Γλώσσα και ζωή (απόσπασμα)
Ο μαθηματικός Ελισαίος Γιανίδης ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Το 1908 (και σε δεύτερη έκδοση το 1915) δημοσίευσε το κλασικό σήμερα έργο του "Γλώσσα και ζωή". Δεν θα λέγαμε ότι το έργο παραμένει και σήμερα επίκαιρο, όπου η καθαρεύουσα που καταδυνάστευε τον Γιαννίδη έχει ηττηθεί κατά κράτος. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού και να πάρει μια ιδέα της γλωσσικής πολεμικής στις αρχές του αιώνα.
Ν.Σ.

[...]

Εξετάσαμε ποιές σφαλερές αρχές πρωτοστατήσανε στο σχηματισμό του λεξικού. 'Ομοιο σύστημα ιδεών ακολούθησε η γραφτή μας γλώσσα και στο τυπικό. Εδώ η θεμελιακή πλάνη είναι, πως οι τύποι της φυσικής γλώσσας είναι λαθεμένοι και πως αυτό το έφερε η σκλαβιά και η αμάθεια: ο λαός δεν είχε σκολεία για να μαθαίνει τους ορθούς τύπους, γι' αυτό τους εστρέβλωσε.

[...]

Η αλλαγή του τυπικού είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που το φέρνουν λόγοι ψυχολογικοί, φωνητικοί, ακουστικοί. Σε καμιά γλώσσα δεν έλειψε. Το βλέπουμε και στην αρχαία ελληνική, όταν την πάρουμε σε δυο διάφορες εποχές. Κ' εκείνοι που μελέτησαν την αρχαία και τη νέα ελληνική, με το φακό της επιστήμης και όχι του πατριωτισμού, οι γλωσσολόγοι δηλαδή, με μια γνώμη όλοι (και οι οπαδοί της καθαρεύουσας μαζί), μάς λένε πως διαφθορά δεν υπάρχει, και πως η μεταβολή του τυπικού που γέννησε τη σημερινή γλώσσα δεν είναι άλλο παρά συνέχεια των μεταβολών που παρατηρούμε στην ίδια την αρχαία από μιαν εποχή σ' άλλη.

Εννοείται ότι, για να πιστεύουν ακόμη και σήμερα τόσοι άνθρωποι στη θεωρία της αμάθειας, κάτι πρέπει να υπάρχει που τους δικαιολογεί, κάποιο αγκίστρι θα κρύβεται κ' εδώ. Και ιδού πραγματικώς ένα καλό αγκίστρι, όπου μπορούσε να πιαστεί ο πιο έξυπνος και ο πιο μορφωμένος ανθρώπους, αν δεν είτανε προειδοποιημένος:

Αν εξετάσουμε τη μεταβολή του τυπικού απ' την αρχαία στη νέα γλώσσα, διακρίνουμε στο σύνολο μια γενική τάση προς την απλοποίηση, βλέπουμε ελάττωση στην ποικιλία των τύπων. Η τύχη - της τύχης και η ράχις - της ράχεως, που ανήκανε σε δυο διάφορες κλίσες, ανήκουν σήμερα στην ίδια: τύχη-ης, ράχη-ης. Αντί μέγας-μεγάλου, λέει η σημερινή γλώσσα μεγάλος-μεγάλου, αντί τρέχω-έδραμον: τρέχω-έτρεξα, αντί ούτος-αύτη-τούτο-ταύτα: τούτος-τούτη-τούτο-τούτα, αντί φέρω-οίσω-ήνεγκον-ενήνοχα: φέρνω-θα φέρω-έφερα-έχω φέρει, αντί ανοίγω-ηνέωγον-ηνέωξα: ανοίγω-άνοιγα-άνοιξα... Τα εις μι ρήματα χάθηκαν, η ευκτική και ο δυικός μάς άφησαν χρόνους, η υποτακτική ταυτίστηκε πέρα πέρα με την οριστική, κτλ. κτλ. Και έρχεται αμέσως η σκέψη: Ο λαός, με το να είναι απαίδευτος, δυσκολευότανε με το πλούσιο τυπικό της αρχαίας και, ζητώντας την ευκολία του, το απλοποίησε. [...]

Και κάτι άλλο υπάρχει ακόμη που δυνάμωσε την θεωρία της αμάθειας: είναι που η γλώσσα μας διατήρησε πολλούς αρχαίους τύπους απείραχτους: ο λόγος - του λόγου, έχω -εις -ει, κτλ. Οι τύποι αυτοί είταν ένα ορεχτικό, που αδιάκοπα θύμιζε την πανδαισία του αρχαίου τυπικού, είταν η ευωδία που έβγαινε από το μαγεριό της αρχαίας γραμματικής. Ποιός ν' αντισταθεί σε τέτοιον πειρασμό; Γιατί να είναι μόνο αυτά και να μην είναι όλα; αφού μάλιστα είτανε φως φανερό πως "η ημετέρα γλώσσα διεσώθη αναλλοίωτος δια μέσου των αιώνων", κι αν δεν το πιστεύετε, έχετε απόδειξη και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που διατηρήθηκαν κ' εκείνα. Αλλά πώς να κάμουμε εκείνους τους τύπους που άλλαξαν; 'Επρεπε με κάθε τρόπο μια εξήγηση να βρεθεί και γι' αυτούς. Και η πιο πρόχειρη απ' όλες είτανε η δουλεία και η αμάθεια.

Τώρα θα πείτε: Πολύ καλά. Δεν είναι λαθεμένο το τυπικό της δημοτικής. Μπορεί όμως και μ' όλα αυτά να είναι καλήτερο το αρχαίο και να συμφέρει να το προτιμήσουμε. Ας ιδούμε.

Και πρώτα τι θα πει τυπικό καλήτερο; Από τι θα το κρίνουμε; Του Ομήρου το τυπικό είναι καλήτερο, που λέει όρημι, ή του Ξενοφώντος, που λέει ορώ; του Ξενοφώντος είναι καλήτερο, που λέει δείκνυμι, ή το νεότερο, που λέει δεικνύω, ή το σημερινό, που λέει δείχνω;

Είναι φανερό, το είπαμε κι αλλού, ότι δεν υπάρχει τυπικό καλήτερο και τυπικό χειρότερο. 'Ισως καλωσύνη του τυπικού μπορούμε να πούμε την ομαλότητα, και τότε καλήτερο είναι το σημερινό απ' το αρχαίο, γιατί είναι πολύ ομαλότερο. Αλλά και αυτό είναι δεύτερο ζήτημα, καθώς είδαμε. Λοιπόν τότε πού θα βασιστούμε για να κρίνουμε την αξία ενός τυπικού;

Ενόσω εξετάζουμε ένα τυπικό απολύτως, συμπέρασμα ποτέ δε θα βγάλουμε. Πρέπει να το κρίνουμε σχετικώς μ' εμάς, και ιδού απάνω σε ποιά βάση πρέπει να γίνει η εκτίμηση. Είδαμε πως η γραφτή γλώσσα είναι αδύνατον να υπάρξει αν δεν οικειοποιηθεί όλον το λεξικό πλούτο της λαϊκής. Αλλά και η λαϊκή βέβαια δεν μπορεί να γίνει γραφτή γλώσσα, αν δεν αποκτήσει ένα πλήθος λέξες που της λείπουν, και τις λέξες αυτές ή απ' την αρχαία θα τις πάρει ή απ' την καθαρεύουσα ή θα τις φκιάσει μόνη της. Αλλά, είτε η μια είτε η άλλη θα επικρατήσει, είναι ανάγκη εκείνη που θα επικρατήσει, αν θέλουμε να είναι μια γλώσσα, να φέρει τις λέξες της άλλης στο δικό της τυπικό. Η ανάγκη αυτή δεν παίρνει συζήτηση: ή αυτές τις λάσπες θα πείτε, ή αυτάς τας λάσπας, αδύνατο όμως να πείτε αυτάς τις λάσπες, δηλαδή να έχετε και τα δυο τυπικά ανακατωμένα. Και νά την η λογικότερη βάση για την εκτίμηση της αξίας του τυπικού: Καλήτερο τυπικό για μας θα είναι εκείνο που θάχει τη μεγαλήτερη αφομοιωτική δύναμη, γιατί με αυτό ευκολότερα θα αποκτήσουμε μια γλώσσα.

Και τώρα θα κάμουμε μερικά γλωσσικά πειράματα, και είμαι βέβαιος πως ο αναγνώστης θα είναι σύμφωνος στα συμπεράσματα, γιατί το κριτήριο, δηλαδή το γλωσσικό αίσθημα, είναι το ίδιο σ' όλους μας και είναι το αίσθημα της δημοτικής, η οποία, μ' όλο τον πόλεμο που της κάνουμε, είναι η μόνη που έχει βαθιά ριζοβολήσει μέσα στην καρδιά όλων, κ' εκείνων ακόμη που νομίζουν ότι, πάει τέλειωσε, την ξέχασαν τη δημοτική. Στην πρώτη στήλη θα βάζουμε λέξες της καθαρεύουσας με τον τύπο της δημοτικής, στη δεύτερη λέξες της δημοτικής, του αντίστοιχου τύπου, φερμένες στην καθαρεύουσα, για να εξετάσουμε ποιά απ' αυτές τις δυο δουλιές επιτυχαίνει καλήτερα. Και θα ιδείτε που το πρώτο πάντοτε γίνεται, σπανίως παρουσιάζει μια μικρή αντίσταση, ενώ το δεύτερο συνήθως δε γίνεται και κάνει κωμική εντύπωση.

 

κοινωνικό φαινόμενο, βαρόμετρο, το περιεχόμενο, κτλ.

νερόν κρύον, όλον φωνάζεις, καλόν κουράγιον έχεις.

τις απότομες και απρόοπτες μεταβολές, οι οποίες ...

έπεσε εις τας λάσπας, ψάχνω τας τσέπας μου, έφαγα φραγούλας, του έπαιξα κάτι νοστίμους δουλειάς, τας πρωτοχρονιάτικας ή τας χριστουγεννιάτικας επισκέψεις, ετράβηξα δυο μολυβιάς, τρεις βελονιάς και πέντε μαχαιριάς.

του δικαστή, του εφέτη...

του περιβολάρου, του μανάβου...

του Φειδία, του Ευριπίδη...

του Αντώνου, του Θανάσου, του Κώστου...

της Ερατώς, της Κλειώς...

της Μαριγούς, της Φωφούς...

της μούσας, της καθαρεύουσας...

της ρόκης, της σούβλης, της σαλάτης, της πίττης...

της φάλαινας, της έρευνας...

της μαναβαίνης, της κυράς Χρισταίνης, της κυράς Θανασαίνης...

καθαρή, πονηρή, οκνηρή, ανιαρή...

η μαύρα, η γυαλιστερά, η φανταχτερά, η μαυρειδερά, η χονδρά...

του ολόκληρου

του ολακέρου

του θεόπνευστου

του θεοτρέλλου

του ελάχιστου

του μικρουτσίκου

της απέραντης

της απεντάρου

η λαβίδα

η τσιμπίς

η πατρίδα

η παρτίς [παρτίδα]

η Ιλιάδα της Ιλιάδας

η φιληνάς της φιληνάδος

η μονάδα της μονάδας

η πρασινάς της πρασινάδος

αντίστροφα (αντί αντιστρόφως)

αναπόδως (αντί ανάποδα)

ανατράφηκα

ενετράπην (ντράπηκα)

ανάλαβα, τον κατάβαλε

κατέλαβες; (αντί κατάλαβες;)

ασθένησα

ηρρώστησα, ηγρίευσα

εξαγιάστηκε

ήγιασε

εξακρίβωσα

εξηστέρωσε

εκτιμούσα, αφαιρούσα

επέρνων, εβάστων, εβούτων, ηκκούμπων

ελαττώνω, αφομοιώνω, περαιώνω, εκδηλώνω...

ιδροίς; κρυούτε; τι σηκοίς επί των ώμων σου; τα θαλασσοίς φίλε μου, το παραξηλοίς, ο υιός μου μεγαλοί, καμούσαι πως δεν καταλαβαίνεις...

δουλεμένος μισθός

δεδουλευμένον εργαλείον

το ζήτημα είναι λυμένο

η γραβάτα σου είναι λελυμένη

λογισμένο

λελογαριασμένον, λελιγωμένος, λελαδωμένον

μυημένος (*)

μεμαχαιρωμένος

(*) Ο αναδιπλασιασμός τότε μόνο δε βγαίνει, όταν ο παρακείμενος έχει καταντήσει επίθετο. Το τετριμμένον ζήτημα δεν γίνεται τριμμένο, γιατί δεν είναι παρακείμενος, αφού δε λέμε ποτέ τρίβω ένα ζήτημα.

 

 

 

Ο αναγνώστης, αν έχει την περιέργεια, εξακολουθεί τα πειράματα απάνω σ' αυτό το σχέδιο. Μπορεί να εύρει και στοιχεία της καθαρεύουσας που να δυσκολεύεται να τ' αφομοιώσει η δημοτική, ποτέ όμως δε θα εύρει ευκολία μεγαλήτερη στην καθαρεύουσα, στον αντίστοιχο τύπο. Το συμπέρασμα είναι πως η μητρική μας γλώσσα έχει απορροφητική δύναμη, που δεν την έχει η καθαρεύουσα, και ότι, ενόσω επιμένουμε στο τυπικό της καθαρεύουσας, το μεγαλήτερο μέρος του λεξικού θησαυρού της ζωντανής γλώσσας θα είναι πάντα έξω, ενώ αν πάρουμε βάση τη μητρική μας γλώσσα, αυτή θ' απορροφήσει εύκολα ό,τι της χρειάζεται απ' το λεξιλόγιο της καθαρεύουσας. Η μητρική μας γλώσσα μοιάζει με ζωντανό οργανισμό, που τρώει, αφομοιώνει ξένη ύλη και μεγαλώνει. Η καθαρεύουσα μοιάζει μ' ένα άγαλμα, που ποτέ δε θα μεγαλώσει -το χρίουμε με γύψο και μας φαίνεται πως μεγαλώνει.

Ελισαίος Γιανίδης, Γλώσσα και ζωή, Αθήνα 1915, σελ. 72-83 (αποσπάσματα)

 

Επιστροφή στις "γλωσσικές ακρότητες"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 1999 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu