Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Μπούρμπερη ή πούλβερη (και η απαραίτητη στάχτη)

 

Αφορμή για το σημερινό σημείωμα πήρα από μια φωτογραφία που μου έστειλε φίλος, από τη δεκεμβριανή εξέγερση στην Αθήνα. Να η φωτογραφία:

 

 

Στάχτη και Burberry λοιπόν! Το λογοπαίγνιο είναι ευφυέστατο, καθώς η ακριβή μάρκα Μπέρμπερι, αν διαβαστεί με φωνητική ορθογραφία (περίπου όπως θα το διάβαζε ένας ισπανός[1]) γίνεται ομόηχη με τη μπούρμπερη.

 

Η καημένη η μπούρμπερη ανήκει σε μια ειδική κατηγορία λέξεων που δεν στέκονται πια μόνες τους αλλά εμφανίζονται στο λόγο μόνο σε στερεότυπες εκφράσεις και μόνο παρέα με άλλες. Η μπούρμπερη έχει ανάγκη τη στάχτη για να εμφανιστεί, ενώ η στάχτη μπορεί κάλλιστα να ακολουθήσει και σόλο καριέρα. Όμοια δεσμευμένες είναι κι άλλες λέξεις, σαν το φηλί που δεν βγαίνει στο μεϊντάνι χωρίς το κλειδί, ή σαν τα λυσσακά που μόνο αν τα τρώει κανείς εμφανίζονται.

 

Η μπούρμπερη, επιπλέον, έχει κι ένα άλλο πρόβλημα, ότι εμφανίζεται σε πολλές παραλλαγές και ότι έχει πέσει θύμα λεξικογραφικό. Τι εννοώ; Κανένα λεξικό δεν λημματογραφεί πρώτον τον τύπο μπούρμπερη, που είναι ο ευρύτερα χρησιμοποιούμενος. Ο Μπαμπινιώτης λημματογραφεί τον τ. μπούλμπερη και προσθέτει «κ. μπούρμπερη». Ο Κριαράς λημματογραφεί επίσης μπούλμπερη και δίνει δύο παραλλαγές, μπούρπερη (ίσως τυπογραφικό λάθος) και πούλβερη. Το ΛΚΝ λημματογραφεί το «πούλβερη» χωρίς να αναφέρει καθόλου τους τύπους μπούρμπερη, μπούλμπερη κτλ. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, γιατί όποιος αναζητήσει τους τύπους από μπ- δεν έχει ελπίδα να τους βρει. Το λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη λημματογραφεί μπούλμπερη, χωρίς αναφορά στο μπούρμπερη. Ο Δημητράκος λημματογραφεί μπούλμπερη και αναφέρει εναλλακτικά τους τ. μπούλβερη και πούλβερη.

 

Εδώ υπάρχει ένα λεξικογραφικό πρόβλημα: η προσωπική μου πείρα λέει ότι ο τ. μπούρμπερη είναι πολύ συχνότερος και αυτό επιβεβαιώνεται από το γκουγκλ, που δίνει 13.200 ανευρέσεις στο μπούρμπερη , 970 στο μπούλμπερη και μόνο 100 στο πούλβερη. Δεν πρόκειται τόσο για ευπρεπισμό, όσο για συντηρητισμό. Πράγματι, η πρόχειρη αποδελτίωση που έκανα μου επιτρέπει να υποθέσω ότι παλιότερα ήταν συχνότεροι οι τύποι πούλβερη και μπούλμπερη. Ίσως στη βόρεια Ελλάδα να μην πολυσυνηθίζουν τους τύπους από μπ- πράγμα που θα εξηγούσε (χωρίς να δικαιολογεί) την προτίμηση του ΛΚΝ στον τύπο πούλβερη.

 

Πώς ετυμολογείται η λέξη; Ο Μπαμπινιώτης λέει ότι έρχεται από το λατινικό pulvis, που θα πει σκόνη, αλλά βέβαια παραλείπει τουλάχιστον έναν ενδιάμεσο κρίκο, αφού το μεσαιωνικό πούλβερη δεν ήρθε κατευθείαν από τα λατινικά. Μεσολάβησε το ιταλικό polvere. Το λεξικό ΛΚΝ έχει σωστά την ετυμολογία. Αρχικά ήταν το pulvis (γενική pulveris, αιτιατική pulverem) και από εκεί πρόκυψε το ιταλικό polvere που το δανειστήκαμε κι εμείς.

 

Λοιπόν το polvere σήμαινε σκόνη, όμως σήμαινε και το μπαρούτι, αφού κι αυτό ήταν τριμμένο σε σκόνη. Έτσι πήραμε την πούλβερη και με τις δυο σημασίες, και από την αιτιατική (την πούλβερη) το αρχικό π έγινε μπ, για ν’ ακολουθήσει μετά η πολύ συχνή τροπή του λάμδα σε ρο και του βήτα σε μπ. Σύμφωνα με τα λεξικά, μπούρμπερη (ή οι παραλλαγές της) είναι αφενός η σκόνη και αφετέρου το μπαρούτι, όπως δηλαδή και στα ιταλικά.

 

Σε παλιότερα κείμενα η λέξη υπήρχε και αυτόνομα· λογουχάρη σε αιγινήτικο αποκριάτικο τραγούδι λέγεται ότι «βάσταγε και στα χέρια του δυο-τρία ταγαράκια, στο ένα είχε τη μπούρμπερη, στο άλλο είχε τα βόλια»

 

Σήμερα όμως η λέξη επιβιώνει μόνο παρέα με άλλες, ιδίως τη στάχτη, ιδίως στη στερεότυπη έκφραση «στάχτη και μπούρμπερη». Η στερεότυπη αυτή έκφραση δηλώνει κυρίως αδιαφορία: Στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν όλα! δηλαδή γαία πυρί μιχθήτω, να καούν όλα, δεν με νοιάζει. Αλλά χρησιμοποιείται και σαν περιγραφή: έγιναν όλα στάχτη και μπούρμπερη, καταστράφηκαν. Επίσης, σαν κατάρα: Στάχτη και μπούρμπερη να γίνεις!

 

Η λέξη ήρθε στην επικαιρότητα με τις ολέθριες πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007. Σε ένα πολύ ωραίο άρθρο του γραμμένο τότε στο skai.gr, ο Κώστας Ράπτης θυμίζει ότι ο αξέχαστος Τάσος Χριστίδης συνήθιζε να φέρνει αυτή την έκφραση σαν παράδειγμα «καταφυγής στην ακατανοησία». Η αίσθηση του πύρινου ολέθρου αναδιπλασιάζεται με αυτή την συμπαράθεση της οικειότατης στάχτης με την ασαφή για πολλούς «μπούρμπερη».

 

Ο αναδιπλασιασμός αυτός δυο περίπου συνώνυμων λέξεων δεν είναι σπάνιος στον λαϊκό λόγο: χαΐρι και προκοπή να μη δεις, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Θα υπάρχουν ασφαλώς και άλλα παραδείγματα, αλλά δεν έχω πρόχειρο κανένα αυτή τη στιγμή, ή μάλλον έχω ένα που κι αυτό περιλαμβάνει τη λέξη «μπούρμπερη».

 

Σε παλιότερα κείμενα βρίσκει κανείς την έκφραση «έγινε μπούρμπερη και κουρνιαχτός» με τη σημασία «εξαφανίστηκε». Κουρνιαχτός είναι βέβαια η σκόνη (από το αρχαίο κονιορτός) οπότε βρίσκουμε και πάλι τα οιονεί συνώνυμα. Δεν νομίζω ότι η έκφραση «έγινε μπούρμπερη και κουρνιαχτός» χρησιμοποιείται πολύ, αν και τη βρήκα σε άρθρο του Θ. Πάγκαλου στο Βήμα (2003). Στον Ζορμπά του Καζαντζάκη, βρίσκουμε την έκφραση αυτή να χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της «στάχτη και μπούλμπερη»: Με λένε Περονόσπορο, γιατί όπου πάω, λέει, τα κάνω μπούλβερη και κουρνιαχτό.

 

Από τις παραλλαγές, ο Παπαδιαμάντης έχει χρησιμοποιήσει τον τύπο «πούλβερη» (στη Γυφτοπούλα, ωστόσο, όπου η γλώσσα του δεν θεωρείται αβίαστη) ενώ ο Καραγάτσης στο Δέκα δίνει την κατάρα «Στάχτη και πούλβερη να γενείς!» Ο Τσίρκας στη Νυχτερίδα έχει «Καπνός και πούλβερη» για να περιγράψει μια εικόνα καταστροφής. Στον Καρκαβίτσα βρίσκω «μπούλμπερη», ενώ σε ένα θεατρικό του βουνού του Κοτζιούλα βρίσκω ανάποδη τη σειρά των λέξεων: που να γίνετε μπούρμπερη και στάχτη! Στο γκουγκλ βρίσκω αρκετές δεκάδες ανευρέσεις του τύπου «Φωτιά και μπούρμπερη», που δεν τον έχω αποδελτιώσει σε παλιότερα κείμενα. Εικάζω (αν και μπορεί να πέφτω έξω) πως πρόκειται για νεότερο σχηματισμό, σε μια προσπάθεια να «εκλογικευτεί» η έκφραση.

 

Ερώτημα που γεννιέται, είναι αν στην έκφρ. «στάχτη και μπούρμπερη» η μπούρμπερη είχε αρχικά τη σημασία της σκόνης ή του μπαρουτιού. Κάποιοι πιστεύουν το δεύτερο, μάλιστα ο Χατζιδάκις κάπου (με επιφύλαξη γιατί δεν έχω κάνει αυτοψία) λέει ότι υπήρξε και επίδραση του «μπουμ» για να γίνει μπούλβερη η λέξη, αλλά δεν θα συμφωνούσα. Κρίνοντας από την παράθεση των οιονεί συνωνύμων, νομίζω πως η σημασία είναι «σκόνη». Βέβαια, το ερώτημα είναι ακαδημαϊκό από τη στιγμή που σήμερα η μπούρμπερη επιβιώνει μόνο στην έκφραση «στάχτη και μπούρμπερη» και εκεί έχει μεταφορική σημασία.

 

Τελειώσαμε λοιπόν; Σχεδόν. Η μπούρμπερη έχει κι ένα μακρινό ξαδερφάκι στη γλώσσα μας, αγνώριστο σχεδόν. Θα μπορούσα να το βάλω σαν αίνιγμα ή κουίζ, αλλά ας το πάρει το ποτάμι. Ξαδερφάκι της μπούρμπερης είναι η πούδρα, δάνειο από τα γαλλικά (poudre = πούντρα) που φόρεσε ταγιεράκι κι έγινε πούδρα. Αλλά το γαλλικό poudre έρχεται κι αυτό (μέσω ενός παλαιού τύπου puldre) από το λατινικό pulvis, και το poudre αρχικά σήμαινε σκόνη –και οι πρώτες καλλυντικές πούδρες δεν ήταν παρά κονιοποιημένο ρύζι. Όμως, η πούδρα ξέχασε την ταπεινή της καταγωγή και μπήκε στον καλό κόσμο, ενώ η μπούρμπερη έμεινε μέσα στις στάχτες και τ’ αποκαΐδια. Εκτός κι αν είναι burberry, οπότε ξαναβρίσκει τα σαλόνια.

 

 

 

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu

                      

 

 

 



[1] Περίπου, γιατί στα ισπανικά η μάρκα προφέρεται Μπουρμπέρρι, με το δεύτερο ρο ηχηρότατο.