Μεταφραστικές παραδρομές και αφ’ υψηλού κριτική

 

Ως πιθανόν μία από τις χειρότερες μεταφράστριες όλων των εποχών και ως μεταφράστρια που αδικώ κατάφωρα το πρωτότυπο του δημοφιλούς μυθιστορήματος του Ντέιβιντ Μίτσελ ο Άτλας του Ουρανού (Cloud Atlas) δεν μου μένει (πριν αλλάξω βέβαια επάγγελμα) παρά να απολογηθώ για τις μεταφραστικές επιλογές μου στους αναγνωρισμένους παρουσιαστές βιβλίων οι οποίοι καταχρώνται τη δημοσιογραφική τους πένα και επαληθεύουν δυστυχώς την άποψη που θέλει πολλούς σχολιαστές βιβλίων να είναι μέτριοι επαγγελματίες που βγάζουν απλώς τα όποια απωθημένα τους. Πάνω απ’ όλα, βέβαια, θα πρέπει να απολογηθώ στους αναγνώστες εάν τους τυράννησα τα αυτιά και τα μάτια με τις μεταφραστικές μου παραδρομές και τους μεταφραστικούς μου χυλούς. Ωστόσο, οφείλω να παρουσιάσω και τη δική μου πλευρά.

 

Κάποιοι με την ιδιότητα του δημοσιογράφου και μεταφραστή δημοσιεύουν παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων που δεν αποτελούν παρά ένα ποτ-πουρί σύνοψης και σχολίων δανεισμένων από ξένα έντυπα και ιστοσελίδες, ενώ αφιερώνουν στο τέλος μια γραμμή χειροβομβίδα για τον άμοιρο μεταφραστή που έκανε ό,τι μπορούσε αλλά στάθηκε πολύ λίγος μπροστά σ’ ένα μεγαλειώδες πρωτότυπο. Η απουσία βέβαια επιχειρημάτων που θα εμπέδωναν τον κατάπτυστο χαρακτήρα της μετάφρασης δεν τους απασχολεί καν· γιατί όμως να τους απασχολήσει, όταν κρίνουν ένα βιβλίο το οποίο προφανώς δεν μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν ολόκληρο; Και γιατί να το διαβάσουν εφόσον αποτελούν ήδη κατεστημένο κι ας έχουν υποστεί οι ίδιοι σκληρή κριτική στο παρελθόν για δικές τους μεταφράσεις; Μόνο που εκεί υπήρχαν επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά της μετάφρασης. Έτσι όπως έπρεπε να είναι δηλαδή οι κριτικές: Καλοπροαίρετες και προς όφελος του αναγνώστη αλλά και του μεταφραστή.

 

Άλλοι «κριτικο-συγγραφείς» δεν διστάζουν καν να διασύρουν στο σύνολό τους τις σύγχρονες λογοτεχνικές τάσεις της Αγγλίας, μαζί με τα πτυχία αγγλικής και συγκριτικής φιλολογίας, και να αποκαλούν τα γραπτά αναγνωρισμένων ανά την Ευρώπη και Αμερική συγγραφέων «χλιαρά» και «άκαμπτα», φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να δηλώσουν πως οι συγγραφείς αυτοί αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως «αστραφτερή λύση στο πρόβλημα της ανεργίας». Και τέλος, αφιερώνοντας μια μικρή παράγραφο σε ένα βιβλίο 860 σελίδων (στην ελληνική του έκδοση), να διαπομπεύουν τη μετάφραση με τέσσερα δριμύτατα σχόλια, εκ των οποίων μόνο το ένα θεμελιώνεται με παραδείγματα από το κείμενο. Αφού λοιπόν μας έχουν πείσει όλους με την ισχυρή τους επιχειρηματολογία φτάνουν στο σημείο να δηλώσουν το πασιφανές πλέον, «δεν αποκλείεται η μετάφραση του Άτλαντα του Ουρανού να ανήκει στις χειρότερες όλων των εποχών».

 

Eίναι γνωστό πως δεν υπάρχει τέλεια μετάφραση· κάθε μετάφραση έχει τα θετικά και τα αρνητικά της, τις αρετές και τις ατέλειές της. Μόνο όποιος έχει μεταφράσει καταλαβαίνει τι θα πει μετάφραση (ο/η προαναφερθείσα κριτικός αποτελεί ενδεχομένως την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα). Και μόνο όποιος δεν έχει μεταφράσει μπορεί να κρίνει με την αφέλεια και αυταρέσκεια της δήθεν αυθεντίας. Εύκολα κρίνεις και κατακρίνεις μια μετάφραση· καθόλου εύκολα όμως δεν την κάνεις. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στις αληθινές συνθήκες του επαγγέλματος και το αφιλόξενο σύμπαν στο οποίο εργάζονται οι μεταφραστές. Ούτε στο πόσο ελάχιστα αναγνωρίζεται το συγγραφικό τους έργο (ναι μάλιστα, συγγραφικό και δεν αναφέρομαι μόνο σε λογοτεχνικές μεταφράσεις), ούτε στο πόσο σπάνια τους μνημονεύουν οι παρουσιαστές βιβλίων (εκτός αν οι μεταφραστές είναι ήδη αναγνωρισμένοι συγγραφείς ή γνωστοί δημοσιογράφοι, οπότε πρόκειται συχνά για ανταλλαγές φιλοφρονήσεων μεταξύ γνωστών και φίλων). Στην καλύτερη πάντως των περιπτώσεων, είθισται να αφιερώνουν στους μεταφραστές μια-δυο προτάσεις του τύπου «το αποτέλεσμα τον/την δικαιώνει» ή «ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις υφολογικές απαιτήσεις του πρωτοτύπου». Η «αφάνεια του μεταφραστή» όπως έγραφε ο Ντέιβιντ Κόνολι είναι πλέον γνωστή. Υπάρχει και ολόκληρο βιβλίο που φέρει αυτό τον τίτλο.

 

Αν μη τι άλλο, οι δικές μου μεταφράσεις έχουν σίγουρα βγει από την αφάνεια και ύστερα από μια σύντομη θετική αναφορά στα «άψογα» ελληνικά μου για κάποια προηγούμενή μου μετάφραση, ακολούθησε ένας καταπέλτης αρνητικών σχολίων για την επόμενη. Θα μιλήσω όμως συγκεκριμένα: αναφέρομαι σε δύο κριτικές που δημοσιεύτηκαν, η πρώτη στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (04/05/2007) με την υπογραφή της κυρίας Κατερίνας Σχινά και η δεύτερη στο Βιβλιοδρόμιο των Νέων (19/05/2007) με την υπογραφή του κυρίου Μιχάλη Μιχαηλίδη. Με την πρώτη δεν θ’ ασχοληθώ παραπάνω, γιατί όπως ανέφερα και προηγουμένως δεν υπήρχαν επιχειρήματα εκτός από αστήρικτα και αποδοκιμαστικά σχόλια. Στη δεύτερη όμως υπήρχαν, λίγα αλλά σημαντικά. Και ο παρουσιαστής μπήκε όντως στον κόπο να διαβάσει το βιβλίο.

 

Το πρώτο επιχείρημα του κ. Μιχαηλίδη κατά της μετάφρασης ήταν «η ασυνεπής καθαρεύουσα στην οποία έγραφε ένας Αμερικανός συμβολαιογράφος του 1850». Αναφέρεται στο πρώτο από τα έξι κεφάλαια, για να μην πω βιβλία, που αποτελούν το λογοτεχνικό αυτό μεγαθήριο το οποίο δικαίως χαρακτήρισε η κ. Σχινά «μεταφραστικό άθλο». Η καθαρεύουσα θα ήταν ασυνεπής εάν όντως υπήρχε. Μόνο που δεν υπάρχει. Γιατί δεν μεταφράστηκε στην καθαρεύουσα για ευνόητους λόγους, αλλά σε «ασυνεπή» δημοτική. Το πρωτότυπο είχε πράγματι ένα σοβαροφανές και σχετικά επίσημο ύφος και ενίοτε κάποιες απαρχαιωμένες φράσεις ή λέξεις τύπου tis (είναι) και ere (προ). Στη μετάφραση αποπειράθηκα να μεταφέρω ένα αντίστοιχο υφολογικό πεδίο μέσω της διατήρησης, μεταξύ άλλων, κάποιων λόγιων ρηματικών τύπων (π.χ. παράσχω αντί παρέχω), φράσεων με δοτική όπως «ιδίοις όμμασι», προθέσεων όπως «πέραν του», «επί του» και «προ», επιρρημάτων και αντωνυμιών όπως «πριχού», «έκαστος» κτλ. Λατινογενείς λόγιες ή αρχαΐζουσες λέξεις τύπου peregrination, bedlamite αποδόθηκαν αντιστοίχως ως οδοιπορικό και φρενοβλαβής. Όλα αυτά βέβαια (στο πρωτότυπο αλλά και στη μετάφραση) ουσιαστικά αντανακλούν τη ματαιόδοξη χρήση της γλώσσας ενός απλού, αφελή και αποτυχημένου ίσως συμβολαιογράφου που έχει εξοριστεί κατά μία έννοια από την πατρίδα του. Υπάρχει μια υπόγεια ειρωνεία που διατρέχει το πρωτότυπο αλλά και τη μετάφραση και φανερώνεται στο επόμενο κεφάλαιο-βιβλίο του μυθιστορήματος, όταν ένας νεαρός συνθέτης ανακαλύπτει ογδόντα χρόνια μετά το ταξιδιωτικό ημερολόγιο του 1850 και αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του γιατί η γλώσσα του μοιάζει επίπλαστη. Και πώς να μην είναι δηλαδή; Ο Μίτσελ ασκεί έξυπνα την αυτοκριτική του και αυτοσαρκάζεται, κλείνοντας το μάτι στους σκληροπυρηνικούς φιλολόγους που ενδεχομένως να κατέκριναν τη δουλειά του. Ναι, μας λέει, μπορεί το κείμενο να θυμίζει Μέλβιλ και Ντεφόε, αλλά δεν είναι και ούτε σκοπεύει βέβαια. Είναι Μίτσελ.

 

Το δεύτερο αρνητικό σχόλιο για τη μετάφραση είναι: «Οι νεολογισμοί του Μίτσελ μετατρέπονται σε ανέμπνευστες ανορθογραφίες». Ο καλοπροαίρετος παρουσιαστής μεταπηδάει στο πέμπτο κεφάλαιο ή αλλιώς βιβλίο εντός του βιβλίου (υποθέτουμε πως τα προηγούμενα τρία ήταν αποδεκτά ή ανάξια λόγου) και αποκαλεί νεολογισμούς τα «xuded (exuded), xpect (expect), soporifix (soporifics), lite (light), nite (night), slitely (slightly), fritened (frightened)» κ.λπ., την επιλεκτική, δηλαδή, απλοποίηση της ορθογραφίας στα αγγλικά του μέλλοντος. Είναι ένα μόνο από τα λίγα (συγκριτικά με το επόμενο κεφάλαιο) τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ο Μίτσελ. Προσπαθώντας να διατηρήσω τη λογική αυτή, απλοποίησα, εξίσου αυθαίρετα βέβαια, όλα τα αυ/ευ σε αβ/αφ και αφ/εφ αντίστοιχα (η ευγνωμοσύνη έγινε εβγνωμοσύνη, το ευχαριστώ εφχαριστώ κ.ο.κ.). Ίσως να μην είναι εξαιρετικά εμπνευσμένο, ήταν όμως μια καλή, κατά τη δική μου πάντα εκτίμηση λύση, σ’ ένα σύνθετο πρόβλημα. Η οποία δεν δόθηκε καθόλου αβασάνιστα. Θα μπορούσα π.χ. να είχα καταργήσει όλα τα δίψηφα ή όλα τα διπλά σύμφωνα ή όλα τα ‘ι’, θα μπορούσα να είχα κάνει πολλά (και πράγματι πειραματίστηκα πριν καταλήξω, ξοδεύοντας πολύτιμο χρόνο μετάφρασης), όμως προσπάθησα οι αλλαγές μου να μην ξεπερνούν σε συχνότητα εκείνες του πρωτοτύπου. Όσον αφορά τους αληθινούς νεολογισμούς του πρωτοτύπου, λέξεις όπως hygiener, wombtank, deadlands, redollar, corpocracy, αποδόθηκαν με αντίστοιχους νεολογισμούς, δηλαδή υγειονομέας, μητρική δεξαμενή, νεκροχώρες, ανά-δολαριοποίηση και εταιρειοκρατία. 

 

Το τρίτο αρνητικό σχόλιο του κ. Μιχαηλίδη είναι: «Από το έκτο αφηγηματικό πεδίο του πρωτοτύπου με τους βάρβαρους συνειρμούς προκύπτει στα ελληνικά ένας χυλός χωρίς νόημα». Κατά τη διάρκεια της μετάφρασης αλληλογραφούσα όχι μόνο με τον ίδιο το Ντέβιντ Μίτσελ, αλλά και με την ομάδα των μεταφραστών του Άτλαντα του Ουρανού (Cloud Atlas) το λεγόμενο Cloud Crew. Το βιβλίο αυτό έχει ήδη μεταφραστεί στην Πολωνία, Εσθονία, Ισπανία, Νορβηγία, Φιλανδία, Σουηδία, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Κορέα και στην Ελλάδα φυσικά. Το «πλήρωμα των νεφελών», οι αφοσιωμένοι και ευσυνείδητοι μεταφραστές του εν λόγω μυθιστορήματος σταχυολόγησαν σημειώσεις 115 σελίδων που αφορούσαν το μυθιστόρημα και τις διανέμουν πλέον μεγαλόκαρδα στα μελλοντικά μέλη της ομάδας. Οι σημειώσεις προέκυψαν από τις συνομιλίες τους με το συγγραφέα και περιλάμβαναν από διευκρινιστικά σχόλια έως και επισημάνσεις λαθών (μάλιστα ‘λαθών’ του τύπου Diomedes αντί για Diogenes, Cortazar αντί για Cortés κ.λπ.) στο πρωτότυπο. Μαζί με τις σημειώσεις, ο «αφελής» και «χλιαρός» Ντέιβιντ Μίτσελ παρείχε ένα χρήσιμο γλωσσάρι καθώς και μια συνοπτική αναφορά στη γλώσσα του έκτου κεφαλαίου ή βιβλίου. Όπως γράφει ο ίδιος, «η γλώσσα του Ζαχαρία θα είναι σαφώς μια πρόκληση. Είναι ένα χαοτικό μίγμα χαβανέζικης διαλέκτου και νεολογισμών». Και όπως συμπληρώνω εγώ, είναι μια γλώσσα που δεν θα πρέπει να θυμίζει κάποιο συγκεκριμένο ιδίωμα, γιατί τη μιλάει ένας βοσκός της Χαβάης χίλια χρόνια μετά, ύστερα από πυρηνικό όλεθρο που αφάνισε τον πλανήτη αφήνοντας μόνο μια ομάδα παλαιών «πολιτισμένων» ανθρώπων να κατοικεί σ’ ένα καράβι καθώς και μερικές αντιμαχόμενες φυλές ιθαγενών στη Χαβάη. Ένα μιτσελικό σενάριο. Είναι μια γλώσσα, συνεχίζει ο Μίτσελ, άγρια, απαίδευτη, προφορική, δυσνόητη όχι τόσο όμως ώστε να φρενάρει τελείως τον αναγνώστη, με συντακτικά και γραμματικά λάθη, ηχομιμητικές λέξεις, πρωτόγονη αλλά καμιά φορά ποιητική, με δικούς της κανόνες στους οποίους, βέβαια, θα πρέπει να είναι συνεπής. Είναι μια γλώσσα όπου ενδεικτικά αναφέρω πως lardbird δηλώνει ένα ανύπαρκτο επί του παρόντος πουλί που μοιάζει με γαλοπούλα, το babbit σημαίνει baby (μωρό), cogg σημαίνει recognize (αναγνωρίζω), grinds σημαίνει food (φαγητό), duck-fartin σημαίνει nonsense (χαζομάρες), howzit  σημαίνει to greet (χαιρετώ), squeezywheezy σημαίνει accordion (ακορντεόν), throbbin σημαίνει sexual attraction (σεξουαλική έλξη), no frettin σημαίνει no worries, no problem (κανένα πρόβλημα), murm σημαίνει (μουρμουρίζω), rabbit σημαίνει run (τρέχω) surefire σημαίνει definitely (σαφώς), sussin σημαίνει researching, spying (ερευνώ, κατασκοπεύω), yibber σημαίνει gossip, to gossip (κουτσομπολιό και κουτσομπολεύω) και το γλωσσάρι βέβαια συνεχίζεται. Είναι μια γλώσσα όπου εάν ο αναγνώστης σκαλώνει μία φορά και αδυνατεί να καταλάβει τι γίνεται, ο μεταφραστής σαφώς σκαλώνει δέκα ενώ η ευθύνη των επιλογών του τον στοιχειώνουν για χρόνια. Τέλος, είναι μια γλώσσα για τη συντέλεια και τον εκφυλισμό της γλώσσας και υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε πράγματι να ονομαστεί «χυλός». Είναι σαφώς μια γλωσσική Βαβυλωνία.

 

Σε καμία περίπτωση η μετάφραση του έκτου κεφαλαίου-βιβλίου δεν έγινε αβασάνιστα. Προηγήθηκαν πολλά προσχέδια, πολλές εσωτερικές διαπραγματεύσεις, συζητήσεις με άλλους συναδέλφους, ξενύχτια, αυτοαμφισβητήσεις, αυτοκριτικές και αυτολογοκρισίες. Η αλήθεια είναι πως ήμουν σαφώς λιγότερο τολμηρή, για να μην πω δημιουργική, από τον Μίτσελ. Κάποιες λέξεις από το γλωσσάρι αποδόθηκαν βάσει νοήματος, άλλες γλωσσο-πλάστηκαν. Το lardbird έγινε χοντροπούλα, το squeezywheezy έγινε ζουλοσφυριχτό, το rabbit έγινε λαγοτρέχω, το howizit έγινε τιχαμπαριάζω. Η ορθογραφία απλοποιήθηκε. Λέξεις ροκανίστηκαν όπως και στ’ αγγλικά (αφαιρώντας όμως τις πολλές αποστρόφους μην τύχει και θυμίζει ο Ζαχαρίας απλώς ρουμελιώτη). Υπάρχουσες λέξεις άλλαξαν σημασία (π.χ. πεθαίνω έγινε θανατώνομαι και νεκρώνομαι). Στα αγγλικά όλα τα ρήματα ήταν ομαλά (πχ think-thinked), εδώ καταργήθηκαν οι μεσο-παθητικές καταλήξεις. Εισήλθαν λάθη τύπου «οι πιο εξυπνότεροι», λάθη που κάνουν παιδιά όπως «στραβοπόδι». Τα συντακτικά λάθη ήταν λίγα, γιατί ήταν το μόνο σημείο όπου ο Μίτσελ δεν πειραματίστηκε και τόσο—διότι προφανώς η γλώσσα θα καταντούσε ακατανόητη, όχι απλώς δυσνόητη. Τέλος, άλλαξαν οι καταλήξεις επιθετικών προσδιορισμών, π.χ. το φιλόξενο έγινε φιλοξενικό, το βαλτώδες βαλτώδικο, το μπερδεμένο μπερδευτικό (αυτό μάλιστα το έκλεψα από ένα παιδάκι), το τρομερό φοβιστικό κ.ο.κ., αλλού για να αποδοθούν μορφολογικά παιχνίδια όπως friendsome, scarysome, beautsome, griefsome,slowsome και αλλού για ν’ αντισταθμιστούν αντίστοιχες «ανώμαλες» λέξεις του πρωτοτύπου που αποδόθηκαν ομαλώς στην μετάφραση. Λέξεις που ήταν «ομαλές» στο πρωτότυπο όπως «λαμπερός» και «εκ γενετής σημάδι» έγιναν «ηλιόλαμπρος» και «γεννοσημάδι» για τον ίδιο λόγο. Το θέμα βέβαια δεν εξαντλείται εδώ, όμως θεωρώ πως η πρόθεσή μου να παραμείνω πιστή στο πνεύμα του πρωτοτύπου και στο σκοπό του συγγραφέα έγινε σαφής. Θεωρώ επίσης ότι ήταν ένα κεφάλαιο-βιβλίο που θα άξιζε (υπό ιδανικές συνθήκες) να ασχοληθώ πολύ περισσότερο από τον χρόνο που του αφιέρωσα. Δυστυχώς, γλωσσικές ακροβασίες όπως «πεθαμένω, πεθαμένεις, πεθαμένει» «ζωδεζώ, ζωδεζείς, ζωδεζεί» επικροτούνται μόνο σε αναγνωρισμένους συγγραφείς. Σε άσημους μεταφραστές θεωρούνται ασυγχώρητες.

 

Το τελευταίο επιχείρημα του κ. Μιχαηλίδη αφορούσε τα υπόλοιπα δύο «παραμελημένα» κεφάλαια-βιβλία (το ένα που μας περίσσεψε, νουβέλα αστυνομικού τύπου, παρέμεινε ασχολίαστο). Έγραφε ο παρουσιαστής: «Επιπλέον, ειδικά στα δύο πρώτα μέρη, πασίγνωστα κύρια ονόματα παρατίθενται αγνώριστα—ο κλασσικός Άγγλος συνθέτης Πέρσελ αποδίδεται ως Πούρσελ και ο συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ ως Ντούρελ». Και η παρουσίαση κλείνει πανηγυρικά: Δεν αποκλείεται η μετάφραση του Άτλαντα του Ουρανού να ανήκει στις χειρότερες όλων των εποχών. Σαφώς είναι δύο αβλεψίες για τις οποίες θα έπρεπε να απολογηθώ στους αναγνώστες, στον τότε υπεύθυνο της λογοτεχνικής σειράς που μου εμπιστεύτηκε το έργο αυτό, αλλά και στον κ. Μιχαηλίδη που του τυράννησα φαντάζομαι τα αυτιά. Όχι επειδή δεν γνώριζα το Βρετανό συγγραφέα του 20ου αιώνα που είναι γνωστός για τη σχέση του με την Ελλάδα ή τον Άγγλο συνθέτη του 17ου αιώνα που οπωσδήποτε γνωρίζουν οι θιασώτες της όπερας, αλλά επειδή δεν έψαξα τα ονόματά τους όπως έπρεπε, όπως έκανα με τα υπόλοιπα ονόματα του βιβλίου, πράγμα που το μαρτυρούν οι υποσημειώσεις μου. Η έλλειψη αυτοαμφισβήτησης ενίοτε τυφλώνει, πιστεύω, οποιονδήποτε μεταφραστή. Γι’ αυτό φυσικά υπάρχει και ο διορθωτής, του οποίου μέρος της δουλειάς είναι να εντοπίζει τα ολισθήματα των μεταφραστών. Και βέβαια σε τόσο απαιτητικά βιβλία η σύμπραξη μεταφραστή και διορθωτή και η ‘επιμελής’ επιμέλεια είναι τουλάχιστον απαραίτητη. Ωστόσο, το όνομα του διορθωτή απουσιάζει μυστηριωδώς από το βιβλίο μαρτυρώντας και την απουσία της επιμέλειας. Είμαι σίγουρη πως θα υπάρχουν κι άλλα λάθη στις 860 σελίδες και θα ήμουν ευγνώμων σε όποιον κριτικό μου τα υποδείκνυε καλοπροαίρετα.

 

Σαφώς οι παραπάνω μεταφραστικές αβλεψίες θα κολυμπούν για καιρό στην «πισίνα» των δικών μου «αναμνήσεων». Σαφώς αποτελούν παραδείγματα προς γνώσιν και συμμόρφωσιν. Δεν γνωρίζω προσωπικά ούτε τον κύριο Μιχαηλίδη ούτε την κυρία Σχινά ώστε να απολογηθώ κατ’ ιδίαν για τα μεταφραστικά μου λάθη και να αιτιολογήσω τις μεταφραστικές μου επιλογές. Δεν γίνεται ωστόσο να μην αναρωτηθώ πώς είναι δυνατόν να εξακολουθούν να γράφονται αβασάνιστα τέτοιου τύπου δυσφημιστικές και κακοπροαίρετες κριτικές. Και για ποιο λόγο τελικά; Για ποιο λόγο ένας νεαρός Έλληνας συγγραφέας με την όποια εμβέλεια του κ. Μιχαηλίδη και το αξιοσέβαστο κοινό και έργο του να κατακρίνει και να περιφρονεί ένα συνομήλικό του συγγραφέα πανευρωπαϊκής εμβέλειας (για να μην πω παγκόσμιας[1]) και μαζί του όλους τους αποφοίτους αγγλικής και συγκριτικής φιλολογίας; Και γιατί μια αναγνωρισμένη δημοσιογράφος και μεταφράστρια όπως η κ. Σχινά να καταποντίζει τόσο ανελέητα έναν «μεταφραστικό άθλο»; Η απάντηση φυσικά είναι προφανής. Γιατί παρά την ευφράδεια και τις εντυπωσιακές τους μεταφορές, λείπουν δύο ουσιώδη συστατικά από την κριτική τους: η αυτοκριτική και η αυτογνωσία.

 

 

Άρτεμις Λόη, Μεταφράστρια

 

 

Επιστροφή



[1] Kριτικές ξένων εντύπων για έργα του Μίτσελ μπορείτε να βρείτε στις ιστοσελίδες: http://www.reviewsofbooks.com/cloud_atlas/, http://www.reviewsofbooks.com/black_swan_green/