Το σημείωμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009.

 

 

Εξοστρακίστηκε ή εποστρακίστηκε;

 

Καθώς γράφονται οι γραμμές τούτες, αρκετές μέρες πριν τις διαβάσετε εσείς, μόλις έχει κυκλοφορήσει η βαλλιστική έκθεση για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, που κάνει λόγο για εποστρακισμό του βλήματος· και ξαφνικά, η λέξη αυτή βρέθηκε στην επικαιρότητα, αιφνιδιάζοντας σχεδόν όλους μας, που ξέραμε μόνο τον εξοστρακισμό. Λοιπόν, εξοστρακίστηκε ή εποστρακίστηκε η σφαίρα;

 

Η ιστορία των λέξεων αυτών ξεκινάει από την αρχαιότητα. Υπάρχει στα αρχαία ελληνικά μια οικογένεια λέξεων που όλες τους δηλώνουν πράγματα σκληρά κι ανθεκτικά: γενάρχης της οικογένειας είναι το οστούν, που πέρασε και στη νεότερη χρήση, αλλά στ’ αρχαία σήμαινε, πέρα απ’ το κόκαλο, και το κουκούτσι φρούτων· έπειτα υπάρχει το όστρεον, το στρείδι δηλαδή, ο κατάφρακτος οστακός ή αστακός όπως τελικά έμεινε, και το όστρακον. Όστρακον στ’ αρχαία ήταν όχι μόνο το σκληρό καβούκι της χελώνας ή το κέλυφος διάφορων θαλασσινών, αλλά και τα πήλινα αγγεία και, πολύ σημαντικό, τα θραύσματα από αυτά τα αγγεία.

 

Σε μια κοινωνία που έκανε τεράστια χρήση πήλινων αγγείων, τα όστρακα αυτά, τα κομμάτια αγγείων, υπήρχαν παντού. Τα σπασμένα όστρακα, μαζί με άμμο, τα χρησιμοποιούσαν σαν είδος τσιμέντου για το οδόστρωμα· πιο μακάβρια, όταν διαβάζουμε πως ο χριστιανικός όχλος στην Αλεξάνδρεια ξέσκισε με όστρακα τις σάρκες της φιλοσόφου Υπατίας, πρέπει να σκεφτούμε πως χρησιμοποίησαν όχι αχιβάδες αλλά κοφτερά κομμάτια αγγείων. Όμως η πιο διάσημη χρήση των οστράκων στην αρχαιότητα ήταν σ’ έναν παράξενο θεσμό που καθιέρωσε η αθηναϊκή δημοκρατία την εποχή του Κλεισθένη, όταν ήταν νωπές οι αναμνήσεις από την τυραννία του Πεισίστρατου: κάθε χρόνο η εκκλησία του Δήμου μπορούσε να αποφασίζει τη δεκαετή εξορία κάποιου πολίτη. Ήταν αρχικά μια μέθοδος προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από επίδοξους τυράννους, αν και αργότερα εξελίχθηκε σε τρόπο απαλλαγής από πολιτικούς αντιπάλους. Οι πολίτες έγραφαν το όνομα του υποψήφιου προς εξορία πάνω σε θραύσματα αγγείων (όστρακα), και είναι γνωστό το ανέκδοτο με τον αγράμματο Αθηναίο που παρακάλεσε τον Αριστείδη τον δίκαιο να γράψει το όνομα «Αριστείδης» πάνω στο όστρακο, χωρίς να τον γνωρίζει.

 

 

Πολύ λογικά, το έθιμο ονομάστηκε οστρακισμός ή εξοστρακισμός. Όστρακα με γραμμένα ονόματα επιφανών Αθηναίων έχουν σωθεί πάμπολλα (υπάρχουν στο Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς). Έχει βρεθεί μάλιστα και μια κρύπτη με δεκάδες όστρακα με το όνομα του Θεμιστοκλή, γραμμένα από το ίδιο χέρι (κάτι ανάλογο με τα σημερινά σταυρωμένα ψηφοδέλτια!). Ωστόσο, ο οστρακισμός κράτησε λίγες μόνο δεκαετίες· ο τελευταίος που είναι καταγραμμένο πως εξοστρακίστηκε ήταν ο Υπέρβολος, το 416. Έτσι έμεινε ο εξοστρακισμός στη γλώσσα, και στα μεταγενέστερα χρόνια πήρε και μεταφορική σημασία (π.χ. «υπερηφανίαν εξοστρακίζειν», σε κάποιον χριστιανό συγγραφέα) αφού ο αθηναϊκός θεσμός είχε πάψει να χρησιμοποιείται.

 

Οι αρχαίοι όμως, και ιδίως τα παιδιά, είχαν κι ένα άλλο έθιμο που το έχουν και τα σημερινά παιδιά στη θάλασσα: να παίρνουν μια πλακουτσή πέτρα ή κομμάτι από αγγείο και πετώντας την με τέχνη πάνω στην επιφάνεια, να κάνουν όσο το δυνατό περισσότερες αναπηδήσεις· αυτό, εμείς το λέγαμε ‘κάνω πιατάκια’, οι κόρες μου το λένε ‘κάνω ψαράκια’, αλλά οι αρχαίοι το έλεγαν εποστρακίζω, αφού όστρακα (πλακουτσά θραύσματα αγγείων) χρησιμοποιούσαν.

 

Κάποιος λόγιος του 19ου αιώνα ανάστησε αυτόν τον εποστρακισμό και τον χρησιμοποίησε στη βαλλιστική, κι έτσι πέρασε η λέξη στα στρατιωτικά συγγράμματα για τις περιπτώσεις που ένα βλήμα προσκρούει κάπου και αλλάζει πορεία. Ο εποστρακισμός και το ρήμα εποστρακίζομαι καταχωρήθηκαν στα λεξικά, όμως στην καθημερινή χρήση και στις εφημερίδες δεν έπιασαν. Όπως όλοι ξέρουμε, στα νεότερα χρόνια η συντριπτική πλειοψηφία των ομιλητών χρησιμοποιεί τις λέξεις εξοστρακίζομαι, εξοστρακισμός, είτε πρόκειται για τη μπάλα που χτυπάει στο τείχος των αμυνομένων, αλλάζει πορεία και καταλήγει στα δίχτυα, είτε, πολύ πιο απαίσια, για τις αστυνομικές σφαίρες που έχουν την περίεργη μανία να εξοστρακίζονται και να σκοτώνουν αθώα θύματα. Ακόμα και ο Ν. 3169/2003, που διέπει τη χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς, τον όρο εξοστρακισμός χρησιμοποιεί.

 

Κι όμως, όλα τα λεξικά, και το λεξικό Μπαμπινιώτη, αγνοούν τη γλωσσική πραγματικότητα. Φωτεινή εξαίρεση: το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, το μόνο που έχει συνταχθεί με βάση σώματα κειμένων, ήρθε επιτέλους να καταγράψει και να «νομιμοποιήσει» ότι εξοστρακισμός σημαίνει την αλλαγή πορείας που οφείλεται σε βίαιη πρόσκρουση πάνω σε κάτι. Οπότε μπορείτε άφοβα να συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη λέξη με τη σημασία αυτή, γνωρίζοντας ότι την κατοχυρώνει το εγκυρότερο ελληνικό λεξικό. Μάλιστα, προσωπικά βρίσκω εξεζητημένη τη χρήση του εποστρακίζομαι που μερικοί υιοθέτησαν, με το ζήλο του νεοφώτιστου, για να ξεχωρίσουν από την πλέμπα. Ούτε συμφωνώ με το «αποστρακίζω» που ακούστηκε κι αυτό τελευταία, το οποίο στα αρχαία σήμαινε «ξεραίνω κάτι ώστε να γίνει σκληρό σαν όστρακο» και στα μεσαιωνικά ελληνικά σήμαινε «εκδιώκω», ό,τι και το εξοστρακίζω δηλαδή.

 

Όσο για το δίλημμα του τίτλου, αν ήταν εποστρακισμός ή εξοστρακισμός, η απάντηση, θαρρώ, είναι μία: ήταν δολοφονία.

 

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2009 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu