Παράλληλα κείμενα – Αλκίνου απόλογοι

Πρόκειται για τους 38 πρώτους στίχους από τη ραψωδία Ι της Οδύσσειας. Ήδη, στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα προσφέρεται ως διδακτική άσκηση η αντιπαραβολή των μεταφράσεων Μαρωνίτη και Καζαντζάκη-Κακριδή. Εγώ πρόσθεσα τη μετάφραση του Εφταλιώτη που την πήρα από τον Μικρό Απόπλου του φίλου Άγγ. Περδικούρη, και τη μετάφραση του Ζήσιμου Σίδερη. Επίσης, το πρωτότυπο.

Αν κάποιος φίλος έχει να εισφέρει άλλη μετάφραση, παρακαλείται να τη στείλει!

Στην ενότητα αυτή, παρατίθενται:

1.      Το πρωτότυπο, Στίχοι 1-38 της Οδύσσειας του Ομήρου («Αλκίνου Απόλογοι»)

2.      Τη μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη

3.      Τη μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη & Ι.Θ.Κακριδή

4.      Τη μετάφραση του Ζήσιμου Σιδέρη

5.  Τη μετάφραση του Δημ. Μαρωνίτη

 

 

 

 

 1. Ομήρου Οδύσσεια ι 1-38

Τὸν δ΄ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

Ἀλκίνοε κρεῖον͵ πάντων ἀριδείκετε λαῶν͵

ἦ τοι μὲν τόδε καλὸν ἀκουέμεν ἐστὶν ἀοιδοῦ

τοιοῦδ΄͵ οἷος ὅδ΄ ἐστί͵ θεοῖσ΄ ἐναλίγκιος αὐδήν.

οὐ γὰρ ἐγώ γέ τί φημι τέλος χαριέστερον εἶναι

ἢ ὅτ΄ ἐϋφροσύνη μὲν ἔχῃ κάτα δῆμον ἅπαντα͵

δαιτυμόνες δ΄ ἀνὰ δώματ΄ ἀκουάζωνται ἀοιδοῦ

ἥμενοι ἑξείης͵ παρὰ δὲ πλήθωσι τράπεζαι

σίτου καὶ κρειῶν͵ μέθυ δ΄ ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων

οἰνοχόος φορέῃσι καὶ ἐγχείῃ δεπάεσσι·

τοῦτό τί μοι κάλλιστον ἐνὶ φρεσὶν εἴδεται εἶναι.

σοὶ δ΄ ἐμὰ κήδεα θυμὸς ἐπετράπετο στονόεντα

εἴρεσθ΄͵ ὄφρ΄ ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω.

τί πρῶτόν τοι ἔπειτα͵ τί δ΄ ὑστάτιον καταλέξω;

κήδε΄ ἐπεί μοι πολλὰ δόσαν θεοὶ Οὐρανίωνες.

νῦν δ΄ ὄνομα πρῶτον μυθήσομαι͵ ὄφρα καὶ ὑμεῖς

εἴδετ΄͵ ἐγὼ δ΄ ἂν ἔπειτα φυγὼν ὕπο νηλεὲς ἦμαρ

ὑμῖν ξεῖνος ἔω καὶ ἀπόπροθι δώματα ναίων.

εἴμ΄ Ὀδυσεὺς Λαερτιάδης͵ ὃς πᾶσι δόλοισιν

ἀνθρώποισι μέλω͵ καί μευ κλέος οὐρανὸν ἵκει.

ναιετάω δ΄ Ἰθάκην εὐδείελον· ἐν δ΄ ὄρος αὐτῇ͵

Νήριτον εἰνοσίφυλλον͵ ἀριπρεπές· ἀμφὶ δὲ νῆσοι

πολλαὶ ναιετάουσι μάλα σχεδὸν ἀλλήλῃσι͵

Δουλίχιόν τε Σάμη τε καὶ ὑλήεσσα Ζάκυνθος.

αὐτὴ δὲ χθαμαλὴ πανυπερτάτη εἰν ἁλὶ κεῖται

πρὸς ζόφον͵ αἱ δέ τ΄ ἄνευθε πρὸς ἠῶ τ΄ ἠέλιόν τε͵

τρηχεῖ΄͵ ἀλλ΄ ἀγαθὴ κουροτρόφος· οὔ τι ἐγώ γε

ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι.

ἦ μέν μ΄ αὐτόθ΄ ἔρυκε Καλυψώ͵ δῖα θεάων͵

ἐν σπέεσι γλαφυροῖσι͵ λιλαιομένη πόσιν εἶναι·

ὣς δ΄ αὔτως Κίρκη κατερήτυεν ἐν μεγάροισιν

Αἰαίη δολόεσσα͵ λιλαιομένη πόσιν εἶναι·

ἀλλ΄ ἐμὸν οὔ ποτε θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ἔπειθεν.

ὡς οὐδὲν γλύκιον ἧς πατρίδος οὐδὲ τοκήων γίνεται͵

εἴ περ καί τις ἀπόπροθι πίονα οἶκον

γαίῃ ἐν ἀλλοδαπῇ ναίει ἀπάνευθε τοκήων.

εἰ δ΄ ἄγε τοι καὶ νόστον ἐμὸν πολυκηδέ΄ ἐνίσπω͵

ὅν μοι Ζεὺς ἐφέηκεν ἀπὸ Τροίηθεν ἰόντι.

 

 

 

2. Αλκίνου απόλογοι (ι 1-38), μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη (1914)

 

Τότε γυρίζει ο τρίξυπνος Δυσσέας και του κρένει·

Αλκίνο, πρώτε βασιλιά, και τω λαών καμάρι,
καλό 'ναι αλήθεια τέτοιονε τραγουδιστή ν' ακούμε,
σαν πού 'ν' ετούτος, που θεού λες κι η φωνή του μοιάζει.

5 Τι πιο χαριτωμένη εγώ ζωή δεν ξέρω κι άλλη,
παρ' όταν όλος ο λαός τριγύρω αναγαλλιάζη,
και στα παλάτια οι σύδειπνοι αράδα καθισμένοι
ακούνε τον τραγουδιστή, με τα τραπέζια ομπρός τους
γεμάτα κρέας και ψωμί, κι ο κεραστής σαν παίρνη

10 απ' το κροντήρι το κρασί και χύνη στα ποτήρια.
Στον κόσμο τ' ομορφότερο λογιάζω αυτό πως είναι.
Όμως τα βαριοστέναχτα δεινά μου να ρωτήξης
σου 'ρθε λαχτάρα, πιο βαριά για να στενάζω ακόμα.
Τί πρώτο να σου δηγηθώ, και τί στερνό, που μύρια

15 κακά μου δώκανε οι θεοί που κατοικούν τα ουράνια.
Και πρώτα τ' όνομά μου ας πω, κι εσείς να το γνωρίστε,
κι εγώ κατόπι, το σκληρό το χάρο σαν ξεφύγω,
να μείνω πάντα φίλος σας, κι ας κατοικώ μακριά σας.
Είμ' ο Δυσσέας, του Λαέρτη ο γιός, που ξέρουν όλοι οι ανθρώποι

20 τους δόλους μου, κι η δόξα μου στον ουρανό ανεβαίνει.
Και κατοικώ στο λιόλουστο το Θιάκι, που έχει απάνω
το Νήριτο, τρανό βουνό που σειεί αψηλά τα φύλλα,
κι ολόγυρα πολλά νησιά τό 'να κοντά 'ναι στ' άλλο,
η Σάμη και το Δουλιχιό, κι η Ζάκυνθο η δεντράτη.

25 Ετούτη χάμου απλώνεται στα πέλαγα της Δύσης,
τ' άλλα νησιά 'ναι ξέχωρα, στ' ανάβλεμμα του ήλιου.
Πέτρες γεμάτο, μα καλό λεβέντες για να βγάζη.
Άλλο απ' τη γης μου πιο γλυκό δεν ξέρω εγώ στον κόσμο.
Με κράτησε κι η Καλυψώ, η θεά η χαριτωμένη,

30 μες στη σπηλιά της, κι άντρας της να γίνω λαχταρούσε·
με κράταε στα παλάτια της η Κίρκη, η θεά της Αίας,
η δολοπλέχτρα, κι άντρας της να γίνω λαχταρούσε·
όμως ποτές δε γύρισαν αυτές το νου μου εμένα.
Από πατρίδα και γονιούς γλυκότερο δεν έχει

35 τίποτ' ο άνθρωπος, κι ας ζη σε πλουτισμένο σπίτι
γης ξενικιάς κι απόμερης, μακριά από τους γονιούς του.
Μα τώρα το πολύπαθο ταξίδι ας ιστορήσω,
που ο μέγας Δίας μου όρισε σα μίσευα απ' την Τροία.

 

 

3. Μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή

Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Οδυσσέας:
«Αλκίνοε, βασιλιά περίλαμπρε, μες στο λαό σου ο πρώτος,
αλήθεια είναι όμορφο να κάθεσαι ν' ακούς τον τραγουδάρη,
και νά 'ναι σαν αυτόν, που ακούγεται καθώς θεού η φωνή του.
Άλλη αναγάλλια εγώ τρανότερη δεν ξέρω, μόνο νά 'χει
ο κόσμος όλος σε ξεφάντωση στρωθεί, κι οι καλεσμένοι
στο αρχονταρίκι ν'αφουγκράζονται το θείο τον τραγουδάρη,
γραμμή καθούμενοι· και δίπλα τους γεμάτα τα τραπέζια
ψωμί και κρέατα· κι ανασέρνοντας κρασί από το κροντήρι
να τρέχει ο κεραστής στις κούπες τους να το κερνάει, να πίνουν.
Αυτή η χαρά λογιάζω εστάθηκεν η πιο τρανή του ανθρώπου.
Μα να η καρδιά σου που λαχτάρησε τα πάθη μου να μάθει
τα θλιβερά, για να φουντώσουνε πιο ακόμα οι αναστεναγμοί μου.
Τί πρώτο να σου πω και τί στερνό ν' αφήσω, απ' όσα μύρια
βάσανα μού δωκαν οι αθάνατοι, που κυβερνούν τα ουράνια;
Μα τ' όνομά μου πρώτα ακούσετε, για να το ξέρετε όλοι·
θέλω κι αργότερα ξεφεύγοντας της μοίρας και του Χάρου,
να μείνω φίλος σας, κι ας βρίσκεται το αρχοντικό μου αλάργα.
Είμαι ο Οδυσσέας, ο γιος του αντρόκαρδου Λαέρτη· ο κόσμος όλος
ξέρει τους δόλους μου, κι η δόξα μου ψηλά στα ουράνια φτάνει!
Πατρίδα μου είν' η Ιθάκη η ξέφαντη, με το καμαρωμένο
το Νήριτο, το φυλλοσούσουρο βουνό της, κι ένα γύρο
νησιά πολλά προβάλλουν, όλα τους κοντά κοντά βαλμένα,
η Σάμη, η δασωμένη Ζάκυνθο και το Δουλίχιο· κι είναι
η Ιθάκη χαμηλή, στο πέλαγο ψηλά ψηλά στη δύση,
μα τ' άλλα αλάργα στου ήλιου βρίσκουνται και στης αυγής τα μέρη.
Πετραδερό νησί, μα ασύγκριτη λεβεντομάνα, κι ούτε
άλλο στον κόσμο εγώ γλυκότερο μπορώ να δω απ' τη γη μου.
Η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, στις βαθουλές σπηλιές της
μου αντίσκοφτε το δρόμο, θέλοντας να με κρατήσει γι' άντρα.
Κι η Κίρκη η δολερή απ' το σπίτι της στην Αία να φύγω πίσω
δε μ' άφηνε, κι αυτή γυρεύοντας να με κρατήσει γι' άντρα.
Όμως ποτέ δε μου μετάστρεψαν τη γνώμη μες στα στήθη·
τι πιο γλυκό στον κόσμο τίποτε δεν ξέρω από πατρίδα
κι από γονιούς, ακόμα αν κάθεσαι σε μυριοπλούσια σπίτια
στα ξένα μέρη εκεί που βρέθηκες, αλάργα απ' τους γονιούς σου.
Άκουσε τώρα το πολύπαθο του γυρισμού ταξίδι
που μού 'χε ο Δίας ορίσει, ως άφηνα της Τροίας τη χώρα πίσω.

[Ν. Καζαντζάκης & Ι.Θ. Κακριδής, Ομήρου Οδύσσεια, Μετάφραση, Αθήνα 1965 (ανατ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1986), σ.119-20].

 

4. Μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη (εκδόσεις Ζαχαρόπουλος)

Κι απάντησε ο πολύπειρος Δυσέας κι έτσι του’ πε:

«Αλκίνο, αφέντη βασιλιά και παινεμένε απ’ όλους,

αυτό είναι το καλύτερο, ν’ ακούσουμε έναν τέτοιο,

ως είναι αυτός, τραγουδιστή πόχει φωνή αθανάτου.

Γιατί δεν ξέρω άλλο σκοπό πιο χαρωπό στον κόσμο,

παρ’ όταν μ’ ήσυχη καρδιά ζουν όλοι μέσ’ στη χώρα

κι οι καλεσμένοι κάθονται μέσ’ στο παλάτι αράδα

κι ακούνε τον τραγουδιστή κι έχουν τραπέζι εμπρός τους

ψωμιά γεμάτο και ψητά κι από κροντήρι παίρνει

ο κεραστής γλυκό κρασί και χύνει στα ποτήρια.

Απ’ όλα, αυτό μου φαίνεται το πιο όμορφο πως είναι.

Τώρα σού ζήτησε η καρδιά για τα δικά μου πάθια

να με ρωτήσεις, πιο πολύ γι’ αυτά να κλάψω ακόμα.

Τί πρώτο απ’ όλα να σου πω και τί στερνό ν’ αφήσω,

που αμέτρητα τα βάσανα μού δώσανε οι ουράνιοι.

Και τώρα πρώτα θα σου πω να μάθεις τ’ όνομά μου,

κι αν στα στερνά απ’ το μαύρο μου το ριζικό γλυτώσω

να μείνω πάντα φίλος σας κι ας κάθουμαι έτσι αλάργα.

Εγώ είμαι τού Λαέρτη ο γιος Δυσέας, που όλοι λένε

τις τέχνες μου, κι η δόξα μου ως τα ουράνια φτάνει,

και κατοικώ στο ξέφαντο, το φημισμένο Θιάκι,

πόχει το Νήριτο βουνό, ψηλό και δεντρωμένο,

κι ολόγυρα πολλά νησιά, το’ να κοντά με τ’ άλλο,

τη δασωμένη Ζάκυνθο, τη Σάμη, το Δουλίχι.

Πιο κάτω απ’ όλα, χαμηλό το Θιάκι, στου πελάγου

τα δυτικά, κι ηλιόβγαλμα κοιτάζουν όλα τ’ άλλα.

Βραχότοπος, μα ξακουστή παλληκαριών γεννήτρα.

Δεν είδα απ’ την πατρίδα μου γλυκύτερο στον κόσμο.

Έτσι λοιπόν η Καλυψώ με κράτησε η νεράιδα,

μέσ’ στη βαθουλωτή σπηλιά ποθώντας με για ταίρι.

Έτσι μ’ εμπόδιζε έπειτα κι η δολοπλέχτρα η Κίρκη

στο σπίτι της και ταίρι της να μ’ έχει λαχταρούσε.

Όμως ποτέ δεν έπειθαν στα στήθια την καρδιά μου.

Γιατί δεν έχει πιο γλυκό στον κόσμο απ’ την πατρίδα

κι απ’ τους γονιούς· κι αν κάθεσαι σε αρχοντικά παλάτια

μέσ’ στην πικρή την ξενητιά κι απ’ τους γονιούς σου αλάργα.

Μα ελάτε τον πολύπαθο ν’ ακούστε γυρισμό μου,

που μ’ ώρισε του Κρόνου ο γιος σαν έφυγα απ’ την Τροία.

 

5. Μετάφραση Δ. Μαρωνίτη

Γυρνώντας τότε του αποκρίθηκε ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν' ακούς έναν καλό αοιδό,
όπως αυτός εδώ, με θεία θά 'λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ' όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ' ευφροσύνη· στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι· και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ' τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει.
Εσένα όμως η ψυχή σου ορμήθηκε να μάθεις τις βαριές μου
συμφορές, για να με κάνεις πιο πολύ να οδύρομαι και να στενάζω.
Τί πρώτο αλήθεια να σου πω, τί τελευταίο να αφήσω,
εμένα που με βάρυναν με τόσα βάσανα οι επουράνιοι θεοί;
Τώρα θα ομολογήσω πρώτο το όνομά μου, να το κατέχετε
κι εσείς, κι εγώ στο μέλλον, όταν και αν τη μοίρα μου
ξεφύγω, να μείνω ο φίλος σας, κι ας κατοικώ
τόσο μακριά στο αρχοντικό μου.
Είμαι λοιπόν ο Οδυσσεύς, γιος του Λαέρτη, όλοι καλά με ξέρουν
για τους δόλους μου, η φήμη μου έχει φτάσει ψηλά στον ουρανό.
Πατρίδα μου η Ιθάκη που την γνωρίζεις εύκολα· στη μέση της
υψώνεται βουνό, το Νήριτο περήφανο, ο άνεμος κλονίζει
τα φυλλώματά του. Τριγύρω κατοικούνται κι άλλα
πολλά νησιά, πολύ κοντά το ένα στο άλλο,
Δουλίχιο και Σάμη, η δασωμένη Ζάκυνθος.
Αν είναι χαμηλή η Ιθάκη, βρίσκεται όμως πιο ψηλά
στην αλμυρή τη θάλασσα και προς τη δύση ―τα άλλα νησιά,
μακραίνοντας, κοιτούν τον ήλιο στο ξημέρωμα.
Τραχιά, κι όμως καλή, τρέφει τα παλικάρια της λαμπρά ―
εγώ δεν ξέρω νά 'χω δει κάτι γλυκύτερο απ' τη γη της.
Αλλά με κράτησε μακριά η Καλυψώ στις θολωτές σπηλιές της,
θεά δαιμονική, από τον πόθο ταίρι της να με κάνει.
Όπως μ' εμπόδισε κι η Κίρκη, μες στο δικό της το παλάτι
δολερή, εκεί στην Αία, από τον πόθο ταίρι της να με κάνει.
Κι όμως δεν μπόρεσε το φρόνημά μου να λυγίσει μες στα στήθη ―
τίποτε άλλο πιο γλυκό από πατρίδα και γονιούς,
έστω κι αν κάποιος κατοικεί σε τόσο πλούσιο σπίτι
αλλά σε τόπο ξένο απόμακρα, απ' τους δικούς του χωρισμένος.
Ήλθε ο καιρός ωστόσο τον πολυδάκρυτό μου νόστο να ιστορήσω,
όπως ο Ζεύς τον όρισε, όταν ξεκίνησα να φύγω από την Τροία.

[Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ομήρου Οδύσσεια. Απόλογοι. Κίκονες-Λωτοφάγοι-Κύκλωπες, ραψωδία ι. Μετάφραση-Επιλεγόμενα, Στιγμή: Αθήνα 1993, σ.9-11]

 

 

 

 
Επιστροφή στα Παράλληλα Κείμενα