, μαζί με την εξήγηση «είναι από αρχαίο ρητό» που θα του έδωσε ο γυμναστής του ή ο διοργανωτής των αγώνων. Βέβαια, αυτό δεν είναι παρά τολμηρή εικασία.

 

Ας επιστρέψουμε όμως στο ρεπορτάζ του Ελεύθερου Τύπου, διότι ακολουθεί λαβράκι:

Σύμφωνα με τους συναδέλφους του ραδιοφωνικού σταθμού CITY 99,5, οι οποίοι επικοινώνησαν με τους κυρίους Γιώργο Μπαμπινιώτη και Σαράντη Καργάκο, αναγραφόταν στις περγαμηνές που απονέμονταν σε νικητές αθλητικών αγώνων. Πράγμα που σημαίνει, επειδή η περγαμηνή άρχισε να χρησιμοποιείται μόλις το 2ο π.Χ. αιώνα, ότι το ρητό είναι μεταγενέστερο του 2ου π.Χ. αιώνα.

 

Το καταλαβαίνω βέβαια ότι όταν έρχεται ο άλλος και σου βάζει το μαρκούτσι στη μούρη κάτι πρέπει να πεις, και ότι προφανώς δεν μπορείς να πεις «δεν ξέρω, θα το κοιτάξω» διότι θα σου πέσει το γόητρο, αλλά ελπίζω οι κύριοι Μπαμπινιώτης και Καργάκος να μην ήταν τόσο κατηγορηματικοί και να έβαλαν ένα «ίσως» στην εικασία τους, να κράτησαν κάποιαν επιφύλαξη. Ο Τιπούκειτος πάντως, που είναι και καθ’ ύλην αρμόδιος καθότι κλασικός φιλόλογος λέει σαρκαστικά: Δεν ξέρω αν οι κκ. Μπαμπινιώτης και Καργάκος είπαν πράγματι όσα τους αποδίδονται, εγώ όμως δέχομαι να φάω δημοσίως το καπέλο μου αν μου βρουν έστω και μισή περγαμηνή που να περιέχει τα αλαμπουρνέζικα του Κουκοδήμου. (Το ότι οι νικητές των αθλητικών αγώνων στην αρχαιότητα ΔΕΝ έπαιρναν περγαμηνές είναι βεβαίως λεπτομέρεια ανάξια του πνευματικού αναστήματος ενός Μπαμπινιώτη ή ενός Καργάκου.)

 

Να σας επισημάνω και το αμίμητο συμπέρασμα: Πράγμα που σημαίνει, επειδή η περγαμηνή άρχισε να χρησιμοποιείται μόλις το 2ο π.Χ. αιώνα, ότι το ρητό είναι μεταγενέστερο του 2ου π.Χ. αιώνα. Το ρητό είναι βέβαια μεταγενέστερο, αλλά αυτό δεν προκύπτει από το ότι γραφόταν σε περγαμηνή! Με την ίδια λογική, αν δούμε μια πλαστική πινακίδα που να γράφει «Μηδέν άγαν», θα συμπεράνουμε ότι το ρητό «Μηδέν άγαν» είναι μεταγενέστερο από το 1950 επειδή τα πλαστικά εμφανίστηκαν μετά το 1950;

 

Συμπέρασμα: το ρητό  “Τύχη αγαθή ικανότητος ένεκα και ήθους αμέμπτου καλής παιδείας άμα” που σέρβιρε στους δημοσιογράφους ο βουλευτής Κουκοδήμος δεν είναι λακωνικό, δεν είναι καν αρχαίο, δεν παραδίδεται σε κανένα κείμενο της αρχαίας ή της βυζαντινής γραμματείας, δεν μπορεί καν να έχει ειπωθεί διότι δεν έγραφαν έτσι οι αρχαίοι, είναι κατά πάσα πιθανότητα ξεσηκωμένο, μισό και με λάθη, από κάποιο νεότερο ή νεότατο αρχαιοπρεπές κείμενο, ίσως τιμητικό δίπλωμα απ’ αυτά που μοιράζουν τα φροντιστήρια ή που δίνονται σε αθλητικούς αγώνες. Δεν γραφόταν σε περγαμηνές που δίνονταν στους αθλητές στην αρχαιότητα, όχι μόνο επειδή το συγκεκριμένο κείμενο είναι στα αλαμπουρνέζικα αλλά και επειδή οι νικητές αθλητικών αγώνων στην αρχαιότητα δεν έπαιρναν περγαμηνές.

 

Ή, για να αντιγράψω και πάλι τον Τιπούκειτο: Τι δηλοί ο μύθος; Είναι φανερό, νομίζω. Ούτε ο κ. Κουκοδήμος ήξερε τι σημαίνουν τα κορακίστικα που απάγγελνε ούτε, βέβαια, οι δημοσιογράφοι που κράδαιναν τα μαρκούτσια από κάτω είχαν καμιά ιδέα. Όλοι όμως έμειναν εκστασιασμένοι μπροστά στη βαθιά, αν και ελαφρώς αινιγματική, αρχαιομάθεια του βουλευτή. Όπερ έδει δείξαι, για άλλη μια φορά: δυστυχώς υπάρχουν ανάμεσά μας πολλοί που είναι έτοιμοι να χάψουν το κάθε αρχαϊστικό ή καθαρευουσιάνικο μπιχλιμπίδι που θα τους κουνήσει μπροστά στα έκθαμβα μάτια τους ο οποιοσδήποτε ημιμαθής Κουκοδήμος.

 

Η διαπίστωση αυτή κρύβει πολύ μεγάλη αλήθεια μέσα της –πολλοί από εμάς, αρκεί να πετάξει κανείς πέντε αρχαία για να ψαρώσουμε, να σταθούμε προσοχή (ασυναίσθητα, μέσα μας), να μας πιάσει δέος. Η όλη σκηνή μού θύμισε τους Ποσειδωνιάτες του ποιήματος του Καβάφη, που έκαναν γιορτές στις οποίες οι ιερείς ψέλλιζαν κάποια ακατανόητα σπαράγματα προτάσεων στα ελληνικά, καληώρα σαν το τύχη αγαθή ικανότητος ένεκα… του Κουκοδήμου, και το πόπολο έχασκε νοσταλγικά από κάτω, καληώρα σαν τους δημοσιογράφους, που αναδημοσίευσαν όλοι τη συβιλλική φράση, και δεν βρέθηκε ένας, ένας ρε παιδιά (εξόν από τον επιστολογράφο του Διόδωρου στο Βήμα) να φωνάξει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, ρε, γυμνός και με τη φωλιά χεσμένη!

 

Κλείνοντας, αυτός που ενδεχομένως εκτίθεται περισσότερο απ’ όλη την ιστορία, δεν είναι βέβαια ο βουλευτής Κουκοδήμος ούτε οι εύπιστοι δημοσιογράφοι. Αν όντως υπήρξε κρούση προς τον καθηγητή κ. Μπαμπινιώτη και τους έδωσε αυτή την ερμηνεία, χωρίς να αντιληφθεί ότι το αρχαίο ρητό είναι μαϊμού, τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Ωστόσο, θέλω να ελπίζω ότι οι δημοσιογράφοι που έκαναν την ερώτηση μετέφεραν την απάντηση του κ. Μπαμπινιώτη κουτσουρεμένη. Εκτός βέβαια αν ο κ. Μπαμπινιώτης εννοούσε ότι η φράση γραφόταν σε περγαμηνές που απονέμονταν στους νικητές αθλητικών αγώνων γύρω στο 1970, οπότε συμφωνούμε!

 

 

 

Επιστροφή στις "γλωσσικές ακρότητες"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu