Εξ απαλών ονύχων ή η νύχτα των ζωντανών νεκρών

 

Σε ένα «λαθολογικό» άρθρο του στον Ελεύθερο Τύπο (16.3.2008) ο Γιάννης Κακουλίδης φαντάζεται ότι κάνει ζάπινγκ (πώς το λένε αυτό στα λόγϊα; διαυλοπεριήγηση;) στην τηλεόραση και, καντεμιά να δεις, σε κάθε κανάλι που πέφτει ακούει κι από ένα γλωσσικό «ανοσιούργημα». Στο πρώτο κανάλι λένε «σφιγγομέτρηση» τη σφυγμομέτρηση (εγώ που δεν είμαι τόσο καντέμης, αυτό δεν το’ χω ακούσει ποτέ μου), στο δεύτερο λένε «αποθανατίζω» (το σωστό είναι απαθανατίζω), πιο πέρα σε περιγραφή αθλητικού αγώνα ο Τοχούρογλου «απεκρούει», μετά παίρνουν συνέντευξη από «τον προεδρεύων» του τάδε οργανισμού, μέχρι που έρχεται η χαριστική βολή, όταν χτυπάει το τηλέφωνο και μια φωνή ρωτάει από τον αρθρογράφο αν είναι ο κ. Κακουλίδης ιδιοχείρως. Όλα αυτά κάνουν τον αρθρογράφο να τιτλοφορήσει το σημείωμά του: «Γλωσσικό: Η εθνική μας τραγωδία», και να θεωρήσει ότι πρόκειται για πρόβλημα σοβαρότερο από το ασφαλιστικό ή το μακεδονικό (που το λέει σκοπιανό) και να κλείσει το σημείωμά του λέγοντας (όχι χωρίς υπερβολή αλλά και όχι χωρίς χιούμορ, ευτυχώς) ότι όλα αυτά θα τον έκαναν να μεταναστεύσει από τη χώρα, αλλά «έλα που στην αλλοδαπή δεν έχω πού την κεφαλήν… πλύναι!!!»

 

Δεν θα ασχοληθώ με τα άλλα γλωσσικά ανοσιουργήματα τα οποία επισημαίνει ο κ. Γ.Κ., παρά μόνο για να παρατηρήσω με χαρά μου ότι δεν φαίνεται να είναι χαρντκόρ λαθολόγος, γιατί δεν φαίνεται να θεωρεί λάθος το «πού την κεφαλήν κλίναι» -ως γνωστόν, οι πούροι λαθολόγοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να λέμε «πού την κεφαλήν κλίνη» (και να προφέρνουμε και την υπογεγραμμένη στο ήτα του κλίνη για να μην τη μπερδέψουμε με την κλίνη του ξενοδοχείου ή του νοσοκομείου).

 

Όμως θα σταθώ σε ένα «ανοσιούργημα» που καταγγέλλει ο Γ.Κ. και που δεν το ανέφερα παραπάνω. Παραθέτω εδώ ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα του Γ. Κακουλίδη:

 

Αναλύει ο φωστήρας και λέει: "Έκανε μεν κριτική, αλλά ... εξ απαλών ονύχων!". Εξ απαλών ονύχων, άσχετε, θα πει ότι από τότε που είχε μαλακά νύχια, που ήτανε μωρό δηλαδή, και όχι "ηπίως" όπως νομίζεις και νομίζουνε πολλοί. Ξαναλλάζω κανάλι.

 

Πράγματι, είναι πάρα πολλοί εκείνοι που χρησιμοποιούν την έκφραση «εξ απαλών ονύχων» θεωρώντας ότι σημαίνει «με το γάντι, χωρίς οξύτητα» (όταν λένε «έκανε κριτική εξ απαλών ονύχων») ή «επιδερμικά, πρόχειρα» (όταν λένε ότι «εξετάσαμε το θέμα εξ απαλών ονύχων»). Και η λανθασμένη χρήση της φράσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούργιο –εγώ προσωπικά τη θυμάμαι… εξ απαλών ονύχων να λέγεται «λαθεμένα», μάλιστα θυμάμαι καλά ότι είχα κάνει και σχετική παρατήρηση πριν από καμιά εικοσπενταριά χρόνια σε νέο τότε ποιητή, που την είχε χρησιμοποιήσει με την έννοια της επιδερμικής προσέγγισης ενός ζητήματος. Στο βιβλίο μου για τις ιδιωματικές εκφράσεις, που έβγαλα το 1997, παρέθετα ένα απόσπασμα με λανθασμένη χρήση «Κριτική εξ απαλών ονύχων στην εισήγηση της Μ. Δαμανάκη αναμένεται να ασκήσουν και στελέχη όπως...» (εφημ. Εποχή, 20.9.92, σ. 3) και ένα παράδειγμα σωστής χρήσης από τον άγιο Παπαδιαμάντη: «Εντούτοις, με όλον αυτό το ρόδινον κάλλος της, αύτη ειργάζετο καθημερινώς εις το εργαστήριον υποδηματοποιού τής πολυτελείας παρά την οδόν Σταδίου. Ήτο βιοπαλαίστρια εξ απαλών ονύχων, η πτωχή κόρη» (Παπαδιαμάντης, "Ποία εκ των δύο", Άπαντα, 4.107) και σημείωνα ότι η έκφραση έχει παλιώσει.

 

Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ μιαν αμαρτία μου· στο βιβλίο μου για τις ιδιωματικές εκφράσεις, αντιγράφοντας κάποιαν άλλη πηγή, έγραψα ότι η έκφραση «εξ απαλών ονύχων» απαντά στην Παλατινή ανθολογία· δυστυχώς δεν είχα κάνει αυτοψία, όπως έπρεπε, όπως πάντα πρέπει να κάνουμε όταν αντιγράφουμε μη πρωτογενείς πηγές· αν είχα κάνει, θα έβλεπα ότι στο σχετικό ποίημα του Αυτομέδοντα (5.129 στην Ανθολογία) στο οποίο παρέπεμπε η άλλη πηγή, η έκφραση δεν χρησιμοποιείται μεταφορικά (με τη σημασία ‘παιδιόθεν’) αλλά κυριολεκτικά για τα απαλά νύχια μιας ασιάτισσας ορχηστρίδας, που εν πάση περιπτώσει με πολλή τέχνη και νεκρόν ανασταίνουν (το ποίημα, όπως καταλάβατε, είναι άσεμνο και επειδή μπορεί να μας διαβάσουν και παιδιά δεν επεκτείνομαι· οι μερακλήδες ας πάνε στην Παλατινή και επιτέλους μία είναι η γλώσσα, η τρισχιλιόχρονη, θα καταλάβουν).

 

Ωστόσο, η έκφραση «εξ απαλών ονύχων» με τη σημασία ‘παιδιόθεν’ είναι αρχαία, αν και όχι της κλασικής αρχαιότητας. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, υπάρχει στον Πλούταρχο, ή μάλλον στον ψευδοΠλούταρχο του «Περί παίδων αγωγής». Πέρα από τον Πλούταρχο, τη βρίσκω μόνο σε χριστιανούς, πατέρες της εκκλησίας (Για παράδειγμα: ἡ μακαρία Σουσάννα εὐγενὴς τῷ γένει τυγχάνουσα͵ ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἐν οἰκίσκῳ θαλαμευομένη͵στον Χρυσόστομο). Υπάρχει επίσης στα λατινικά, στις ωδές του Ορατίου, όπου διαβάζουμε για κάποια κοπέλα που ακόμα δεν σκλήρυναν τα νύχια της, αλλά σκέφτεται το κρεβάτι (φιρί φιρί πάνε να μας κολάσουν σήμερα!)· πιο καθαρά, ο Κικέρωνας, σε μια από τις επιστολές του που σώθηκαν, παροτρύνει τον φίλο του να σταθεί στο ύψος του, «έτσι όπως σε ξέρω από τότε που τα νύχια σου ήταν απαλά, για να χρησιμοποιήσω μια ελληνική έκφραση».

 

Η έκφραση δεν φαίνεται να πέρασε στη νεότερη γλώσσα, ούτε καν να διατηρήθηκε η εικόνα. Βέβαια, στο λεξικό του Σταματάκου (και στο Αντιλεξικό του Βοσταντζόγλου, μπορεί να υπάρχει και στον Δημητράκο) βρίσκω την έκφραση «από τα μικρά μου νύχια», συνώνυμη της «εξ απαλών ονύχων», αλλά επειδή δεν την έχω συναντήσει σε κανένα κείμενο δεν ξέρω αν είναι γνήσια λαϊκή έκφραση ή λόγια μετάφραση του αρχαίου.

 

Λοιπόν, το ‘εξ απαλών ονύχων’ σημαίνει «από τότε που τα νύχια μου ήταν απαλά», δηλαδή από τότε που ήμουν μικρό παιδάκι, μια και τα μωρά έχουν νύχια απαλά. Λειτουργεί άραγε αυτή η φράση σήμερα; Θα έλεγα όχι· νομίζω ότι η εικόνα έχει χάσει την παραστατική της δύναμη και η έκφραση «απαλά νύχια» δεν ανακαλεί στο νου την παιδική ηλικία. Βρίσκω υγιές το γλωσσικό αισθητήριο όσων αγνοούν την έκφραση και σκέφτονται την ήπια κριτική (με το γάντι) ή την επιδερμική, ακροθιγή προσέγγιση ενός ζητήματος. Το ένα υγιές, αλλά λαθεμένο. Το άλλο σωστό, αλλά παλιωμένο.

 

Προσοχή, στη γλώσσα μας έχουμε εκατοντάδες αρχαίες ή αρχαΐζουσες ή αρχαϊστικές εκφράσεις (λέω αρχαΐζουσες, γιατί πολλές δεν είναι αυθεντικές αρχαίες αλλά πλάστηκαν μετά το 1800). Όλες αυτές οι εκφράσεις είναι απολιθώματα, χρησιμοποιούνται ως στερεότυπες και κακό δεν κάνουν αρκεί να τις χρησιμοποιεί κανείς ελληνοπρεπώς, δηλαδή με μέτρο. Και για τις περισσότερες από αυτές τις εκφράσεις, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι εννοούν: πέρασε τις εξετάσεις αβρόχοις ποσί –χωρίς να βραχούν τα πόδια του, άρα εύκολα· τελειώσαμε εν ριπή οφθαλμού, παναπεί αμέσως, ώσπου ν’ ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Όταν λοιπόν χρησιμοποιούνται με μέτρο (αν και συνήθως δεν) οι στερεότυπες αυτές εκφράσεις κακό δεν κάνουν (όχι ότι κάνουν και πολύ καλό, όμως).

 

Αλλά το «εξ απαλών ονύχων» δεν το θεωρώ απλό απολίθωμα. Θέλω να πω, η έκφραση «εξ απαλών ονύχων» είναι κατά τη γνώμη μου ένας ζωντανός νεκρός. Διατηρείται, όσο διατηρείται, με διασωλήνωση και μηχανική υποστήριξη και έχει ανάγκη από σαράντα λαθολόγους να γράφουν σε εφημερίδες και περιοδικά, χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, και να στηλιτεύουν όσους τη χρησιμοποιούν λανθασμένα, αλλά και πάλι δεν μαθαίνεται.

 

Ωστόσο, για νεκροζώντανος, είναι ακίνδυνος. Εννοώ ότι συνήθως, ή μάλλον σχεδόν πάντα, όταν ο συνομιλητής μας πει «εξ απαλών ονύχων», από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε αν εννοεί «από παιδί» ή «ακροθιγώς». Χίλιες φορές πιο φαρμακερός νεκροζώντανος είναι ο ‘ευάριθμος’, που, αν δεν ξέρατε, σημαίνει ‘ολιγάριθμος’ (διότι είναι αυτός που εύκολα αριθμείται) αλλά με βάση το σημερινό μας γλωσσικό αισθητήριο μας φαίνεται ότι σημαίνει ‘πολυάριθμος’. Όταν ο άλλος γράφει «ευάριθμος», πολλές φορές τα συμφραζόμενα δεν βοηθάνε και ομολογώ ότι σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ξέρει άραγε ο ερίφης τι σημαίνει  η λέξη; Κι αν το ξέρει, ξέρει ότι το ξέρω; Και ξέρει ότι το ξέρω ότι το ξέρει; Μύλος η υπόθεση, γι’ αυτό και η λέξη ευάριθμος στα δικά μου τα κιτάπια είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Με τα απαλά τα νύχια, τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει. Συνήθως καταλαβαίνουμε τι εννοεί ο ποιητής.  

 

Προσοχή όμως, δεν συστήνω σε κανέναν να χρησιμοποιεί την έκφραση λανθασμένα, με τη σημασία «ακροθιγώς» ή «επιδερμικά». Αν το κάνει, κινδυνεύει να δεχτεί μύδρους από λαθολόγους, καθαρολόγους αλλά και από εντελώς καλοπροαίρετους αναγνώστες. Και τους δικούς μου μύδρους θα δεχτεί, διότι, βρε κύριε, τα τρισχιλιετή βρακιά θέλουν επιδέξια σκέλια. Αν θέλεις να πεις ότι κάποιος έκανε κριτική σε κάποιον άλλο ήπια και προσεχτικά, πες «με το γάντι». Παραστατική εικόνα, που θα την καταλάβουν όλοι, είτε έχουν απαλά νύχια είτε σκληρά, είτε τα βάφουν, είτε όχι. Αν θέλεις να πεις ότι εξέτασες ένα θέμα ακροθιγώς, πες ‘επιδερμικά’, πες ‘ξώφαλτσα’ βρε παιδί μου. Κι αν θες να πεις ότι κάποιον τον ξέρεις από μικρό παιδί, πάλι δεν είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσεις (σωστά) την έκφραση εξ απαλών ονύχων, σε πολλές φράσεις φαίνεται κωμικό. Αυτό το τελευταίο όμως, είναι προσωπικό γούστο. Δεν λέω, είναι και φορές που ταιριάζει στο ύφος μας η φράση, λογουχάρη αν θέλουμε να πούμε πως τα παιδιά πρέπει εξ απαλών ονύχων να διδάσκονται κάτι. Είναι όμως λίγες αυτές οι περιπτώσεις.

 

Κάπου εκεί πήγαινα να κλείσω το σημείωμα, όταν έψαξα λίγο βαθύτερα το θέμα, δηλαδή ανάτρεξα στον Πλούταρχο. Στην αρχή δεν είχα ανατρέξει, διότι σε μια ηλεκτρονική πηγή είχα βρει να παρατίθεται όλο το απόσπασμα: το δη λεγόμενον, εξ ονύχων απαλών αγαπώσαι τα τέκνα (Περί παίδων αγωγής), και μου φάνηκε εύλογο. Επειδή όμως η συγκεκριμένη πηγή δεν είναι εγγυημένης καθαρότητας, είπα να το ψάξω το θέμα. Καταρχάς (ή καταρχήν) επαναλαμβάνω πως δεν είναι ο Πλούταρχος που τα γράφει αυτά αλλά κάποιος άλλος που συμβατικά τον λέμε «Ψευδοπλούταρχο». Δεύτερον, στο δικό μου το κιτάπι, στην έκδοση Loeb των Ηθικών, διαβάζω:   Περὶ δὲ τροφῆς ἐχόμενον ἂν εἴη λέγειν. δεῖ δέ͵ ὡς ἐγὼ ἂν φαίην͵ αὐτὰς τὰς μητέρας τὰ τέκνα τρέφειν καὶ τούτοις τοὺς μαστοὺς ὑπέχειν· συμπαθέστερόν τε γὰρ θρέψουσι καὶ διὰ πλείονος ἐπιμελείας͵ ὡς ἂν ἔνδοθεν καὶ τὸ δὴ λεγόμενον ἐξ ὀνύχων ἀγαπῶσαι τὰ τέκνα. αἱ τίτθαι δὲ καὶ αἱ τροφοὶ τὴν εὔνοιαν ὑποβολιμαίαν καὶ παρέγγραπτον ἔχουσιν͵ ἅτε μισθοῦ φιλοῦσαι. (Περί παίδων αγωγής, 3C). Εδώ ο Πλούταρχος λέει ότι οι μανάδες πρέπει μόνες τους να θηλάζουν το παιδί τους αντί να το παραδίδουν σε τροφούς και παραμάνες, διότι έτσι θα αγαπήσουν το παιδί «από τα μέσα» και, όπως λέει η παροιμία…. οοπς, τι λέει η παροιμία; Εξ ονύχων σκέτο βρίσκω στην πηγή μου, όχι εξ ονύχων απαλών. Και στο κριτικό υπόμνημα που υπάρχει από κάτω (που όμως δεν είναι πλήρες) δεν βρίσκω σημείωση, ότι ο τάδε εκδότης προτείνει να συμπληρωθεί με το «απαλών». Και το «εξ ονύχων» ο Babbitt το μεταφράζει «έως τα ακροδάχτυλά τους» (according to the proverb, to their finger-tips). Κι ένας γερός φιλόλογος που είδε το κείμενο, έχει τη βεβαιότητα ότι η ερμηνεία «παιδιόθεν» δεν ταιριάζει, ότι οι μανάδες, κατά τον Ψ-Πλούταρχο, θ’ αγαπήσουν τα παιδιά τους με όλο τους το είναι, πράγμα που μου θυμίζει το «να έχεις την ευχή μου από τα είκοσί μου τα νύχια», που μου έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου.

 

Βέβαια, η έκδοση του Loeb είναι κάπως παλιά (από το 1927 θαρρώ), αν και αυτήν δέχεται και το TLG που έχω. Δεν ξέρω αν υπάρχουν νεότερες εκδόσεις που να αποκαθιστούν το «απαλών», χωρίς το οποίο δεν έχουμε μη χριστιανική πηγή που να παραδίδει την έκφραση –θα ένιωθα μάλιστα τον πειρασμό να σκεφτώ λατινική αρχή της φράσης, υπάρχει όμως κι ο Κικέρωνας που λέει ρητά ότι η παροιμία είναι ελληνική. Μπλεγμένα πράγματα! Ίσως θα έπρεπε να θίξω το θέμα… εξ απαλών ονύχων και να μην το εξετάσω σε βάθος!

 

 

 

Επιστροφή στη Λαθοθηρία
Επιστροφή στη Φρασεολογία
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου

© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu