Πώς (δεν) μεταφράζεται ένα ποίημα

 

Προσοχή, ε; Ένα ποίημα, όχι μια ποιητική συλλογή, όχι η ποίηση γενικά· εδώ δεν μας ενδιαφέρει το πώς να μεταφράζετε ποίηση, (αν δηλαδή μεταφράζεται η ποίηση γιατί είναι και κάποιοι που λένε ότι δεν μεταφράζεται).

 

Η ποίηση μεταφράζεται, κι είναι κάποιοι που τη μεταφράζουν. Υπάρχουν όμως κι όλοι οι υπόλοιποι, που δεν μεταφράζουν ποίηση, που δεν φιλοδοξούν να μεταφράσουν ποίηση. Που όμως καμιά φορά αναγκάζονται να μεταφράσουν όχι ποίηση γενικώς, αλλά ένα ποίημα, επειδή στο βιβλίο που ανέλαβαν να μεταφράσουν, το πεζό και βατό βιβλίο τους με το αυστηρά επιστημονικό ή το ομαλά δημοσιογραφικό στυλ, εντελώς απροειδοποίητα τρύπωσε κι ένα ποίημα!

 

Έτσι, στο βιβλίο «Γιατί αλλάζει η γλώσσα;» της Jean Aitchison, ελληνική μετάφραση Ν. Βέργης, εκδ. Πατάκη, που είναι ένα επιστημονικό (αν και πολύ καλογραμμένο) βιβλίο για την αλλαγή της γλώσσας, υπάρχει κι ένα πολύ ωραίο αγγλικό ποίημα του

Ogden Nash, ο θρήνος για μια γλώσσα που πεθαίνει. Ο θρήνος του γλωσσαμύντορα, θα λέγαμε. Μπορεί να μη συμφωνούμε όλοι με όλα όσα λέει, αλλά τα λέει ωραία.

Lament for a Dying Language
Coin brassy words at will, debase the coinage;
we're in an if-you-cannot-lick-them-join age;
A slovenliness provides its own excuse age,
where usage overnight condones misusage;
Farewell, farewell to my beloved language,
once English, now a vile orangutanguage.

Εγώ τώρα, σαν απαιτητικός αλλά λογικός αναγνώστης, αφού δεν αγόρασα βιβλίο ποίησης, δεν θα ζητήσω τον ουρανό με τ’ άστρα από τον μεταφραστή. Αν κρατήσει τον ρυθμό, θα τον χειροκροτήσω. Αν κρατήσει τη ρίμα, θα του βγάλω το καπέλο. Αν δεν κρατήσει τα λογοπαίγνια, θα με στενοχωρήσει λιγάκι αλλά δεν θα τον καταδικάσω. Έχω όμως απαίτηση, τουλάχιστο, να κρατήσει το νόημα.

Ο ελληνικός τίτλος, που δίνεται πλάι στον αγγλικό, με προδιαθέτει άσκημα έτσι πομπώδης που είναι:

Θρηνωδία για μια ψυχορραγούσα γλώσσα –και το ποίημα δεν τα πάει καλύτερα:

Κόψε κατά βούληση χάλκινες λέξεις, υποτίμησε το νόμισμα.
Είμαστε στην εποχή του αν-δεν-μπορείς-να-τους-«φας»-πήγαινε-μαζί-τους
στην εποχή που η νωθρότητα δικαιολογεί τον εαυτό της,
όπου η χρήση όλη τη νύχτα παραβλέπει την κατάχρηση.
Αντίο, αντίο, πολυαγαπημένη μου γλώσσα,
κάποτε αγγλική, τώρα άθλια γλώσσα ουραγκοτάγκου.

Ούτε ρίμα, ούτε ρυθμός, ούτε αβίαστη ροή. Ούτε καν το νόημα δεν διατηρήθηκε στη μετάφραση –ειδικά στα σημεία που έχω βάλει με έντονους χαρακτήρες. Διότι, βέβαια slovenliness είναι η τσαπατσουλιά και όχι η νωθρότητα, διότι το «όλη τη νύχτα» σχεδόν αντιστρέφει το νόημα του overnight (= μέσα σε μια νύχτα, εν μια νυκτί), διότι το λογοπαίγνιο του τελευταίου στίχου εξαφανίζεται. Αφήνω το αστείο (ή αηδιαστικό) ότι  «γλώσσα ουραγκοτάγκου» στα δικά μου ελληνικά δεν είναι η γλώσσα που μιλάνε οι ουραγκοτάγκοι αλλά, κυριολεκτικά (μπλιαχ!) ο μυς, το σάρκινο κομμάτι που έχει μέσα στο στόμα του ο ουραγκοτάγκος.

 

Είπα τον πόνο μου στο εξαιρετικό φόρουμ Λεξιλογία. Και όχι μέσα σε μια νύχτα, αλλά μέσα σε 57 λεπτά της ώρας, ο φίλτατος Νίκος Λίγγρης παρουσίασε την εξής «πρόχειρη» λύση:

 

Ρίξτε στην αγορά κίβδηλες λέξεις, του νομίσματος υποτιμητές·
ζούμε στην εποχή τού «στοιχίσου με τους νικητές»,
στην εποχή που αυτοδικαιώνεται η τσαπατσουλιά
και η χρήση αναδέχεται το λάθος με μια μονοκοντυλιά.
Αντίο, αντίο, γλώσσα μου μονάκριβη, μοναδική,
κάποτε αγγλική, τώρα άθλια παπαγαλική.

 

Σ’ αυτόν, βγάζω το καπέλο. Κρατάει τη ρίμα, κρατάει το ρυθμό, διατηρεί το νόημα χωρίς να μεταφράζει κατά λέξη. Όπως λέει, το τελευταίο δίστιχο θα μπορούσε να είναι

Αντίο, αντίο, πολυαγαπημένη μου γλώσσα,
κάποτε αγγλική, τώρα άθλια ουραγκοταγκογλώσσα.
αλλά προτίμησε να απομακρυνθεί λίγο απ’ το πρωτότυπο –ή ίσως να το ξεπεράσει.

 

 

 



Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου