Η κριτική αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία τον Νοέμβριο του 2002. Την αναδημοσιεύουμε εδώ με την ευγενική άδεια της κριτικού (που έχει κάνει και κάποιες δευτερεύουσες διορθώσεις), αφ’ ενός επειδή το περιοδικό δεν είναι διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή και αφ’ ετέρου επειδή όχι μόνο επισημαίνει απίστευτα μεταφραστικά λάθη αλλά και θίγει ορισμένα μεταφρασιολογικά προβλήματα· έχει δηλαδή μεγάλο ενδιαφέρον για κάθε μεταφραστή αλλά και φιλαναγνώστη.  Προειδοποίηση: δεν πρόκειται για εύκολο ανάγνωσμα!

 

Ν.Σ.

 

 

 

 

Τζωρτζ Στάινερ, Αξόδευτα πάθη, μετάφραση, πρόλογος και σχόλια Κατερίνα Σχινά, Νεφέλη, Aθήνα, 2001

 

 

 

 

Ούτω και υμείς δια της γλώσσης εάν μη εύσημον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται το λαλούμενον; έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες.

 

                                                                                                                                                                                                Απόστολος Παύλος

                                                                                                                                                                                                                                                                Α΄ Προς Κορινθίους, ιδ΄ 9

                                                                                                                                                                       

 

 

Υπάρχουν δυο πάγιες όσο και αντίρροπες ιδεοληψίες περί μεταφράσεως: η μια θέλει την πιστότητα εχθρά της ωραιότητας: όσο πιο πιστή δηλαδή μια μετάφραση τόσο πιο αποστεωμένη, στρυφνή και άχαρη. Η άλλη θεωρεί την «ωραία» μετάφραση,  αυτήν, με άλλα λόγια, που πληροί το βασικό αίτημα της καλλιέπειας, ή έστω της ευπρέπειας, ex principio πιστή.  Ωραία η γλώσσα της; Πλούσιο το λεξιλόγιό της; Έντεχνη η σύνταξή της; Αν ναι, τότε η μετάφραση αυτεγγυάται την πιστότητά της και σπάνια ελέγχεται εκ του σύνεγγυς. Σπάνια, δηλαδή, αμφισβητείται η γλωσσική, υφολογική, σημασιολογική, πραγματολογική της συνέπεια και ακόμα σπανιότερα υποβάλλονται οι αναγνώστες, οι κριτικοί, οι μελετητές στον κόπο της αντιπαραβολής της με το πρωτότυπο.

  Τέτοια είναι, φοβούμαι, η μετάφραση του No Passion Spent του Τζωρτζ Στάινερ από την Κατερίνα Σχινά, που φέρει τον (ομολογουμένως θαυμάσιο) ελληνικό τίτλο Αξόδευτα πάθη. Ωραία την όψιν μετάφραση, με τον αέρα, τη σιγουριά που χαρίζουν τα πλούσια γλωσσικά κάλλη, όχι όμως αρκούντως πιστή!

Δέχομαι πως το κείμενο του Στάινερ, πυκνό, σύνθετο και εκθαμβωτικής ρητορικής δεινότητας, είναι μια διαρκής άσκηση ισορροπίας και για τον πιο επιδέξιο μεταφραστή· πως πολλές από τις παρανοήσεις είναι ως εκ τούτου κατανοητές και συγγνωστές. Δέχομαι επίσης πως η γλώσσα της Κ. Σχινά μαρτυρά εντυπωσιακές αρετές ευελιξίας και ευρηματικότητας, λεκτικό πλούτο, εύρυθμη σύνταξη.

Δεν μπορώ όμως να καταλάβω πώς είναι δυνατόν κάποιος που χειρίζεται με περισσή άνεση και τα ελληνικά και τα αγγλικά, να μεταφράζει, φερειπείν, το πολύ τρέχον «we have sound [βάσιμους] reasons to believe» ως «έχουμε ηχηρούς λόγους να πιστεύουμε» (σ. 176) (τι μπορεί να σημαίνει αυτό;), να εκλαμβάνει το κοινότατο επίθετο «cardinal» (βασικός, πρωτεύων, θεμελιώδης) ως ουσιαστικό και να το εκχριστιανίζει σε «καρδινάλιο» (σ. 51)[1], να αντιστρέφει το «paucity» (έλλειψη) σε «δαψίλεια» (!) (σ. 107) και να αποδίδει το «begetter» (γεννήτωρ) ως «γέννημα»: η φράση «[…] the Odyssey often figures in neo-classical texts as the begetter of the Aeneid»  μεταφράζεται από την Κ. Σχινά «η Οδύσσεια συχνά αντιμετωπίζεται από τους νεοκλασικούς εκτιμητές ως γέννημα της Αινειάδας» (σ. 91), τερατογένεση που ανατρέπει – μεταμοντερνιστικώς πως–  τη λογοτεχνική γενεαλογία!

Τι μπορεί να οδηγήσει άραγε στην απόδοση του ρήματος «to underwrite» (εγγυώμαι) ως «υπογραμμίζω» (σ. 24, 79, 146) και του ουσιαστικού «custody» (φύλαξη) ως «κουστωδία» (σ. 44); Πώς να εξηγήσει κανείς τη μετάφραση των «ξυλοπόδαρων» ως «σεντόνια» (σ. 40)[2] και των «pursuant bears» (αρκούδες που καταδιώκουν) ως «εκτελέστριες αρκούδες» (σ. 130);

            Όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια, η δουλειά της Κ. Σχινά παρουσιάζει το παράδοξο μιας κομψής αλλά ανεπεξέργαστης έως και αφελούς μετάφρασης, το ασύμβατο μιας γλώσσας, ευκρινούς, ρέουσας, που όμως βρίθει παραναγνώσεων, αστοχιών και ανακριβειών.

Καμιά –το τονίζω– καμιά μεμψίμοιρη πρόθεση λαθοθηρίας, καμιά (θέλω να πιστεύω) στενόμυαλη σχολαστικότητα από μέρους μου, αλλά ένα μόνο μέλημα: να προβληθεί η σημασία, να ακουστεί η σημαίνουσα αντήχηση της «καλής ανάγνωσης», της τόσο προσφιλούς στον Στάινερ lecture bien faite. Και τι  είναι πάνω απ’ όλα ο μεταφραστής αν όχι ένας προνομιούχος αναγνώστης, τι οφείλει λοιπόν να είναι αν όχι ένας υπεύθυνος αναγνώστης;

 

Το ανά χείρας μετάφρασμα είναι επιλογή 11 κειμένων από το σύνολο των 21 δοκιμίων και διαλέξεων (1978-1995) που συναποτελούν το No Passion Spent του Τζωρτζ Στάινερ. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1996 και είναι τρυφερά αφιερωμένο στους πολύ αγαπητούς φίλους του Στάινερ, από τα χρόνια της Γενεύης, τη Μαρία και τον Γιώργο Εμπειρίκο.

Γέννημα-θρέμμα της κεντροευρωπαϊκής εβραϊκής διασποράς, homo universalis εκθαμβωτικής καλλιέργειας, τέως καθηγητής αγγλικής και συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, εταίρος στο Churchill College του Καίμπριτζ, περιώνυμος κριτικός της λογοτεχνίας (Economist, New Yorker, Salmagundi, TLS) και λογοτέχνης ο ίδιος, ο Τζωρτζ Στάινερ θεωρείται από τους τελευταίους μεγάλους ουμανιστές των καιρών μας.  Το έργο του απολαύει  επιτέλους εκδοτικού ενδιαφέροντος στον τόπο μας και ένα μέρος του διατίθεται τώρα στα ελληνικά[3].

Η αστραφτερή πρόζα του Αξόδευτα πάθη συμπυκνώνει τις καίριες στιγμές της σκέψης του Στάινερ, εκτυλίσσει τα εναγώνια ερωτήματά του, πάλλεται από τα πάθη του, τις συμπάθειες, τις εμπάθειες και τις αντιφάσεις του. Τα μεστά του κείμενα καλύπτουν ένα ευρύτατο, αν και κάπως ετερόκλητο θεματικό πεδίο: μια πρώτη ενότητα εγείρει θέματα σχετικά με την ιστορία, την επιστημολογία, το έθος και το ήθος της ανάγνωσης, της ερμηνείας και της μετάφρασης («Ο σπάνιος αναγνώστης», «Ο Όμηρος στα αγγλικά», «Τι είναι η συγκριτική φιλολογία;», « Μια ακριβής τέχνη»). Ετερόδοξη κριτική ασκείται σε παγιωμένες θέσεις και στερεότυπα: πιστεύουμε ότι οι ΗΠΑ είναι η καινούργια γη της πολιτισμικής Επαγγελίας; Ο Στάινερ καταγγέλλει  την πολιτισμική τους στειρότητα («Τα αρχεία της Εδέμ»). Θεωρούμε ότι η φροϋδική ερμηνεία των ονείρων έχει επιστημονικά ερείσματα; Ο Στάινερ  προβάλλει την ιστορικότητά της, ανάλογη με αυτή της παραδοσιακής ονειροκρισίας («Η ιστορικότητα των ονείρων»). Διαισθάνεται ο Βιττγκενστάιν, στα χνάρια του Τολστόι και του Έλιοτ, ότι ο Σαίξπηρ στερείται υπερβατικής διάστασης, ότι αν είναι απαράμιλλος γλωσσοπλάστης δεν είναι Dichter, φορέας, δηλαδή, ιερού λόγου, θρησκευτικής αλήθειας; Ο σαιξπηρολόγος Στάινερ τείνει να συμφωνήσει («Μια αρνητική ανάγνωση στον Σαίξπηρ»). Μια τρίτη ενότητα κειμένων θέτει καίρια μεταφυσικά ερωτήματα: το μυστήριο της «ουσιώδους οντότητας» του πραγματικού πνευματικού έργου («Πραγματικές παρουσίες», «Οι δύο αλέκτορες», «Δύο δείπνα»)· η αδυνατότητα αναπαράστασης από το θέατρο, τη λογοτεχνία γενικά, του αναπόδραστου κακού, ή του απόλυτου κενού («Απόλυτη τραγωδία»)· η παραλληλία των εμβληματικών θανάτων του Σωκράτη και του Ιησού, έτσι όπως σφράγισαν τη νόηση και τον ψυχισμό μας («Οι δύο αλέκτορες», «Δύο δείπνα»).

Με πάθος (ενίοτε όμως και με μεγαλορρημοσύνη), ο Στάινερ εξαίρει τη συμβολή του γραπτού λόγου –της Βίβλου[4] και του Ομήρου, πρωτίστως– στην οικοδόμηση του δυτικού πολιτισμού, που οφείλει την υπεροχή του ακριβώς στα προϊόντα του πνεύματος. Αυτό το πνεύμα που, από την άλλη μεριά, όχι μόνο δεν αναχαίτισε την προέλαση της βαρβαρότητας –τη μισαλλοδοξία, τον ολοκληρωτισμό, τον αντισημιτισμό, την Shoah, όπως προτιμά ν’ αποκαλεί το Ολοκαύτωμα ο Στάινερ, τα τόσα εγκλήματα του «πεπολιτισμένου» 20ού αιώνα– αλλά της έτεινε και χείρα βοηθείας. Οδυνηρά παραδείγματα, ο σταλινισμός ενός Λούκατς, η απολογία του γκουλάγκ από έναν Σαρτρ, η σύμπραξη με τον ναζισμό ενός Χάιντεγκερ. Ο λόγος δεν απέτρεψε  το ά-λογο, ο πολιτισμός στην ύψιστη μορφή του δεν απάλλαξε τον άνθρωπο από το απάνθρωπο. Αυτό το κορυφαίο παράδοξο είναι η μεγάλη απορία του Στάινερ, η βασανιστική αγωνία του, που αντανακλά, τολμώ να πω (έχοντας φοιτήσει επί χρόνια κοντά του, στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης), και τη μύχια πάλη του με τον δαίμονα της δικής του αδιαλλαξίας.

Με πάθος διατρανώνει ο συγγραφέας την απόγνωσή του για τη λήθη που απειλεί τα καταπιστεύματα της κλασικής παιδείας, για τη βαθμιαία απώλεια των οδηγιών χρήσεως του καλού αναγνώστη και του καλού ερμηνευτή, που πιστεύουν ακόμη (όπως εκείνος), με πίστη ευλαβική, στην  «ουσιώδη οντότητα» του λόγου και της τέχνης, στο μυστήριο μιας «πραγματικής παρουσίας», μιας μετουσίωσης συντελούμενης χάρη στην υπερβατική σχέση έργου και δημιουργού, έργου και εν εγρηγόρσει αποδέκτη. Έστω και εν τη απουσία Θεού! Νέο παράδοξο, νέα ζείδωρη αντίφαση.

Στο στόχαστρο του Στάινερ οι ζημιογόνοι, αν και κατ’ εκείνον ιστορικά προδιαγεγραμμένοι –ισμοί (θετικισμός, φροϋδισμός, δομισμός και κυρίως αποδομισμός): κατάφεραν θανατηφόρα πλήγματα στην έννοια της ex nihilo λογοτεχνικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην έννοια του συγγραφέα και της εμπρόθετης γραφής του,  στην έννοια της ιεράρχησης μεταξύ του πρωτογενούς λόγου και της πληθώρας του δευτερογενούς σχολιασμού, και σ’ αυτήν ακόμα την έννοια της οιασδήποτε auctoritas, της οιασδήποτε πρωτοκαθεδρίας στον χώρο του πνεύματος. Οδήγησαν έτσι στη διάρρηξη της σχέσης λόγου και κόσμου και στη σημερινή «κρίση του νοήματος» (αν και είναι αλήθεια, παραδέχεται ο Στάινερ, ότι σ’ αυτή την εκθεμελίωση προηγήθηκε η σκαπάνη του Ρεμπώ και του Μαλλαρμέ).  

 Στο στόχαστρο η εμπορευματοποίηση και ο άναρχος καταναλωτισμός της κουλτούρας, η πληροφόρηση που αντιμάχεται τη γόνιμη –με χαρτί και μολύβι– μάθηση και που διατίθεται χύδην από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους υπολογιστές, ακόμη και από το βιβλίο τσέπης: «Και είδον επί την δεξιάν του καθημένου επί του θρόνου βιβλίον γεγραμμένον έσωθεν και όπισθεν, κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά»[5]: «Μπορεί ένα paperback, αναρωτιέται με αιχμηρή ειρωνεία ο Στάινερ, να φέρει επτά σφραγίδες;» (σ. 38).

 Οι ΗΠΑ είναι, για τον συγγραφέα, αν όχι απόδειξη πάντως ένδειξη ότι ο εκδημοκρατισμός της παιδείας, ίσως ο εκδημοκρατισμός εν γένει, δεν επαυξάνει το ποσοστό της ιδιοφυΐας, δεν διευρύνει το πεδίο της αληθινής δημιουργίας:

 

Ο διαχωρισμός των πηγών του πολιτισμού από την έννοια μιας μειοψηφίας είτε είναι αυταπάτη, είτε ασύστολο ψεύδος. (σ. 259)

 

Εδώ προβάλλει ο ελιτιστικός πλατωνισμός του Στάινερ, που εξοργίζει τους πολεμίους του. Ο στοχαστής διατείνεται –με υπεροψία και με μια άδικη, νομίζω, απολυτότητα– ότι από τα λιμνάζοντα ύδατα της αμερικανικής κουλτούρας δεν αναδύονται αξιομνημόνευτα, διαχρονικά έργα. Ότι οι Αμερικανοί είναι αρχειοθέτες, όχι δημιουργοί:

 

η αμερικανική φιλοσοφία και μουσική παραμένουν διακριτά  δευτερογενείς και […] το μεγαλύτερο μέρος των σημαντικών επιτευγμάτων στα αμερικανικά μαθηματικά είναι ξενικής προέλευσης. (σ. 235)

 

Και μολονότι συμφωνεί ότι «κανένα έργο του Ρακίνα δεν αξίζει μια Βαστίλλη», εντούτοις θεωρεί ότι η υψηλή τέχνη δεν καρποφορεί απαραιτήτως σε έδαφος φιλελευθερισμού (όπως δηλαδή το αμερικανικό). Ότι τα ολοκληρωτικά ή αυταρχικά καθεστώτα (το πρώην σοβιετικό, το κινεζικό, τα λατινοαμερικανικά), καίτοι ηθικά καταδικαστέα, γεννούν την πνευματική εγρήγορση, ευνοούν τη φιλοσοφική αμφισβήτηση, την καλλιτεχνική αντίσταση και είναι, ως εκ τούτου, τα μόνα ίσως πρόσφορα στη μεγάλη δημιουργία.

Αν όμως ισχύουν όντως όλα αυτά, αν το δέντρο της σκέψης θάλλει μόνο στο πετρώδες χώμα του αντίξοου δεσποτισμού, αν είναι αλήθεια ότι οι Πλάτωνες έλκονται τόσο συχνά από τους Διονύσιους και ότι ο  φιλοσοφικός στοχασμός, η καλλιτεχνική τελείωση δεν είναι εχέγγυα ούτε μοχλοί εκπολιτισμού, τότε προς τι ο σισύφειος αγώνας του Στάινερ για την επιβίωση της κλασικής ανθρωπιστικής παιδείας; Προς τι η πεποίθησή του για την ανάγκη στήριξης της λόγιας παράδοσης; Δεν είναι μήπως αλήθεια ότι ο ναζισμός γεννήθηκε όχι στην «αγράμματη» Β. Αμερική αλλά στην υπερ-εγγράματη Γερμανία του Μεσοπολέμου;

Σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα, ο συγγραφέας, αγνωστικιστής, ταγμένος μολαταύτα με θρησκευτική προσήλωση στη μεταλαμπάδευση της γνώσης, δεν δίνει, δεν μπορεί να δώσει σαφή απάντηση. Μένουν λοιπόν να αιωρούνται σαν μόρια σωκρατικής απορίας. Η μόνη ίσως λύση ενέχεται στην ένθερμη παρότρυνση του Στάινερ (παραπέμπω και στη σύντομη αλλά ενδιαφέρουσα εισαγωγή της Κ. Σχινά) να συνεχίσουμε την προσπάθεια «ως εάν» όλα αυτά να είχαν σημασία. Να εξακολουθήσουμε, με άλλα λόγια, να στοχαζόμαστε, να μελετάμε,  να δημιουργούμε, ως εάν η απουσία νοήματος να είναι μια παροδική συνθήκη της πεπτωκυίας φύσης μας. Ως εάν στα περιαυγή ανθρώπινα έργα, στη μεγάλη τέχνη, στα σπουδαία βιβλία του παρελθόντος και του μέλλοντος να κρύβεται, μολαταύτα, το χαμένο κλειδί της Εδέμ.

Και αυτό ακόμα και αν στη λογοτεχνική μας παράδοση οφείλουμε τις δυο απαράκαμπτες μαρτυρίες της άνοος ανθρώπινης στάσης. Καταγράφοντας τις καταστατικές στιγμές των θανάτων του Σωκράτη και του Ιησού, ο Πλάτων στην Απολογία και τον Φαίδωνα, αφενός, η Καινή Διαθήκη, αφετέρου, έχουν εναποθέσει ένα αβάσταχτο φορτίο ενοχής στους ώμους της ανθρωπότητας. Στις απόπειρες της δυτικής σκέψης, από τον νεοπλατωνισμό μέχρι τον Χέγκελ, τον Κίρκεγκωρ, τον Νίτσε, να συνταυτίσει ή να αντιπαραθέσει τους δύο αυτούς θανάτους, το νόημα και τον συμβολισμό τους, ο Στάινερ αφιερώνει τα καταληκτικά κείμενα της συλλογής, κείμενα σπάνιας στοχαστικής πυκνότητας και έμπλεα οντολογικής απορίας.

Μέχρι σήμερα, προσπαθούμε να εξηγήσουμε τις δυο αυτές θεμελιακές καταδίκες της δυτικής μας ιστορίας, να ζυγίσουμε τη βαρύνουσα αντίσταση στους παγιωμένους θεσμούς, στο συντηρητικό συλλογικό credo που προέβαλαν πρώτα ο Σωκράτης, μετά ο Ιησούς, οι δύο αυτοί «απόλιδες», οι δύο αυτοί «ταραξίες», απειλώντας τον κοινωνικό εφησυχασμό στο όνομα ενός υπερβατικού αγαθού. Οι συνέπειες της απόρριψής τους από το κοινωνικό σύνολο είναι ακαταμέτρητες. Μια από τις πιο σημαντικές είναι, για τον Στάινερ, ο ανεκρίζωτος αντισημιτισμός που διέπλασε το χριστιανικό υποσυνείδητο. Η άρνηση των Εβραίων –αυτών των αμετάπειστων, των ανένταχτων– να αποδεχτούν τον Μεσσία έδωσε άλλοθι στα διαδοχικά πογκρόμ και οδήγησε στη θηριωδία του Ολοκαυτώματος. Σε σελίδες διάπυρης πνευματικής ανάτασης αλλά και αληθινής απόγνωσης, ο Στάινερ ιχνηλατεί τις συμμετρίες που λανθάνουν κατ’ εκείνον ανάμεσα στον Γολγοθά και το Άουσβιτς:

 

Αρνούμενος την κένωσιν του Θεού, τη δωρεά της ουσίας Του στο πρόσωπο του Χριστού, ο ιουδαϊσμός έκρινε πλαστή και αντίθετη προς τη λογική τη θέωση ενός ανθρώπου. Στο Άουσβιτς, οι χασάπηδες υποβίβασαν  τόσο τα θύματά τους όσους και τους εαυτούς τους στο επίπεδο του υπανθρώπου. «Αποκτήνωσαν»  την ανθρωπότητα, μέσω της σάρκας εκείνων που είχαν αρνηθεί την κυριολεκτική θεϊκότητα αυτής της ίδιας της σάρκας στον Ιησού τον Εβραίο.[6] (σ. 305)

 

Την ίδια παραλληλία μεταξύ Σωκράτη και Ιησού ανιχνεύει ο Στάινερ και σε δύο κορυφαίες στιγμές του «συνδιαιτάσθαι» –αυτές του Συμποσίου και του Μυστικού Δείπνου–  οι οποίες συνυφαίνουν, μετουσιωμένους ή μη, τους ύψιστους τρόπους του αγαπάν, του φιλείν και του εράσθαι, προοικονομώντας την αξεδιάλυτη σύζευξη έρωτα/αγάπης και θανάτου. Στο Συμπόσιο και στο Κατά Ιωάννην, ο Στάινερ αναγνωρίζει «μια δημιουργική δύναμη, μια μονιμότητα[7] “πάνω από το ανθρώπινο”» και για μια ακόμα φορά, στις ακροτελεύτιες φράσεις του, ο αγνωστικιστής Στάινερ στέκεται με δέος μπροστά στο ανεξήγητο θαύμα ενός λόγου θεόπεμπτου που ανθίσταται στις ορθολογικές εξηγήσεις.

 

Ύστερα από αυτή την αποσπασματική παρουσίαση, επανέρχομαι στο επίμαχο θέμα της μετάφρασης. Προτού καταπιαστώ με τα επιμέρους μεταφραστικά προβλήματα, θέλω να τονίσω ότι όπου η Κ. Σχινά μεταφράζει με τη δέουσα υπομονή και προσήλωση, όπου δεν σκοντάφτει σε «άγνωστες λέξεις», δίνει εξαίρετα δείγματα ευκρίνειας και ακρίβειας. Στο ακόλουθο χωρίο, για παράδειγμα, που αφορά μάλιστα τις δυσκολίες του μεταφραστικού διάπλου, η γλωσσική πλαστικότητα συντροφεύει την απόλυτη πιστότητα:

 

Ακριβώς όπως στην ποίηση, έτσι και στη φιλοσοφία και τη μεταφυσική, οι όροι και  οι μεταστροφές της φράσης διαθέτουν μεγάλη πυκνότητα δυνητικών σημασιών, ερωτημάτων προς τον εαυτό τους και προς τον αναγνώστη, τα οποία καθιστούν ακόμη και την πιο «κυριολεκτική», την πιο αθώα προσπάθεια προς μετάφραση, μια πολύπλοκη διεργασία σχολιασμού. Είναι κάτι παραπάνω από σχήμα καθ’ υπερβολήν ο ισχυρισμός του Χάιντεγκερ ότι  οι ανεπαρκείς ή οι λανθασμένες μεταφράσεις της λέξης «είναι» ή του ρήματος «ειμί» στα αρχαία ελληνικά καθόρισαν τη διανοητική, ίσως και την πολιτική ιστορία της Δύσης. (σ. 173)

 

Πόσο καλά μεταφράζει εδώ η Κ. Σχινά! Και πόσο δίκιο έχει ο Στάινερ! Νομίζουμε συχνά ότι ο θεωρητικός λόγος, ακόμα και ο φιλοσοφικός είναι ένα πιο βατό μονοπάτι για τον μεταφραστή γιατί δεν έχει τις ανωφέρειες της λογοτεχνικότητας, τα λιθάρια και τ’ αγκάθια της πολυσημίας. Έτσι νομίζουμε, αλλά κάνουμε λάθος. Η αμφισημία είναι εγγενής σε οιοδήποτε είδος γραφής, όσο δε πιο βαθύνους είναι ο φιλοσοφικός στοχασμός τόσο πιο έντεχνος γίνεται, τόσο εγγύτερα πλησιάζει στο λογοτέχνημα, τόσο περισσότερο σημαίνον και σημαινόμενο, ύφος και νόημα τείνουν στην απόλυτη ώσμωση. Εξού και η ακόλουθη απόφανση του Στάινερ (επίσης άψογα μεταφρασμένη):

 

Ένα μείζον κείμενο εκθέτει ανελέητα την αναγκαία αθωότητα και αυθαιρεσία της υπόθεσης του μεταφραστή ότι το νόημα είναι ένα είδος «συσκευάσιμου περιεχομένου» και όχι μια ενέργεια μη αναγώγιμη σε οποιοδήποτε άλλο μέσο. Η γλώσσα είναι, ως εκ τούτου, ο αντίπαλος της μετάφρασης. (σ. 183)

 

Το No Passion Spent είναι, πιστεύω, ένα μείζον κείμενο αισθητικής και διανοητικής ενάργειας. Για το λόγο αυτό είναι ένα κείμενο που ανθίσταται στη μετάφραση. Ένα κείμενο δύσκολο που απαιτεί γλωσσική εγρήγορση, πολυσχιδή καλλιέργεια, χρόνο και πειθαρχία για την ακίνδυνη διαγλωσσική μετακένωση. Η δουλειά της Κ. Σχινά θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα πρώτο βήμα, ένα καλό ξεκίνημα. Δεν ολοκληρώθηκε όμως. Λείπει η δεύτερη μα και η τρίτη ανάγνωση, λείπει η ενδελεχής επιμέλεια, λείπουν ορισμένα γνωστικά εργαλεία. Ίσως όμως να λείπει πάνω απ’ όλα η ικανότητα αυτοαμφισβήτησης, αυτή η ύπατη αρετή του μεταφραστή. Με αποτέλεσμα, στα Αξόδευτα πάθη να υπάρχουν εκατοντάδες λάθη (μέτρησα πάνω από 250 γλωσσικές και πραγματολογικές αστοχίες, πάνω από 50 παραλείψεις)!

Δύο κυρίως κατηγορίες μεταφραστικών λαθών διαπιστώνονται στην πορεία της ανάγνωσης: αφενός, τα μεμονωμένα γλωσσικά και πραγματολογικά πταίσματα καθώς και παραναγνώσεις, που μπορεί μεν να προκαλούν απορία, αλλά δεν επηρεάζουν σημαντικά τη συνολική προσληπτικότητα του κειμένου, και αφετέρου οι ευρύτερες νοηματικές παρερμηνείες που αλλοιώνουν ή αντιστρέφουν τα σημαινόμενα παρεμποδίζοντας σε καίρια σημεία την κατανόηση της σκέψης του Στάινερ.

Θα δώσω ενδεικτικά ελάχιστα παραδείγματα και από τις μεν και από τις δε. Πρώτα απ’ όλα, πρόβλημα υπάρχει με τις τρέχουσες λέξεις ή εκφράσεις της αγγλικής γλώσσας:

-                               το reproach (μομφή) συγχέεται προφανώς με το approach και γίνεται «προσέγγιση» (σ. 197)

-                               τo «will draw on» (θα αντλήσει από) αποδίδεται «θα απεικάζει», γιατί μάλλον συγχέεται με το ρήμα to draw = σχεδιάζω (σ. 192)

-                               o «good loser» (αυτός που «ξέρει να χάνει») προβιβάζεται σε «γενναίο ηττημένο» (σ. 80)

-                               η έκφραση «suspension of disbelief» («αναστολή της δυσπιστίας») μετατρέπεται σε «αναστολή που προκαλεί η δυσπιστία» (σ. 119)

-                               το «it strikes us» («μας φαίνεται σαφώς») μεταφράζεται «μας καθηλώνει» (σ. 117) ή άλλως, «μας κατακεραυνώνει» (σ. 151),

-                               το monition (προειδοποίηση) αποδίδεται «μονισμό[ς]» (σ. 306)

-                                η φράση «it has been deliberately recursive» («ήταν ηθελημένα επαναληπτικό») μεταφέρεται περιέργως ως: «ήταν με μια διάθεση απειθαρχίας και ανυποταγής» (σ. 141)

-                               σε στίχο του Derek Walcott το wake (εδώ «απόνερα») μεταφράζεται «ξύπνημα», σε σημείο ακαταληψίας (σ. 94)[8]  

-                               το «macabre intimations» (εδώ «μακάβριοι υπαινιγμοί») μεταλλάσσεται σε «μακάβριες οικειότητες» (σύγχυση με το intimacies) (σ. 316)

-                               τα «rites of matrimony» («γαμήλιες τελετές») παρερμηνεύονται ως «ιεροτελεστίες μητρότητας» (maternity [;]) (σ. 314)

-                               στην έκφραση «attuned to the cadence» («συντονισμένο στον ρυθμό»), το cadence διαβάζεται, μάλλον decadence και έτσι μεταφράζεται ατυχώς  «συντονισμένο στην παρακμή» (σ. 140)

-                               το «we kill the thing we love» («σκοτώνουμε αυτό που αγαπάμε») γίνεται «θα σκοτώσουμε τον βασιλιά που αγαπάμε» (σ. 350): από thing σε king (οι βασιλοκτόνοι εμείς!), κ.λπ.

 

 

Δεκάδες σελίδες είναι κατάστικτες από μεταφραστικές αστοχίες. Στην ίδιασελίδα, τη σ. 300, για παράδειγμα, έχουμε τα εξής περίεργα:

1)      το «irrelevant to» («άσχετη με») μεταφράζεται «παράλογη»

2)      το ερώτημα «has this finding ever been refused ?» («έχει ποτέ καταρριφθεί αυτό το πόρισμα;») παραφράζεται με το «ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό;»

3)      η φράση «the paradox may not be one» («τούτο μπορεί να μην είναι παράδοξο») αποδίδεται με το ακατάληπτο στα ελληνικά και άσχετο προς τα συμφραζόμενα: «το παράδοξο μπορεί να μην είναι ένα» (μπορεί δηλαδή να είναι δύο;)

4)        το ουσιαστικό immersion (βύθιση) αντιστρέφεται σε «ανάδυση» (θα είχαμε βεβαίως emersion!)

5)      το «political might» («πολιτική ισχύς») μετατρέπεται σε «πολιτική παρέμβαση»

6)      ο Διονύσιος (των Συρακουσών) μεταβαπτίζεται σε «Διόνυσο».

 

             Όχι ένα, όχι δύο αλλά έξι λάθη! Έστω και εάν δεχτεί κανείς πως το τελευταίο από αυτά οφείλεται σε αναγνωστική απροσεξία, όλα τα υπόλοιπα είναι άξια απορίας.

Στην ανησυχητικά πυκνοκατοικημένη περιοχή των μεταφραστικών-πραγματολογικών αστοχιών ενοικεί και το χωρίο όπου ο Στάινερ ανακαλεί την ανεπανάληπτη ωσμωτική σχέση του Ισλάμ, του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού στην αραβοκρατούμενη Εσπερία του Μεσαίωνα και δη στην Ιβηρική χερσόνησο και το Λανγκεντόκ. Ο Στάινερ μας θυμίζει ότι  πρόκειται για  ένα

 

unique moment of coexistence between […] Hebrew, Arabic and Latin and its vulgate descendants,

 

δηλαδή για μια

 

μοναδική στιγμή συνύπαρξης μεταξύ της εβραϊκής, της αραβικής και της λατινικής γλώσσας, καθώς και των επιγόνων αυτής, των λαϊκών γλωσσών

 

και όχι, όπως μεταφράζει η Κ. Σχινά, για μια

 

μοναδική στιγμή συνύπαρξης ανάμεσα στα εβραϊκά, τα αραβικά, τα λατινικά και τις επιγονικές τους γλώσσες που διάβαζαν τη Βουλγάτα. (σ. 170).

 

Η ασαφής ή παράδοξη απόδοση είναι τυπικό δείγμα μεταφραστικής αμηχανίας: εν προκειμένω, ο προσεκτικός αναγνώστης δεν μπορεί να μην διερωτάται ποιες είναι οι επιγονικές γλώσσες των αραβικών και των εβραϊκών και επιπλέον πώς είναι δυνατόν οι γλώσσες να διαβάζουν τη Βουλγάτα.

Vulgate (Βουλγάτα) με κεφαλαίο είναι, πράγματι, το όνομα της λατινικής μετάφρασης της Βίβλου από τον Άγιο Ιερώνυμο (390-405 μ. Χ.). Ωστόσο, οι όροι vulgate ή «vulgate languages» (έτυμον vulgatus: κοινό, διαδεδομένο) υποδεικνύουν τις λατινογενείς ευρωπαϊκές γλώσσες που αντικατέστησαν προοδευτικά τα λατινικά στον γραπτό λόγο. Αδυνατώντας να καταλάβει τη χρήση του vulgate, η μεταφράστρια υπεκφεύγει και οδηγείται σε ασυναρτησία. Όταν, στην επόμενη σελίδα, ο Στάινερ μιλάει για τη σχέση του γράφοντος σε λαϊκή γλώσσα και του λατινικού εκμαγείου («between the author in the vulgate and the Latin mould»), η Κ. Σχινά μεταφράζει: «ανάμεσα στον συγγραφέα της βουλγάτας και εκείνον της λατινικής μήτρας» (σ. 171). Για μια ακόμα φορά, αδυνατώ να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Στο ίδιο σημείο, οι αστοχίες πολλαπλασιάζονται. Όταν, φερειπείν, ο Στάινερ διαπιστώνει την έλλειψη μελετητών των αραβικών πηγών του δυτικού πολιτισμού:

 

We lack, almost scandalously, scholars, intellectual and literary historians or critics, capable of reading or judging the Islamic material in its penetration of European Latinity.[9]

 

η μετάφραση εκτροχιάζεται:

 

Μας λείπουν, σχεδόν σκανδαλωδώς, οι ερευνητές, οι ιστορικοί της σκέψης  και της λογοτεχνίας, ή οι κριτικοί που θα μπορούσαν να διαβάσουν ή να κρίνουν τα ισλαμικά κείμενα την εποχή της διείσδυσης της ευρωπαϊκής λατινικότητας στο σώμα τους. (σ. 170)

 

Η σύνταξη του Στάινερ είναι ευκρινέστατη και δεν δικαιολογεί παρερμηνείες. Ουδεμία ασάφεια εδώ: δεν πρόκειται ασφαλώς για διείσδυση της ευρωπαϊκής λατινικότητας στο σώμα των ισλαμικών κειμένων (σε μια τέτοια περίπτωση, θα είχαμε παθητική μετοχή: «the islamic material is penetrated by […]»), αλλά για το ακριβώς αντίθετο. Εκτός αυτού όμως, οι πάντες γνωρίζουν (οφείλουν να γνωρίζουν) ότι οι Άραβες ήταν στους μεσαιωνικούς χρόνους ο μόνος φορέας της λόγιας παράδοσης, ο μόνος σε θέση να αρδεύσει την εκβαρβαρισμένη πλέον λατινική Ευρώπη που αγνοούσε την κλασική γραμματεία. 

Σύγχυση επικρατεί και στις πολυάριθμες αναφορές στην περιώνυμη αγγλική μετάφραση της Βίβλου, την επονομαζόμενη Authorized VersionKing James Version) του 1611. Άλλοτε εκλαμβάνεται ως μετάφραση του Ομήρου (έτσι τουλάχιστον διαβάζω εγώ την υποσ. 9 της σ. 87), άλλοτε μεταφράζεται «Επίσημη μετάφραση» (σ. 92), άλλοτε πάλι «επίσημη εκδοχή». (σ. 190)

Αμήχανα διφορούμενη είναι η υποσημείωση 22, σ. 97, σχετικά με τον Όσσιαν, ο οποίος παρουσιάζεται ως

 

θρυλικός Κέλτης πολεμιστής, που έγινε βάρδος στα γεράματά του και θεωρείται ότι έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα. Τα οσσιανικά ποιήματα συγκρίθηκαν στον καιρό τους με τα Ομηρικά έπη.

 

Καλές οι υποσημειώσεις, όχι όμως όταν ξεχνούν το ουσιωδέστερο. Ποιον «καιρό τους»; Τα οσσιανικά έπη είναι σε μεγάλο βαθμό επινόηση του Σκώτου ποιητή Τζαίημς Μάκφερσον (James Macpherson, 1736-1796). Θεωρήθηκαν όμως αυθεντικά τον 18ο αιώνα και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή[10].

Το μεγαλύτερο όμως θύμα τούτου του μεταφράσματος είναι ο ημέτερος Σωκράτης! Ας αφήσουμε το ότι  δις πληροφορούμαστε πως ο φιλόσοφος θανατώθηκε το 339, αντί του 399 π. Χ. (σ. 317 και 325). Ας ξεχάσουμε ότι το «to try and condemn their Socrates»  («να δικάσουν και να καταδικάσουν τον Σωκράτη τους») αποδίδεται από τη μεταφράστρια «να δοκιμάσουν και να καταδικάσουν τον Σωκράτη τους» (σ. 297). Όταν όμως η φράση: «Philosophic concentration has been called the natural piety of the intellect» («η φιλοσοφική πνευματική συγκέντρωση έχει επονομαστεί φυσική ευσέβεια του πνεύματος») μεταφέρεται από την Κ. Σχινά ως «η φιλοσοφική συμπύκνωση έχει ονομαστεί φυσικός οίκτος[11] του πνεύματος.» (σ. 318) και όταν η ρήση «a Socratic injunction is Janus-like, oriented towards two directions («η σωκρατική εντολή είναι στραμμένη σαν τον Ιανό προς δυο κατευθύνσεις») παραφθείρεται με το «η παραγγελία του Σωκράτη θυμίζει ανάλογες στιγμές του Ιησού, έτσι προσανατολισμένη καθώς είναι προς δύο κατευθύνσεις» (;) (σ. 286), τι να προσθέσω περαιτέρω; 

 

Θα ήθελα όμως να περάσω σε άλλο επίπεδο και να συζητήσω προβλήματα ερμηνείας, εκεί που ο Στάινερ θίγει θεμελιώδη ζητήματα φιλοσοφίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας. Ένα κεντρικό διακύβευμα στη σκέψη του συγγραφέα είναι η προοδευτική έκλειψη του μεταφυσικού προβληματισμού:

 

the obvious question remains as to whether or not the existence of God and what that existence would comport for the sense of our being and the very being of sense itself is, today, a live problem.[12]

 

Ρήση υψιπέτις, σύνταξη περίπλοκη αλλά και πολύ σαφής, νομίζω, που αλλοιώνεται με την απόδοση της μεταφράστριας:

 

το προφανές ερώτημα παραμένει: άραγε η ύπαρξη του θεού και όσα αυτή η ύπαρξη θα μπορούσε να συνεισφέρει στην αίσθηση της δικής μας υπόστασης και στην ίδια την υπόσταση αυτής της αίσθησης είναι ένα ζωντανό πρόβλημα ή όχι; (σ. 145)

 

Εδώ, όπως και σε πολλά άλλα σημεία (σ. 49, 59, 61, 64-66, 177, 319), η λέξη sense (νόημα, έννοια, αίσθηση) αποδίδεται μονοσήμαντα «αίσθηση», πράγμα που οδηγεί σε σχεδόν συστηματική παρερμηνεία. Είναι προφανές ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για «αίσθηση» αλλά για «νόημα». Πρόκειται για το εάν το ζήτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του Θεού εξακολουθεί να μας απασχολεί και να επηρεάζει κατ’ επέκτασιν όχι μόνο το νόημα που δίνουμε στη δική μας ύπαρξη, αλλά και την ύπαρξη του οιουδήποτε νοήματος εκληφθέντος απολύτως. Στη φρασεολογία του Στάινερ, ο υπαρξιακός φόβος της νοηματικής εκκένωσης, της έκλειψης του νοήματος, συνοψίζεται καίρια στο χιαστό σχήμα: «sense of our being»/«being of sense». Αν ευσταθούσε η απόδοση της μεταφράστριας, τότε ο συλλογισμός του Στάινερ θα ήταν απλούστατα κυκλοτερής, αν όχι ταυτολογικός, αφού η «αίσθηση της δικής μας υπόστασης» προϋποθέτει αναγκαστικά και την «υπόσταση της αίσθησής» μας. Για να το πω διαφορετικά, αν έχουμε αίσθηση της υπόστασής μας, τότε εξυπακούεται ότι αυτή η αίσθησή μας έχει υπόσταση.

Στη συνέχεια, ο Στάινερ εξετάζει την (αμφίβολη) δυνατότητα αναβίωσης της τραγωδίας ως λογοτεχνικού είδους, όταν το μυθικό εκλαμβάνεται πλέον ως μύθευμα, όταν η εποχή μας έχει απολέσει τη μεταφυσική διάσταση που ζωογονεί την αίσθηση του τραγικού:

 

Can the conventions and raw material of the mythical which are axiomatic to tragedy be quickened into life where the problem, the question of God is either that of His absence –whatever that may signify– or is a non-question, an atavism and ghost of unreason.[13]

 

Τούτο αποδίδεται από τη μεταφράστρια:

 

Μπορεί οι συμβάσεις και η πρώτη ύλη του μυθικού που λειτουργούν αξιωματικά στην τραγωδία να επιταχυνθούν μέσα σε μια ζωή, όπου το πρόβλημα, το ερώτημα περί θεού είτε αφορά την παρουσία του –ό,τι και αν αυτό σημαίνει– είτε είναι ένα μη-ερώτημα, ένας αταβισμός, το φάντασμα του μη λόγου; (σ. 148)

 

Ο Στάινερ μιλάει εδώ για την απουσία (και όχι βέβαια  για την παρουσία) του Θεού! Ας επισημάνω δευτερευόντως ότι δεν πρόκειται προφανώς για καμιά… «επιτάχυν[ση] μέσα σε μια  ζωή» (στην κυριολεξία της, η έκφραση «quickened into life» σημαίνει το πρώτο σκίρτημα του εμβρύου), η δε απόδοση από τη μεταφράστρια του unreason με το «μη λόγος» είναι ασαφής, καθώς παραπέμπει (τουλάχιστον στα νεοελληνικά) στη σιωπή και όχι, όπως το εννοεί ο Στάινερ, στο ά-λογο, το ανορθολογικό, το παράλογο.

Αυτή η απουσία του Θεού μπορεί να έχει σημαίνουσα βαρύτητα για την τέχνη και τη λογοτεχνία:

 

[…] in many cases, such as Dostoevsky’s or Kafka’s, absence [of God ] is a more radical possibility of presence

 

δηλαδή:

 

σε πολλές περιπτώσεις, όπως στον Ντοστογιέφσκι και τον Κάφκα, η απουσία [του Θεού] είναι μια πιο ριζική δυνατότητα παρουσίας

 

και όχι βέβαια όπως το παρερμηνεύει η Κ. Σχινά:

 

[…] η απουσία είναι πιο ριζοσπαστική πιθανότητα από την παρουσία (!) (σ. 130)

 

Άλλη σημαντική επισήμανση πάνω στο ίδιο θέμα της τραγωδίας με σοβαρότατα προβλήματα παρανάγνωσης:

 

Each absolute tragedy (there are, we know, few) re-enacts the searing mystery and outrage of innate evil, of a compulsion towards blindness and self-destruction incised irreparably in man and woman.[14]

 

Ιδού η απόδοση της μεταφράστριας:

 

Κάθε απόλυτη τραγωδία (υπάρχουν, το γνωρίζουμε, μερικές) επανενεργοποιεί το φθίνον μυστήριο και την οργή του έμφυτου κακού, της παρόρμησης ενάντια στην τυφλότητα και την αυτοκαταστροφή που ταλανίζουν και θα ταλανίζουν τον άνθρωπο. (σ. 147)

 

Ολική παρανόηση, μέχρι πλήρους αντιστροφής του νοήματος: δεν πρόκειται για «μερικές» τραγωδίες (εδώ το «μερικές» της μεταφράστριας ισοδυναμεί με «κάμποσες», πράγμα που αντιβαίνει στο νόημα ολόκληρου του συγκεκριμένου δοκιμίου, στο οποίο ο Στάινερ διατείνεται ότι η απόλυτη τραγωδία είναι σχεδόν αδύνατη γιατί εγγίζει το άφατο), αλλά για «ελάχιστες»[15] τραγωδίες· το μυστήριο δεν είναι «φθίνον» αλλά «φλέγον»· ο Στάινερ δεν μιλάει για «οργή» αλλά για σκάνδαλο,  για ανοσιούργημα (τι σημαίνει άλλωστε «οργή του έμφυτου κακού»;)· η εν λόγω παρόρμηση δεν είναι «ενάντια» στην τύφλωση και την αυτοκαταστροφή, αλλά οδηγεί στην τύφλωση και την αυτοκαταστροφή· όσο για την απόδοση της καταληκτικής αναφορικής πρότασης («[…] που ταλανίζουν και θα ταλανίζουν τον άνθρωπο»), είναι αδικαιολόγητα  ελεύθερη!

Αντίστοιχη νοηματική εκτροπή παρατηρείται και στη μετάφραση της ακόλουθης φράσης που πραγματεύεται το θέμα του κύρους της σημερινής αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας, κύρους δυσανάλογα μεγάλου σε σχέση με την αληθινή αξία της, αφού για τον Στάινερ κανένας σύγχρονος αγγλόφωνος συγγραφέας δεν μπορεί να παραβληθεί με τον Τόμας Μαν, τον, Προυστ, τον Τζόυς, ή τον Κάφκα  :

 

[…] it is by no means evident that English and American literatures are themselves, currently, among the major springs of being[16]

 

Η Κ. Σχινά μεταφράζει:

 

[…] χωρίς καμιά αμφιβολία, είναι προφανές ότι η αγγλική και η αμερικανική λογοτεχνία είναι αφ’ εαυτές, στην εποχή μας, ανάμεσα στις μείζονες πηγές νοήματος για την ανθρώπινη ύπαρξη […] (σ. 189)

 

Ο Σταίνερ δεν λέει  «by all means», αλλά «by no means»! Με άλλα λόγια, για τον Στάινερ, η θέση της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας είναι σήμερα αδικαιολόγητα μεγάλη! Άλλωστε, αν η Κ. Σχινά μπει στον κόπο να ξαναδιαβάσει τις αμέσως επόμενες αράδες του πρωτοτύπου αλλά και της μετάφρασής της θα διαπιστώσει πως η απόδοσή της είναι ανακόλουθη, αφού αντιφάσκει ριζικά προς τα συμφραζόμενα. «Χωρίς καμιά αμφιβολία», λοιπόν; Μήπως η αμφιβολία είναι καμιά φορά σωτήρια;

Στο κεφάλαιο περί αμερικανικής κουλτούρας («Τα αρχεία της Εδέμ»), ο συγγραφέας επανέρχεται στο αμερικανικό credo του ακρότατου υλισμού, της επαγγελματικής και κοινωνικής καταξίωσης δια μόνου του πλουτισμού. Για τους Αμερικανούς, τονίζει επιγραμματικά ο Στάινερ, «fortuna (τύχη) is fortune (περιουσία)»:

 

The American commitment to an existential, to a declaredly open economic value-system is unprecedented. The adoption on a continental scale, of an eschatology of monetary-material success represents a radical cut in regard to the Periclean-Florentine typology of social meaning[17].

 

Και η μεταφράστρια:

 

Η αμερικανική αφοσίωση σε ένα δηλωμένα ανοιχτό σύστημα οικονομικών αξιών δεν έχει προηγούμενο. Η υιοθέτηση, από την άλλη πλευρά, εκ μέρους της γηραιάς Ηπείρου [;], μιας εσχατολογίας σχετικής με τη χρηματο-υλική επιτυχία αντιπροσωπεύει ένα θεμελιώδες ρήγμα σε σχέση με την τοπολογία του κοινωνικού νοήματος ενός Περικλή ή των Φλωρεντινών. (σ. 253)

 

1) Κάτι λιγότερο: το existential απουσιάζει, 2) κάτι περισσότερο: το «από την άλλη πλευρά» δεν υπάρχει στο πρωτότυπο· και πώς να υπάρχει αφού δεν γίνεται λόγος για καμιά «άλλη πλευρά», μια και ο Στάινερ 3) δεν μιλάει βέβαια εδώ για τη «γηραιά Ήπειρο», αλλά για τις ίδιες τις ΗΠΑ σε «continental scale» – δηλαδή, σε ηπειρωτική κλίμακα, 4) και ένα (ας δεχτούμε) τυπογραφικό λάθος: το «τυπολογία» γίνεται «τοπολογία» (τυπογραφικό λάθος που συναντάμε όμως και στη σελίδα 77)!

Αυτά δεν είναι ανώδυνα μεταφραστικά ατοπήματα. Η απόδοση της μεταφράστριας απιστεί εδώ στη σαφή πρόθεση του συγγραφέα να προβάλει την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του μερκαντιλικού ευδαιμονισμού, του ισοπεδωτικού εκχυδαϊσμού της αμερικανικής κουλτούρας και της αρτηριοσκληρωμένης μεν, αλλά ακόμα ισχύουσας  πνευματικής αξιοκρατίας της Ευρώπης.

 

Κατόπιν όλων αυτών (και πολλών άλλων που είναι κουραστικό και περιττό να απαριθμήσω), με κατατρύχει το βασανιστικό ερώτημα: Τι μπορεί να ώθησε την Κ. Σχινά σε τούτο το παράτολμο εγχείρημα; Ίσως τελικά να είναι ο θαυμασμός της για το έργο του Στάινερ και η επιθυμία της να το μοιραστεί μαζί μας. Αρκεί όμως αυτό;

 

Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου

Φιλόλογος, μεταφράστρια

 

(Δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία», τχ 1750, Νοέμβριος 2002)

Επιστροφή στις σελίδες για τη μετάφραση
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




[1] Οι φράσεις: «[…] the reflections on language of Mauthner  (a cardinal, hence anavowed source of Wittgensteins Tractatus) tell of mans incapacity to express in words his innermost truths […]» θα έπρεπε να αποδοθούν κάπως έτσι: «οι στοχασμοί του Μάουτνερ πάνω στη γλώσσα (μια βασική και ως εκ τούτου ανομολόγητη πηγή του Tractatus του Βιττγκενστάιν) μιλούν για την ανικανότητα του ανθρώπου να εκφράσει με λέξεις τις πιο μύχιες αλήθειες του» και όχι βέβαια: «οι στοχασμοί πάνω στη γλώσσα του Μάουτνερ (ο οποίος, ακριβώς επειδή ήταν καρδινάλιος [!], παρέμεινε ανομολόγητη πηγή του Tractatus του Βιτγκενστάιν)…» (ο Fritz Mauthner (1849-1923) ήταν, σημειωτέον, Γερμανός σκεπτικιστής φιλόσοφος!)

[2] Η προσωποποιητική μεταφορά του Στάινερ με στόχο την ερμηνειομανία, τον ακόρεστο σχολιασμό εις βάρος των πρωτότυπων κειμένων: «Short bits of texts now lead precarious lives on great stilts of footnotes», μπορεί να αποδοθεί:  «Μικροσκοπικά  αποσπάσματα κειμένων διάγουν τώρα βίους ασταθείς πάνω σε θεόρατα ξυλοπόδαρα υποσημειώσεων», επ’ ουδενί όμως: «[…] μέσα στα σεντόνια των υποσημειώσεων». Εικάζω πως η μεταφράστρια θα διάβασε από απροσεξία sheets αντί για stilts, πλην όμως η ωραία εικόνα του Στάινερ  εξεμέτρησε το ζην μέσα σε ασιδέρωτα σεντόνια!

[3] Ο θάνατος της τραγωδίας, μτφρ. Φ. Κονδύλης, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα, 1988· Η βαρβαρότητα της άγνοιας, μτφρ Σ. Βελέντζας, Scripta, Αθήνα, 2000· Οι Αντιγόνες, μτφρ. Β. Μάστορης-Π. Μπουρλάκης, Καλέντης, Αθήνα 2001· Περί δυσκολίας, μτφρ. Ν. Ρούσσος, Ψυχογιός, Αθήνα, 2002.

[4] Είναι κρίμα που η Κ. Σχινά επέλεξε να μην συμπεριλάβει την εντυπωσιακή εισαγωγή του Στάινερ στη Βίβλο της Everyman Edition (1996), που πήρε θέση στο No Passion Spent ως αναπόσπαστο μέλος του τριπτύχου Βίβλος-Όμηρος-Σαίξπηρ (όπως ανακοινώνεται και στην εισαγωγή του Στάινερ, σ. 19 του Αξόδευτα πάθη). Κρίμα, όχι μόνο γιατί είναι ένα από τα αρτιότερα κομμάτια της συλλογής· oύτε μόνο γιατί  πρόκειται για μια απαράμιλλη ανάλυση της Παλαιάς Διαθήκης· aλλά και γιατί κάνοντας το ιστορικό των βιβλικών μεταφράσεων στα αγγλικά –πρόδρομο και πρότυπο πασών των μεταφράσεων  – ο Στάινερ καταδεικνύει τη γλωσσοπλαστική δύναμη και ταυτόχρονα τις διαγλωσσικές αδυνατότητες της μετάφρασης, τη δόξα της, τις παγίδες της και τα όριά της.

[5] Αποκάλυψις ε΄ 1.

[6] Η απόδοση είναι της Κ. Σχινά, με εξαίρεση το «literal divinity» που εκείνη μεταφράζει «θεότητα» και εγώ «κυριολεκτική θεϊκότητα».

[7] «Μονιμότητα» (perennity) και όχι «πατρότητα» (paternity [;]), όπως διαβάζει η Κ. Σχινά.

[8] Το wake είναι όντως πολύσημο (εξού και η δυσκολία να αποδοθεί ο τίτλος Finnegans Wake του Τ. Τζόυς): μπορεί να σημαίνει. «απόνερα», «ξύπνημα», ή «ξενύχτισμα νεκρού». Αλλά στο συγκεκριμένο πλαίσιο των στίχων του Ομήρου του Derek Walcott («[…] its wake / glittering like keys»), είναι σαφές ότι σημαίνει «απόνερα». Έτσι άλλωστε μεταφράζει τους στίχους αυτούς  η Ε. Κεκροπούλου: «[…] με τ’ απόνερά του / να γυαλίζουν σαν κλειδιά» (μετάφραση που παρατίθεται στη σ. 94, σημ. 15 του Αξόδευτα πάθη). Όταν όμως η Κ. Σχινά αναφέρεται στους ίδιους αυτούς στίχους, στην ίδια σ. 94, ξεχνάει τη μετάφραση της Κεκροπούλου και μιλάει για  «αυτό το “ξύπνημα”» και για «αυτά τα “κλειδιά”» (και νόημα δεν βγαίνει!)

[9] Μεταφράζω: «Στερούμαστε, σχεδόν σκανδαλωδώς, λογίων, ιστορικών της σκέψης και της λογοτεχνίας ή κριτικών, ικανών να διαβάσουν και να κρίνουν το ισλαμικό υλικό κατά την περίοδο της διείσδυσής  του στην ευρωπαϊκή λατινικότητα.»

[10] Μελετητής του οσσιανικού corpus είναι, παρ’ ημίν, ο Νάσος Βαγενάς (βλ. «Ο Όσσιαν στην Ελλάδα», Παρνασσός, τχ. 9 (1967), σ. 172-190).

[11] Σύγχυση μεταξύ του piety και του pity, που μπορεί να έχουν το ίδιο έτυμον, αλλά πόρρω απέχουν από το να σημαίνουν το ίδιο πράγμα!

[12]Μεταφράζω: «παραμένει το προφανές ερώτημα εάν η ύπαρξη του Θεού, και ό,τι αυτή η ύπαρξη θα συνεπαγόταν για το νόημα του είναι μας και για αυτό καθαυτό το είναι του νοήματος, τίθεται ή όχι σήμερα ως ζων πρόβλημα.»

[13] Μεταφράζω: «Μπορεί άραγε οι συμβάσεις και η πρώτη ύλη του μυθικού, αξιωματικές στην τραγωδία, να δώσουν σημεία ζωής εκεί όπου το πρόβλημα, το ερώτημα περί Θεού είναι είτε αυτό της απουσίας Του –ό,τι και αν σημαίνει αυτό– είτε ένα μη-ερώτημα,  ένας αταβισμός και ένα φάσμα παραλογισμού;»

[14] Στη δική μου μετάφραση: «Κάθε απόλυτη τραγωδία (υπάρχουν, το ξέρουμε, ελάχιστες) ανα-παριστά  το φλέγον μυστήριο και ανοσιούργημα του έμφυτου κακού, μιας παρόρμησης που οδηγεί στην τύφλωση και στην αυτοκαταστροφή και που είναι ανεξίτηλα εγχάρακτη στον άνδρα και τη γυναίκα.»

[15] Η μεταφράστρια συγχέει το few με το πολύ διαφορετικό «a few»: ιδού πώς ακόμα και ένα μικρό αόριστο άρθρο (σε αυτήν την περίπτωση, το «a») μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το νόημα!

[16] Μεταφράζω: «[…] δεν είναι διόλου προφανές ότι η αγγλική και η αμερικανική λογοτεχνία, βρίσκονται οι ίδιες, σήμερα, ανάμεσα στις μείζονες πηγές του είναι…»

[17] Μεταφράζω: «Η αμερικανική προσήλωση σ’ ένα υπαρξιακό, σ’ ένα δεδηλωμένα ανοιχτό οικονομικό σύστημα αξιών δεν έχει προηγούμενο. Η υιοθέτηση σε ηπειρωτική κλίμακα μιας εσχατολογίας χρηματο-υλικής επιτυχίας αντιπροσωπεύει ριζική τομή σε σχέση με την Περίκλειο και Φλωρεντινή τυπολογία του κοινωνικού νοήματος».