Από τη μουσαντένια ιστορία στο μούσι του αυτοκράτορα

 

Η λέξη «μουσαντένιος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα των τηλεπαραθύρων με τον δικηγόρο Πεντακαθαρίδη που βιντεοσκοπήθηκε (παράνομα, αλλά ποιος τα εξετάζει αυτά) να κομπάζει για τη «μουσαντένια» αγωγή που είχε κάνει, παναπεί ψεύτικη, ή πιο σωστά γεμάτη εσκεμμένα λάθη ώστε να καταρρεύσει στο δικαστήριο. Μουσαντένια λοιπόν, μια λέξη που δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά. Προσωπικά, την είχα ήδη συναντήσει σε ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα, όπου το τάδε πέναλτι θεωρήθηκε μουσαντένιο, δηλαδή ανύπαρκτο, ψεύτικο. Λίγο παλιότερα, θαρρώ, αυτό το λέγαμε «πέτσινο».

 

Ωστόσο, το μουσαντένιος δεν είναι και τόσο καινούργιος όρος. Τον βρίσκω στα Καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου (1971), ο οποίος δίνει σαν αρχικό λήμμα το «μουσαντό», αλλά και ακόμα παλιότερα, στο λεξικό της πιάτσας του Βρασίδα Καπετανάκη (πρώτη έκδοση 1950, δεύτερη 1962). Όπως φαίνεται, το μουσαντό προέρχεται από το μούσι, δηλ. ψέμα, με ψευτογαλλική κατάληξη, όπως σημειώνει σωστά ο Πετρόπουλος.

 

Ας πάμε λοιπόν στο μούσι, που σημαίνει μεταφορικά «ψέμα», μια σημασία που τη θυμάμαι από παιδί· πολλές φορές μάλιστα πιάναμε απλώς το πηγούνι με τα δάχτυλα για να δηλώσουμε σιωπηρά ότι αυτό που ακούμε είναι μούσι. Πώς άραγε έφτασε το μούσι να σημαίνει «ψέμα»; Μην ξεχνάμε πως στην καθομιλουμένη τα παχιά ή τα ανόητα λόγια λέγονται τρίχες –και τι άλλο είναι το μούσι παρά πολλές μακριές τρίχες (ενίοτε και κατσαρές); Θαρρώ λοιπόν πως από τις τρίχες περάσαμε στο μούσι. Ασφαλώς όμως θα έπαιξαν ρόλο και οι ψεύτικες γενειάδες, οι αποκριάτικες, που είναι το πιο εύκολο μασκάρεμα.

 

Από πού ετυμολογείται όμως το μούσι; Θα περίμενε κανείς να είναι ομόρριζο με το μουστάκι, αλλά δεν είναι· ούτε με το μουσούδι. Δεν έχω χώρο να επεκταθώ στις ετυμολογίες αυτές, αλλά το μεν μουστάκι είναι αυτοχθόνως ελληνικό (και από τη λέξη μύσταξ προέρχονται τα moustache και συναφή των ευρωπαϊκών γλωσσών) το δε μουσούδι είναι από το ιταλικό muso. Αντίθετα, το μούσι είναι γαλλικό, και δη γαλαζοαίματο!

 

Οι γαλλομαθείς θα σας πουν ότι στα γαλλικά mouche είναι η μύγα, είναι όμως και το μικρό γενάκι κάτω από το κάτω χείλος. Τώρα, η τριχοφυική ορολογία μπερδεύεται, διότι εμείς αυτό το γενάκι το λέμε μπαμ τρελελέ, που επίσης είναι γαλλικής αρχής! Να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Μια μέρα που δεν είχε τι να κάνει (λόγω τιμής, έτσι λέει το λεξικό!) ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο 13ος, διάταξε τους αξιωματικούς της φρουράς του να ξυρίσουν τα γένια τους, έτσι που ν’ αφήσουν μόνο το μουστάκι κι ένα γενάκι μικρό, ίσα μια κουτσουλιά, κάτω από το κάτω χείλος. Την ίδια μόδα, άλλωστε, την ακολούθησε κι ο ίδιος, και γι’ αυτό το γενάκι εκείνο ονομάστηκε αρχικά «βασιλικό» (la royale). 

 

Ο Ναπολέων ο μικρός και το μούσι του: εστεμμένες τρίχες

 

Αργότερα, το γενάκι αυτό, επειδή ήταν μικρό και μαύρο, πήρε την ονομασία mouche, παναπεί μύγα, από το 1840 περίπου. Την ίδια περίπου εποχή ο αυτοκράτορας Λουδοβίκος Ναπολέων ο 3ος (1808-1873), ο λεγόμενος «ο μικρός» και άξιος του προσωνυμίου του, είχε ένα διάσημο mouche, που όπως βλέπετε στην εικόνα το άφηνε λιγάκι πιο μακρύ, και αυτό ονομάστηκε l’impériale (το αυτοκρατορικό). Εικάζω πως απ’ αυτό το «λεμπεριάλ» ή το «μπαρμπ εμπεριάλ» πιθανόν να προήλθε, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια, το δικό μας «μπαμ τρελελέ» (που μερικά λεξικά το δίνουν παρεφθαρμένο γαλλικό χωρίς άλλη εξήγηση). Θα μου πείτε απίθανο, αλλά οι ακατανόητες λέξεις παθαίνουν περίεργες παραφθορές: μήπως και το σλίπιν μπαγκ δεν έγινε σουλουμπάμια;

 

Λοιπόν, το mouche το γαλλικό έγινε σ’ εμάς μούσι, μάλλον στα τέλη του 19ου αιώνα (τη λέξη μούσι την έχω βρει σε εφημερίδα του 1902) και με το δανεισμό σαν να μεγάλωσε κιόλας, αφού αρχικά μεν σήμαινε το υπογένειο (που οι Γάλλοι το λένε bouc), ενώ σήμερα μπορεί να σημαίνει και το γένι, αν και ίσως όχι τη μακριά γενειάδα. Όσο για το γαλλικό mouche, τη μύγα, είναι λατινικής αρχής (musca), αλλά αυτή την ετυμολογία την αφήνω για άλλη φορά. Ταιριάζει πάντως να πω ότι όταν κάποιος λέει χοντρά ψέματα, σαν αυτά που μας σερβίρουν πολλοί και διάφοροι από τα τηλεπαράθυρα, ή όταν απλώς λέει ανοησίες, λέμε ότι μας γέμισες αλογόμυγες. Να λοιπόν μια ακόμα σύνδεση, έστω και συμπτωματική, της μύγας με το μούσι και με τις μουσαντένιες ιστορίες.

 

Να τελειώσω λέγοντας πως στα Καλιαρντά βρίσκω όχι μόνο τις λέξεις μουσαντό και μουσαντένιος, αλλά και δεκάδες άλλα λήμματα με πρώτο συνθετικό το «μουσαντο-», το οποίο προσδίδει στις λέξεις τη σημασία του ψεύτικου, του πλαστού. Για παράδειγμα, μουσαντόμαγκας είναι στα καλιαρντά ο μπαμπέσης. Αν ο Ηλίας ο Πετρόπουλος ζούσε σήμερα, δεν αποκλείεται να είχε προσθέσει κι άλλες λέξεις, σαν τον μουσαντοηγούμενο, τον μουσαντοκαλόγερο και τον μουσαντονομάρχη. Ίσως μάλιστα να χρειαζόταν να βγάλει δεύτερο τόμο στο λεξικό του.

 

 

  

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu