Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Ο παραβάτης της ενάτης εντολής και ο περισπώμενος μπαγασάκος

 

Τον Μάιο του 2006, η Ιερά Σύνοδος οργάνωσε ημερίδα αφιερωμένη στο μονοτονικό, όπου και ζήτησε την επαναφορά του πολυτονικού. Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έκανε την εισαγωγική ομιλία στην ημερίδα αυτή· δεν ήταν όμως μια τυπική ομιλία, κατά που συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου ο πρόεδρος, ο διευθυντής, ο επικεφαλής τελοσπάντων του φορέα που διοργανώνει την εκδήλωση, λέει απλώς μερικές κομψές γενικούρες και αφήνει μετά τους ειδικούς να μπουν στην ουσία του θέματος. Όχι, η ομιλία του Χριστόδουλου ήταν εκτενέστατη και μπήκε στην ουσία του θέματος. Μια και μέχρι σήμερα δεν έχουν δημοσιευτεί οι άλλες εισηγήσεις στην ημερίδα (κι έτσι π.χ. δεν έχουμε μάθει τι είπε η καθηγήτρια κ. Ξανθάκη-Καραμάνου), το κείμενο του Αρχιεπίσκοπου είναι το μόνο τεκμήριο από την εκδήλωση αυτή. Στο άρθρο μου «Τα μεσάνυχτα του ιεράρχη», σε προηγούμενες σελίδες, αναλύω τα πεντέξι ψέματα που περιλαμβάνει μία μόνο παράγραφος της ομιλίας του κ. Χριστόδουλου. Επειδή όμως τα ψέματα περσέψαν και ξεχείλισαν, θα αφιερώσω ένα ακόμα σημείωμα στα ψέματα και τις ανακρίβειες της πολυτονιάτικης πανταχούσας του κ. Χριστόδουλου, όχι τόσο για να «ξεσκεπάσω» τον παραβάτη της ενάτης εντολής, αλλά επειδή ένα-δυο σημεία έχουν γενικότερο ενδιαφέρον. Λέει ο προκαθήμενος:

 

Η δασεία, η ψιλή, η περισπωμένη, η βαρεία και η υπογεγραμμένη απεσκυβαλίσθησαν με πρωτοφανή λύσσα, ως μιάσματα «της στείρας συντήρησης». Ο «προοδευτικός» φωταδισμός διέγραψε δια μονοκονδυλιάς μία γλωσσική και γραμματική, δηλαδή πολιτισμική, ιστορία εικοσι δύο αιώνων, με πρόφασι την απαλλαγή των μαθητών από περιττούς κόπους που απαιτούσε η εκμάθησις των δασυνομένων λέξεων και των τεσσάρων-πέντε κανόνων τονισμού.

 

Κατ’ αρχάς, και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω όσο κι εκείνοι θα το λένε, η βαρεία δεν καταργήθηκε (ή, αν προτιμάτε, δεν απεσκυβαλίσθη!) το 1982 που καθιερώθηκε το μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι είχε καταργηθεί με τη μεταρρύθμιση Ράλλη το 1976 επίσημα, ενώ στην πράξη είχε πάψει να χρησιμοποιείται πολύ νωρίτερα. (Χαρακτηριστικό είναι ότι στη σχολική Νεοελληνική Γραμματική που τύπωσε ο ΟΕΔΒ το 1979, δηλ. προ μονοτονικού, δεν αναφέρεται καθόλου η βαρεία!) Δεύτερον, ούτε η υπογεγραμμένη καταργήθηκε με το νομοσχέδιο του μονοτονικού, διότι δεν είναι τονικό σημάδι. Τρίτον, οι «22 αιώνες» ιστορίας παραείναι φουσκωμένοι. Για να μην τα πω εγώ που ίσως είμαι «φωταδιστής», ας δούμε τι λέει ο κατά πολύ ειδικότερος κ. Γ. Μπαμπινιώτης, στη Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας:

 

Η καθιέρωση των τόνων στην ιστορία της ελληνικής γραφής είναι μάλλον όψιμη, αφού αρχίζει μεν να εφαρμόζεται σε κάποια έκταση από τον 2ο/3ο μ.Χ. αι. στα φιλολογικά κείμενα (σσ. μια "ακανόνιστη" χρήση-κυρίως για τα ομόγραφα- ενός "είδους" πολυτονικού συστήματος είχε κάνει ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος περί το 200π.Χ.), αλλά η χρήση του για κάθε λέξη που γράφεται γενικεύεται αρκετούς αιώνες αργότερα στο Βυζάντιο, μόλις τον 9ο/10ο αι. μ.Χ. μαζί με την καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής.

 

Άρα, οι 22 αιώνες είναι μάλλον 11 ή το πολύ 17-18, διότι βέβαια η ακανόνιστη χρήση του συστήματος του Αριστοφάνη για τα ομόγραφα μόνο σαν υποσημείωση της «πολιτισμικής ιστορίας» νοείται.

 

Πιο ενδιαφέροντα όμως βρίσκω τον ισχυρισμό για τους «τέσσερις-πέντε κανόνες τονισμού», επειδή έχω δει και αλλού να επαναλαμβάνεται, ότι δήθεν οι κανόνες του τονισμού στο πολυτονικό ήταν πολύ απλοί, απλούστεροι ακόμα κι απ’ τους κανόνες του μονοτονικού τόλμησε να πει κάποιος –αλλά δυστυχώς δεν έχω κρατήσει το απόσπασμα.

 

Το ψέμα αυτό το ακούω καμιά φορά, και εκ πρώτης όψεως έχει λογική βάση: «τους κανόνες του τονισμού τους μάθαιναν οι μαθητές του δημοτικού», έλεγε κάποιος πολυτονιάτης, άρα ήταν απλοί και δεν χρειάζονταν πολύ κόπο, υπονοούσε. Τους μάθαιναν όμως; Σήμερα, εικοσιπέντε χρόνια μετά, όσοι είμαστε αρκετά μεγάλοι για να έχουμε ζήσει ως ενήλικες εκείνη την εποχή και αρκετά τολμηροί ώστε να το παραδεχόμαστε, θα πούμε ότι ασφαλώς εμείς δεν κάναμε κανένα λάθος τονισμού με το πολυτονικό.

 

Εμείς, φυσικά και δεν κάναμε λάθη! Όλοι οι άλλοι όμως έκαναν, όπως μπορεί να μας διαβεβαιώσει ο πρώτος τυχών παλιός δάσκαλος ή η ομολογία του βουλευτή που παραθέτω πιο πάνω, ότι για να μην εκτεθούν έβαζαν μια τζίφρα που να μπορεί να θεωρηθεί και το ένα και το άλλο, μια οξειοπερισπωμένη ή μια ψιλοδασεία. Δεν μπορώ βέβαια να παραθέσω όλους τους κανόνες του πολυτονικού, αλλά θα παραθέσω, από τον Ελισσαίο Γιανίδη, μία μόνο περίπτωση, σχετικά με το δίχρονο άλφα στα θηλυκά. Απολαύστε και ταυτόχρονα ευχαριστήστε τον άγιο Κριαρά και τους άλλους αγωνιστές του μονοτονικού για την ταλαιπωρία που γλιτώσαμε.

 

Πρέπει λοιπόν το παιδί να μάθει ότι [...] το τελικό α των θηλυκών, όταν έχει από πίσω του σύμφωνο εκτός ρ, είναι βραχύ: μοῦσα. Όταν έχει φωνήεν ή ρ είναι συνήθως μακρό: χώρα. Εξαιρούνται όμως (1) τα αλήθεια, μάχαιρα κ.ά., (2) τα γραῖα, μαῖα, μυῖα, (3) τα εις -ρα δισύλλαβα όσα πριν απ' το -ρα έχουν υ ή δίφθογγο: μοῖρα, σφῦρα..., (4) μα απ' αυτά πάλι κόντρα εξαιρούνται όσα έχουν το δίφθογγο αυ· αυτά έχουν το α μακρό: αύρα, λαύρα, σαύρα, (5) η τελεία έχει το α μακρό και θέλει οξεία, επειδή είναι απ' το δευτερόκλιτο τέλειος, ενώ η οξεῖα, η βαρεῖα έχουν το α βραχύ και θέλουν περισπωμένη, επειδή το αρσενικό τους είναι τριτόκλιτο: οξύς, βαρύς, (6) η ωραία, η τελευταία... θέλουν οξεία, τα ωραῖα, τα τελευταῖα... θέλουν περισπωμένη, (7) η σφαῖρα, η μοῖρα θέλουν περισπωμένη, αλλά της σφαίρας, της μοίρας θέλουν οξεία. Περιττό πια να σας πούμε την αιτία. Καταλαβαίνετε μόνοι σας ότι, αφού το σφαῖρα έχει περισπωμένη, το α είναι βραχύ, και, αφού το σφαίρας έχει οξεία, σίγουρα το α θα είναι μακρό. Έναν καιρό, επειδή το α ήτανε βραχύ, γι' αυτό η λέξη είχε περισπωμένη, σήμερα ανάποδα, επειδή η λέξη έχει περισπωμένη, γι' αυτό το α είναι βραχύ. Απ' το αποτέλεσμα βρίσκουμε την αιτία, την ανύπαρχτη σήμερα αιτία...

 

Θυμίζω ότι όλο αυτό το μακρυνάρι με τις εξαιρέσεις και τις κόντρα εξαιρέσεις αφορά μόνο το τελικό άλφα των θηλυκών. Αυτοί είναι οι «τέσσερις-πέντε» κανόνες τονισμού του κ. Χριστόδουλου; Μήπως εννοούσε τέσσερις-πέντε μόνο για το τελικό άλφα των θηλυκών;

 

Θα αντιτάξουν ίσως οι πολυτονιάτες ότι το σύγχρονο πολυτονικό έχει απλοποιηθεί πολύ σε σχέση με αυτό που επέκρινε ο Ελισσαίος Γιανίδης στο απόσπασμα που παρέθεσα. Θα συμφωνήσω. Πραγματικά, το πολυτονικό της τελευταίας πολυτονικής σχολικής γραμματικής, του 1979, έχει κάνει αρκετές απλοποιήσεις, δηλαδή γράφει με οξεία πολλές λέξεις που σε παλιότερες γραμματικές γράφονταν με περισπωμένη. Και πρέπει να πω ότι στα σημερινά πολυτονιάτικα κείμενα συνήθως αυτό το γιαλαντζί πολυτονικό προβάλλεται, ως πιο εύπεπτο. Όμως το επιχείρημα αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη καταδίκη των πολυτονιατών. Θέλω να πω, τι σκοπό εξυπηρετεί αυτό το «λάιτ» πολυτονικό; Τάχα αυτό δεν διασπά την ενότητα με το σύνολο της προηγούμενης γραμματείας, αφού φερειπείν στο λάιτ πολυτονικό η γυναίκα και η γλώσσα παίρνουν οξεία, ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια γράφονταν με περισπωμένη; (Να πούμε εν παρόδω ότι έτσι αχρηστεύεται και μια… ποιητική εικόνα του κ. Χριστόδουλου, ο οποίος στην πολυτονιάτικη πανταχούσα του φιλοτεχνεί το εξής, που αν το έλεγε κάποιος άλλος μπορεί να το βρίσκαμε ακόμα και σόκιν: Γράφεις γλώσσα και την βλέπεις να εμφανίζεται μέσα από το στόμα του ωμέγα, με την μορφή και πάλι της περισπωμένης. Αμ δεν εμφανίζεται στο γιαλαντζί πολυτονικό που πλασάρουν τώρα οι Νεμεσίτες και οι άλλοι πολυτονιάτες!) Και αφού, ακόμα κι αν επαναφέρουμε το λάιτ πολυτονικό σας, δεν θα πάψει να είναι διασπασμένη η ενότητα με την παλιότερη γραμματεία, γιατί να μη μείνουμε με το μονοτονικό; Θέλω να πω, δεν μπορείτε να τα έχετε μονά ζυγά δικά σας: αν θέλετε αδιάσπαστη την ενότητα, δεν μπορείτε να απλοποιείτε· κι αν απλοποιείτε (και μάλιστα με γενναίες παραχωρήσεις υπέρ της οξείας), τότε δεν έχετε αδιάσπαστη ενότητα.

 

Εκτός αυτού, θα υπήρχε κι άλλος ένας κίνδυνος. Ότι δηλαδή, όπως ακριβώς βρέθηκε το λεξικό Μπαμπινιώτη και ανάστησε «ετυμολογικά ορθούς» τύπους που είχαν πάψει να γράφονται εδώ και καμιά εικοσαριά αιώνες (κροκόδιλος, πλημύρα) ή και που δεν είχαν γραφτεί ποτέ (τσηρώτο, τζύρος), είναι απολύτως βέβαιο ότι αν ποτέ επανερχόταν το πολυτονικό, αμέσως μόλις καταλάγιαζαν οι πανηγυρισμοί των πολυτονιατών θα άρχιζαν οι σκυλοκαβγάδες για το αν πρέπει να παίρνει οξεία ή περισπωμένη η γλώσσα ή η γυναίκα ή τόσα άλλα. Όσοι έχουν γερό στομάχι ας δουν στον τρίτο τόμο του λεξικού του Σταματάκου το επίμετρο, που έχει πολυσέλιδα πρακτικά συνεδριάσεων της Ακαδημίας, να δείτε πόσοι τόνοι μελάνης χύνονται για να διαπιστωθεί αν οξύνεται ή αν περισπάται ο λυκουρίνος. Κι αν χρειάζονται τόσες συζητήσεις για λέξεις που υπήρχαν στην αρχαία γλώσσα, φανταστείτε σε τι ύψη μεταφυσικής θα φτάναμε για λέξεις καινούργιες, της λαϊκής γλώσσας!  

 

Διότι αυτό είναι και το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του πολυτονικού. Αν υποτεθεί ότι μπορούμε να εφαρμόσουμε το πολυτονικό (μέσες άκρες βέβαια) στις λέξεις που προέρχονται από την αρχαία, τι θα κάνουμε με τις καινούργιες, τις λαϊκές λέξεις; Ας δούμε τι έγραφε το 1933 ο Μαν. Τριανταφυλλίδης (ξεσηκώνω από άρθρο του Γ. Χάρη):

 

Τριάντα, πενήντα, παραμύθι, προζύμι  ή Νίκος, διάκος. Πώς πρέπει να τονιστούν σύμφωνα με την ιστορική αρχή; H πρώτη σκέψη ενός "ιστοριστή" είναι, πως αφού το ι και το α ήταν κοντόχρονα στο τέλος των ουδετέρων και των αριθμητικών σε -κοντα κτλ., πρέπει να τονιστούν και οι λέξεις αυτές με περισπωμένη -όσο η παραλήγουσά τους είναι μακριά: τριᾶντα, προζῦμι, παραμῦθι. Από μιαν άλλη ωστόσο άποψη και στη βάση πάντοτε της ιστορικής ορθογραφίας μπορεί να πει κανείς πως οι λέξεις αυτές πρέπει να φυλάξουν τον τόνο που είχαν πριν χάσουν μια συλλαβή: τριά(κο)ντα, παραμύθι(ον), προζύμι(ον), τρῶγε αλλά τρώ(γο)με. Αυτή την άποψη μπορεί να τη δυναμώσει και η σκέψη πως, όταν γεννήθηκαν οι νέοι τύποι, η περισπωμένη δεν είχε πια την ξεχωριστή της προφορά κι επομένως δε θα είχε εδώ ιστορική δικαιολογία και δικαίωμα, ακόμη περισσότερο αν αποβλέψομε σε λέξεις νέες καθώς τουλουμοτύρι κτλ. Γίνεται φανερό σε τι άγονα αδιέξοδα μάς πάει η εφαρμογή της ιστορικής αρχής στην ορθογράφηση της νέας μας γλώσσας.

 

Αν και η προειδοποίηση για τα άγονα αδιέξοδα μπορεί να ισχύσει και για άλλες περιπτώσεις πέρα από το πολυτονικό, γίνεται θαρρώ ολοφάνερο ότι είναι εντελώς μάταιο να επιχειρήσουμε να τονίσουμε πολυτονικά λέξεις γραμμένες σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζει μακρά και βραχέα, παρά έχει όλα της τα φωνήεντα ισόχρονα. Κι έτσι, όπως αυτοκριτικά ίσως σημείωνε σε επιστολή του στη Νέα Εστία ένας υπερασπιστής του πολυτονικού, ποτέ δεν θα μάθουμε αν ο μπαγασάκος (δεν νομίζω να εννοούσε τον αρχιεπίσκοπο) οξύνεται ή περισπάται…






 

Επιστροφή στην "Δράκα"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου