Ένα ιδιαίτερα οξυμμένο πρόβλημα

 

Ασχολήθηκα με τις μετοχές στο λεξικό Μπαμπινιώτη. Μια μετοχή που όχι μόνο λημματογραφείται αλλά και επισημαίνεται σε πλαίσιο το ορθογραφικό της πρόβλημα, είναι η μετοχή οξυμμένος. Γράφει σε ειδικό πλαίσιο το λεξικό:

 

Η ορθογραφία της μετοχής παρακειμένου του ρήματος οξύνω χρειάζεται προσοχή: η λέξη γράφεται από την αρχαιότητα με δύο –μ- (οξυμμένος αρχ. ὠξυμμένος), όχι *οξυμένος.

 

Το επιχείρημα αυτό το βρίσκω σχεδόν ακατανόητο. Κατ’ αρχάς, στα αρχαία δεν γραφόταν οξυμμένος αλλά ωξυμμένος. Πρέπει τάχατες να κρατήσουμε και τον αναδιπλασιασμό; Δεύτερον, γιατί να δημιουργούμε εξαιρέσεις και κόντρα εξαιρέσεις; 

 

Τα ρήματα που λήγουν σε –ύνω, όλα τα ρήματα που λήγουν σε –ύνω ανεξάρτητα από την αρχαία τους μορφή, σχηματίζουν μετοχή με ένα μ, τόσο εκείνα που απέκτησαν την κατάληξη –ύνω στα νεότερα χρόνια, π.χ. ντύνω ντυμένος, χύνω χυμένος, όσο και εκείνα που την είχαν εξαρχής, π.χ. διευρύνω διευρυμένος. Και το αμβλύνω, που είναι και το ταίρι θα λέγαμε του οξύνω, κι αυτό αμβλυμένος κάνει, όπως άλλωστε παραδέχεται το Λεξικό στο Ορθογραφικό Παράρτημα αρ. 144 (δεν έχει λήμμα αμβλυμένος).

 

Αντί να πέσουμε στον κειτουκειτισμό, να κοιτάμε δηλαδή αν κείται ή αν δεν κείται στην αρχαία γραμματεία ένας τύπος, δεν είναι πολύ απλούστερο και απείρως πιο παιδαγωγικό να ακολουθήσουμε τον διάφανο κανόνα του Εγκολπίου της Ορθής Γραφής που είχε κυκλοφορήσει πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια από τον Ταχυδρόμο με πρωτοβουλία του καθηγητή Μαρωνίτη (και που το είχε επικρίνει δριμύτατα ένας εμπαθής κουφιοκεφαλάκης):

 

Γράφονται με ένα μ μετοχές του παθητικού παρακειμένου, των οποίων το θέμα λήγει σε ν, εφόσον έχουν αποβάλει στη δημοτική γλώσσα τον αρχαιόμορφο αναδιπλασιασμό τους. Γράφουμε:

 

αποσκληρυμένος, αμβλυμένος, αλλά: εκτεθηλυμμένος.

 

Τι πιο απλό και λογικό;

 

Διότι, να παρατηρήσω, το λεξικό Μπαμπινιώτη, ενώ έχει ρήμα αποσκληρύνω, τη μετοχή την αποσιωπά (όπως και πάρα πολλές) κι έτσι δεν θα μάθουμε αν προτείνει να γράψουμε *αποσκληρυμμένος όπως οι αρχαίοι (απεσκληρυμμένος). Κι αν αύριο βρεθεί κανένας πάπυρος σε παραγέμισμα βαλσαμωμένου κροκόδειλου που περιέχει τον τύπο ημβλυμμένος (η μετοχή του ρήματος αμβλύνω δεν έχει σωθεί στην αρχαία γραμματεία) θα πρέπει και το αμβλυμένος να το γράφουμε με δύο μ; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά;



ΥΓ Όπως θα περιμένατε ίσως, στη σημερινή χρήση οι τύποι με ένα μι, οξυμένος, οξυμένη, κτλ. είναι πολύ συχνότεροι από τους αντίστοιχους με δύο μι. Αλλά το καλό το λεξικό το προσπερνάει αυτό αγέρωχα, ενώ στέκεται στις πέντε ή δέκα ανευρέσεις τύπων με δύο μι σε αρχαία κείμενα (και μάλιστα σε... παρακατιανά κείμενα, μεταγενέστερα).

 

 




Επιστροφή στα Ορθογραφικά Μεζεδάκια