Του ταξιδιού τα ντράβαλα, της σχόλης σκουλαρίκια

 

Ο τίτλος μπορεί να σας φανεί ασυνάρτητος, όμως πέρα από τον ελαφρώς παιγνιώδη χαρακτήρα του έχει κάποια λογική: αποτελείται από λέξεις με τις οποίες θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας σημείωμα. Και ας αρχίσουμε από το ταξίδι. Ήδη σε προηγούμενα σημειώματα στο Φαινόμενο έχουμε αναφερθεί σε ταξίδια των λέξεων, καιρός είναι λοιπόν να μας απασχολήσουν σήμερα οι λέξεις του ταξιδιού, πολύ περισσότερο που οι γραμμές αυτές γράφονται τον ευλογημένο μήνα Μάιο, όπου δικαίως επικρατεί κλίμα τουριστικό και προσμονή αναχώρησης.

            Στα ελληνικά, η λέξη ταξίδι είναι υποκοριστικό του τάξις, λέξη πολυσήμαντη και στα αρχαία και στα νέα, που μεταξύ άλλων σήμαινε τη διάταξη, τον τρόπο παράταξης των στρατιωτών εν όψει της μάχης. Το ταξίδιον ή ταξείδιον λοιπόν (συνήθως οι αρχαίοι το έγραφαν με –ει- και ίσως το έχετε δει έτσι σε παλιότερα κείμενα, όπως στο Μόνον της ζωής του ταξείδιον του Βιζυηνού) σήμαινε αρχικά την εκστρατεία. Σιγά-σιγά, η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται και για άλλες οργανωμένες μετακινήσεις, μη στρατιωτικές, για να φτάσει, στα μεσαιωνικά χρόνια, στη σημερινή σημασία. Να δούμε λίγο τι γίνεται σε άλλες γλώσσες. Το γαλλικό voyage (όπως και το ιταλικό viaggio ή το ισπανικό viaje) προέρχεται από το λατινικό viaticus που είναι παράγωγο του via (δρόμος) και που σήμαινε αρχικά μεν τις αναγκαίες προμήθειες που έπρεπε να πάρει κανείς μαζί του για να βγει στο δρόμο, για να ταξιδέψει, και μετά το ταξίδι καθαυτό. Το γερμανικό Reise πάλι, προέρχεται από μια παλαιογερμανική ρίζα risan, από την οποία και το αγγλικό rise, που σήμαινε ‘σηκώνομαι’. Ως εδώ τίποτα το ιδιαίτερα συναρπαστικό, αλλά έχω φυλάξει το καλύτερο για το τέλος.

            Διότι δεν έχουμε ακόμα δει τα αγγλικά, και στα αγγλικά το ταξίδι είναι βέβαια και journey, που σημαίνει το δρόμο που κάνει κανείς μέσα σε μια μέρα, αλλά κυρίως είναι travel και εδώ θα σταθούμε. Κι αν το travel σας φαίνεται να μοιάζει με το γαλλικό travail, ο λόγος είναι ότι απλούστατα πρόκειται για λέξεις που έχουν κοινή ετυμολογική αρχή, που ίσως φανεί απροσδόκητη.

            Στην αρχή λοιπόν έχουμε το υστερολατινικό trepalium ή tripalium, το οποίο ήταν ένα όργανο βασανιστηρίων που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στο Μεσαίωνα. Όπως λέει και το όνομά του, ήταν ένα πράγμα με τρεις πασσάλους (palus), και θα πρέπει να ήταν μάλλον φοβερό κατασκεύασμα, αν κρίνουμε από έναν κανόνα που ψήφισε η Σύνοδος της Auxerre περί το 570 με τον οποίο απαγορεύεται στους πρεσβύτερους και τους διάκους να είναι παρόντες όταν ένοχοι βασανίζονται με αυτό το σύνεργο. Να κάνω εδώ μια παρένθεση που ίσως γεμίσει εθνική υπερηφάνεια τους αναγνώστες: αυτό το trepalium που είδαμε παραπάνω, το όργανο βασανισμού,  πολύ πιθανό να είναι ελληνικής αρχής. Στην (ίσως ψευδή) αυτοβιογραφία του αγίου Εφραίμ του Σύρου, διαβάζουμε: "Την ουν επαύριον εκάθισεν ο άρχων επί του βήματος και προέθηκαν έμπροσθεν αυτού το τριπάσσαλον και πάντα τα βασανιστήρια." Η χρονολογία του κειμένου δεν είναι σαφής, αν όμως πράγματι το ελληνικό κείμενο είναι παλαιότερο, πιθανότατα το trepalium είναι μεταφραστικό δάνειο φτιαγμένο πάνω στο μοντέλο του τριπάσσαλου.

Πάντως, είτε ακραιφνώς δυτικό είτε επηρεασμένο από τον φωτοδότη ελληνικό πολιτισμό, το trepalium καρποφόρησε λεξιλογικά στη λατινόφωνη Δύση. Έδωσε το ρήμα tripaliare που σημαίνει «βασανίζω», το οποίο έγινε στα γαλλικά travailler και βαθμιαία έχουμε μια σημασιολογική μετάπτωση στο «ταλαιπωρώ κάποιον», και μετά, αμετάβατο, «ταλαιπωρούμαι, μοχθώ». Από εκεί το ρηματικό ουσιαστικό travail που σημαίνει μεταξύ άλλων τη σκληρή ταλαιπωρία (αλλά και τις ωδίνες του τοκετού). Η λέξη περνάει ως δάνειο στα αγγλικά, όπου το ρήμα travel χρησιμοποιείται στην αρχή για κάποια ιδιαιτέρως εξουθενωτικά ταξίδια, αλλά μετά, σιγά-σιγά, για όλα τα ταξίδια γενικώς. Διότι βεβαίως βρισκόμαστε σε μια εποχή, τον 15ο-16ο αιώνα ας πούμε, όπου τα ταξίδια ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη υπόθεση. Ο σημερινός τουρίστας θεωρεί τρομερή ταλαιπωρία αν χάσει την ανταπόκριση της πτήσης του, αλλά ο ταξιδιώτης της εποχής εκείνης είχε να αναμετρηθεί με ναυάγια, ληστές και χίλιους-δυο άλλους κινδύνους, ακόμα και με τη μεγάλη διάρκεια του ταξιδιού, που μπορούσε να κρατήσει μήνες και χρόνια. Θα μείνει μυστήριο γιατί ειδικά οι Άγγλοι προτίμησαν να συνδέσουν το ταξίδι με τόσο απαίσιες σημασίες, ενώ στις άλλες γλώσσες όπως είδαμε η ετυμολογία του είναι λίγο-πολύ ανώδυνη. Πάντως, η δυσοίωνη ετυμολογία δεν εμπόδισε τους Άγγλους ειδικά να ταξιδέψουν μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

            Είδαμε ότι το ταξίδι είχε τον παλιό καιρό μεγάλη ταλαιπωρία και πολλές φασαρίες· θα λέγαμε ότι είχε πολλά ντράβαλα, και θα ταίριαζε να το πούμε, γιατί και η λέξη αυτή από την ίδια αρχή προέρχεται: από τον παλαιό ιταλικό τύπο travaglia που σήμαινε την κοπιαστική δουλειά και που θεωρήθηκε στα ελληνικά ουδέτερο πληθυντικού. Κι έτσι φτάσαμε στη δεύτερη λέξη του αινιγματικού μας τίτλου.

            Αφήσαμε όμως στη μέση το γαλλικό travailler, το οποίο είχαμε πει ότι σήμαινε «μοχθώ». Σιγά-σιγά όμως, επειδή το ρήμα ouvrer (που τότε σήμαινε εργάζομαι, και έχει άλλωστε επιβιώσει στον εργάτη, ouvrier) ήταν σχεδόν ομόηχο με το ouvrir (ανοίγω) και επειδή η γλώσσα αποφεύγει τις συγχύσεις όσο μπορεί, σύμφωνα με το νόμο της προφύλαξης, το travailler πήρε τη σημερινή σημασία, «εργάζομαι, ασκώ επάγγελμα» και το ouvrer έσβησε.

            Ξέρουμε βέβαια ότι και στα ελληνικά το δουλεύω αρχικά σήμαινε «είμαι δούλος» και ότι το σημερινό δουλειά προέκυψε από τη δουλεία. Θυμάμαι μάλιστα παλιά κάποιον περισπούδαστο που έλεγε ότι αυτό δείχνει την έμφυτη απέχθεια του Έλληνα για τη δουλειά –θα μπορούσε κανείς να του απαντήσει ότι αυτά συμβαίνουν και εις Παρισίους, αφού και οι Γάλλοι διάλεξαν για τη δουλειά μια λέξη που παραπέμπει σε βασανιστήρια.

            Στα ευρωπαϊκά ελληνικά βέβαια, δεν λέμε δουλειά, ούτε καν εργασία, λέμε συνήθως απασχόληση, που είναι μεταφραστικό δάνειο από το emploi (ή από το employment). Η απασχόληση προέρχεται από το ασχολούμαι και την ασχολία· το άλφα είναι στερητικό και ασχολία είναι να μην έχει κανείς σχολή, διότι το αρχαίο σχολή αρχικά σήμαινε την ανάπαυση, την αργία, την απραξία, τον ελεύθερο χρόνο, οπότε η ασχολία σήμαινε ακριβώς την απουσία αργίας, ελεύθερου χρόνου. Η αρχαία σημασία αυτή επιβιώνει και σήμερα, ως σχόλη ή σκόλη (Κυριακή γιορτή και σκόλη νά’ταν η βδομάδα όλη, τραγουδούσε η Αλίκη), αλλά και στο σχόλασμα των μαθητών ή των εργαζομένων. Ο τόνος έχει ανέβει στη σημερινή χρήση, για να αποφεύγεται η σύγχυση με τη σχολή που σήμερα σημαίνει άλλο πράγμα –και πάλι πρόκειται για το νόμο της προφύλαξης.

Λοιπόν, επειδή μόνο όποιος ήταν απαλλαγμένος από τις σκληρές βιοποριστικές ασχολίες μπορούσε να αφιερώσει χρόνο στην πνευματική του καλλιέργεια, σιγά-σιγά η λ. σχολή προσλαμβάνει τη σημασία «σπουδή, φιλοσοφική συζήτηση» και αργότερα, στην ελληνιστική εποχή φτάνει να σημαίνει και το μέρος, το ίδρυμα όπου σπουδάζει κανείς και αποκτά γνώσεις. Το λατινικό δάνειο schola είναι η αρχή όλων των σημερινών school, école, scuola και των άλλων λέξεων σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών που σημαίνουν «σχολείο».

Το λατινικό schola όμως αποκτά επίσης τη σημασία του παλατιανού τάγματος, και στο Βυζάντιο, το οποίο για αρκετόν καιρό είχε κρατική γλώσσα τα λατινικά και μετά είχε θεσμική ορολογία με πάρα πολλούς λατινισμούς, οι φρουροί του τάγματος αυτού είναι οι σχολάριοι, το οποίο είναι δάνειο από το λατινικό scholaris (επομένως, η λέξη αυτή είναι αντιδάνειο, αφού το scholaris είναι ελληνικής αρχής). Αυτοί οι σχολάριοι, όπως μαθαίνουμε από το λεξικό Σούδα, ήταν παλατιανοί φρουροί που τους διάλεγαν κατ’ εξοχήν από τους Αρμενίους, και που το δημόσιο τους μισθοδοτούσε πάντοτε καλύτερα από τους άλλους στρατιώτες, ένα είδος επίλεκτου τάγματος δηλαδή. Οι σχολάριοι αυτοί στις παρελάσεις και τις τελετές φορούσαν στα αυτιά τους ενώτια, όπως ήταν η ονομασία του συγκεκριμένου στολιδιού τότε. Αυτά τα σκουλαρίκια, που θα ήταν υποθέτω εντυπωσιακά, ονομάστηκαν λοιπόν σχολαρικά ενώτια, και επειδή είναι πολύ συχνό φαινόμενο να μαραίνεται και να πέφτει το ουσιαστικό και να ουσιαστικοποιείται το επίθετο (πρβλ. νεαρόν ύδωρ > νερό και άλλα πολλά) τελικά έμεινε σκέτο το σχολαρίκιον, που σιγά σιγά έγινε σκολαρίκιον και σκολαρίκιν και σκουλαρίκι. Οπότε όταν σήμερα βλέπουμε σκουλαρίκια και στους άντρες, πριν το θεωρήσουμε θηλυπρέπεια να σκεφτούμε πως οι πρώτοι διδάξαντες ήταν οι επίλεκτοι παλατιανοί φρουροί, οι σχολάριοι, ασφαλώς διαλεχτοί λεβέντες όλοι τους.

            Κάπου εδώ κλείνει ο κύκλος των τεσσάρων λέξεων του τίτλου μας, που μας έφερε από τις λέξεις του ταξιδιού κι από τα τριπάσσαλα σύνεργα βασανισμού στα στολίδια των ευσταλών επίλεκτων φρουρών –και στα σημερινά σκουλαρίκια.




Επιστροφή στα 'Αρθρα από το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου




© 2005 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu