Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Τα ντράβαλα και η τραβάγια

 

Το σημείωμα αυτό αντλεί πολλά από ένα προηγούμενο σημείωμά μου που είχα δημοσιέψει στο Φαινόμενο του Λουξεμβούργου, αλλά και από τη γόνιμη συζήτηση που έγινε στον ιστότοπο slang.gr, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογική προσπάθεια καταγραφής του λεξιλογικού πλούτου της ελληνικής που βρίσκεται εκτός λεξικών.

 

Η λέξη ντράβαλα σημαίνει «μπελάδες, τραβήγματα». Τη σημασία της την ξέρουμε πολύ καλά, αλλά δεν βλάφτει να δούμε ένα παράδειγμα χρήσης, που το βρήκα σ’ ένα ιντερνετικό φόρουμ:

Και αν σε καταγγείλουν στην πολεοδομία; Το ξέρω ότι όλη η Ελλάδα είναι ένα αυθαίρετο αλλά ποιός θέλει ντράβαλα με την πολεοδομία;

Καμιά φορά τη χρησιμοποιούμε ως απειλή: Πρόσεξε καλά, γιατί θα ’χουμε ντράβαλα.

Η λέξη δεν έχει ενικό. *Ντράβαλο δεν υπάρχει. Ενικό έχει μια άλλη λέξη, που θα τη δούμε παρακάτω.

 

Τραβήγματα λοιπόν είναι τα ντράβαλα, και κάποιοι δοκίμασαν τον πειρασμό να συνδέσουν και ετυμολογικά τις δυο λέξεις. Ωστόσο, δεν έχουν καμιά ετυμολογική σχέση.


Τα ντράβαλα προέρχονται από το παλιό ιταλικό travaglia, που θα πει «κουραστική δουλειά». Στα ιταλικά είναι θηλυκό, αλλά εμείς νομίσαμε πως είναι πληθυντικός ουδέτερου, γι' αυτό και το είπαμε «ντράβαλα». Όμως, η ετυμολογική διαδρομή της λέξης είναι συναρπαστική, αφού συγγενεύει με τη δουλειά, το ταξίδι και τα βασανιστήρια. Ας τη δούμε σύντομα.

 

Το ιταλικό travaglia, ρήμα travagliare, είναι δάνειο από το γαλλικό travailler που σήμερα σημαίνει «δουλεύω», αλλά κάποτε σήμαινε «βασανίζω». (Μην ξεχνάμε ότι κάτι ανάλογο είχαμε και στα ελληνικά: ‘δουλεύω’ σήμαινε «είμαι σκλάβος»).

Αρχή όλης αυτής της οικογένειας λέξεων είναι το trepalium ή tripalium, ένα όργανο βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Όπως λέει και το όνομά του, ήταν ένα πράγμα με τρεις πασσάλους (palus), και θα πρέπει να ήταν μάλλον φοβερό κατασκεύασμα, αν κρίνουμε από έναν κανόνα που ψήφισε η Σύνοδος της Auxerre περί το 570 με τον οποίο απαγορεύεται στους πρεσβύτερους και τους διάκους να είναι παρόντες όταν ένοχοι βασανίζονται με αυτό το σύνεργο.

 

Να κάνω εδώ μια παρένθεση που ασφαλώς θα γεμίσει εθνική υπερηφάνεια τον κ. Άδωνη: αυτό το trepalium, το όργανο βασανισμού,  πολύ πιθανό να είναι ελληνικής αρχής. Στην (ίσως ψευδή) αυτοβιογραφία του αγίου Εφραίμ του Σύρου, διαβάζουμε: «Την ουν επαύριον εκάθισεν ο άρχων επί του βήματος και προέθηκαν έμπροσθεν αυτού το τριπάσσαλον και πάντα τα βασανιστήρια». Η χρονολογία του κειμένου δεν είναι σαφής, αν όμως πράγματι το ελληνικό κείμενο είναι παλαιότερο, πιθανότατα το trepalium είναι μεταφραστικό δάνειο φτιαγμένο πάνω στο μοντέλο του τριπάσσαλου.

 

Πάντως, είτε ακραιφνώς δυτικό είτε επηρεασμένο από τον φωτοδότη ελληνικό πολιτισμό, το trepalium καρποφόρησε λεξιλογικά στη λατινόφωνη Δύση. Έδωσε το ρήμα tripaliare που σημαίνει «βασανίζω», το οποίο έγινε στα γαλλικά travailler και βαθμιαία έχουμε μια σημασιολογική μετάπτωση στο «ταλαιπωρώ κάποιον», και μετά, αμετάβατο, «ταλαιπωρούμαι, μοχθώ» και μετά «δουλεύω». Από εκεί το ρηματικό ουσιαστικό travail που σημαίνει αρχικά ένα είδος ζυγού για τα βόδια και τα άλογα, αλλά σιγά-σιγά φτάνει να δηλώνει τη δουλειά αλλά και τη σκληρή ταλαιπωρία και τις ωδίνες του τοκετού. Από τα γαλλικά, η λέξη περνάει και στα ισπανικά όπου δίνει το ρήμα trabajar (δουλεύω), αλλά και στα αγγλικά, όπου το ρήμα travel χρησιμοποιείται στην αρχή για κάποια ιδιαιτέρως εξουθενωτικά ταξίδια, αλλά μετά, σιγά-σιγά, για όλα τα ταξίδια γενικώς. Διότι βεβαίως βρισκόμαστε σε μια εποχή, τον 15ο-16ο αιώνα ας πούμε, όπου τα ταξίδια ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη υπόθεση. Ο σημερινός τουρίστας θεωρεί τρομερή ταλαιπωρία αν χάσει την ανταπόκριση της πτήσης του, αλλά ο ταξιδιώτης της εποχής εκείνης είχε να αναμετρηθεί με ναυάγια, ληστές και χίλιους-δυο άλλους κινδύνους, ακόμα και με τη μεγάλη διάρκεια του ταξιδιού, που μπορούσε να κρατήσει μήνες και χρόνια. Πάντως, η δυσοίωνη ετυμολογία δεν εμπόδισε τους Άγγλους ειδικά να ταξιδέψουν μέχρι τα πέρατα του κόσμου.

 

            Υπαινίχθηκα πιο πάνω πως μπορεί τα ντράβαλα να μην έχουν ενικό (όπως άλλωστε δεν έχουν και τα τραβήγματα μ’ αυτή την έννοια: το τράβηγμα είναι είτε κυριολεκτικό είτε μυικό), αλλά υπάρχει μια άλλη λέξη που έχει. Η λέξη αυτή βρίσκεται στον τίτλο του σημειώματος, είναι η τραβάγια.

            Η τραβάγια δεν είναι λέξη πανελλήνια. Ανήκει στο κρητικό ιδίωμα. Διόλου περίεργο δεν είναι που η Κρήτη, έχοντας περάσει αιώνες ενετοκρατίας, διατήρησε σχεδόν ακέραιο τον ενετικό τύπο (travaglia > τραβάγια). Η τραβάγια έχει δύο σημασίες: αφενός τη φασαρία και αφετέρου σημαίνει ό,τι και τα ντράβαλα, δηλαδή μπελάδες και τραβήγματα. Τη σημασία της φασαρίας τη βλέπουμε ήδη στο παρακάτω απόσπασμα από τον Φορτουνάτο του Μάρκου Αντώνιου Φώσκολου:

 

            Μα ίντα τραβάγια γίνεται επά μέσα; ποιος φωνιάζει;

 

Καθώς μάλιστα μαθαίνω από εκλεκτά μέλη του slang.gr, η λέξη υπάρχει σε μια από τις πρώτες μαντινάδες του Ψαραντώνη:

 

Μια όρνιθα στη γειτονιά, πολλή τραβάγια κάνει
'ναλώνει όλο το ντουνιά για έν' αβγό που κάνει.

(’ναλώνει = ενοχλεί, σηκώνει στο πόδι)

 

Ωστόσο, στην άλλη γωνία από την Κρήτη, στην Κέρκυρα, που κι αυτή είχε επαφές προνομιακές με τη Βενετία, βρίσκουμε το αδερφάκι της κρητικής τραβάγιας, που εκεί λέγεται τραβάγιο. Στο Κερκυραϊκό λεξικό του Χυτήρη βρίσκω να σημαίνει ‘ταλαιπωρία’, ενώ από προσωπικές επαφές και από το Διαδίκτυο βρίσκω τη σημασία «φασαρία, βαβούρα» (άκου τραβάγιο που γίνεται εκεί πέρα!). Ωστόσο, είναι λέξη παλιακή, δεν πολυχρησιμοποιείται σήμερα.

 

Από βασανιστήριο που ξεκίνησε η λέξη, κατέληξε στα φθοροποιά και επικίνδυνα ντράβαλα, στη φασαρία της τραβάγιας και του τραβάγιου, στην καταθλιπτική μονοτονία της δουλειάς και στο ταξίδι –μάλλον καλύτερα τη βόλεψαν οι αγγλοσάξονες!

 

 

 

ΥΓ Υπάρχει κι ένα άλλο τραβάγιο, ή μάλλον υπήρχε· ήταν σπάνιος δημοτικιστικός τύπος για το τραμβάι, δηλαδή το τραμ (από το tramway). Και ο οδηγός λεγόταν τραμβαγιέρης ή τραβαγιέρης. Ωστόσο, στη μοντέρνα ενσάρκωσή του, το τραμ άφησε στο χρονοντούλαπο την παλιά ορολογία.

 

 

 

           

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu