"Να παράξει": Οι αφορεσμένοι εναντίον του Αγάγ του Αμαληκίτη

 

Σύμφωνα με ορισμένους γλωσσαμύντορες και καθαρολόγους, οι τύποι «θα παράξω», «έχει παράξει» που χρησιμοποιούνται από πολλούς, στον προφορικό κυρίως λόγο, αλλά όλο και περισσότερο σε όλο και πιο επίσημες περιστάσεις, και όλο και συχνότερα και στον γραπτό λόγο, οι τύποι λοιπόν αυτοί είναι κακόηχοι, βάρβαροι, σόλοικοι, ένδειξη καραμπινάτης αγραμματοσύνης.

 

Γράφει, λογουχάρη, ένας ιστολόγος (και λαθολόγος όπως φαίνεται): «Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι η χρήση των βαρβαρικών τύπων του παράξω και παρέξω δεν οφείλεται σε απροθυμία να χρησιμοποιηθούν τύποι ‘καθαρευουσιάνικοι’ αλλά καθαρά σε αγραμματοσύνη. Θα τολμούσα να ισχυριστώ μάλιστα ότι αυτοί που θα παράξουν και θα παρέξουν δεν κατανοούν καλά - καλά ούτε τη σημασιολογική διαφορά των ρημάτων παρέχω και παράγω - και το πιο πιθανό είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ ούτε να παράσχουν ούτε να παραγάγουν».

 

Παλιότερα, ένας ανερχόμενος λογοτέχνης και μεταφραστής είχε φτάσει στο σημείο να αποφανθεί ότι η σωστή χρήση του ‘να παραγάγω’ αποδεικνύει την «καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας» ή κάτι τέτοιο, ενώ, αν πιστέψουμε τον Περιγλώσσιο, η γνωστή καθηγήτρια κυρία Ξανθάκη είχε πει με μάτια βουρκωμένα ότι «όλοι πια λένε να παράξει αντί του ορθού να παράσχει» (sic –ε, γίνονται αυτά εν τη ρύμη και τη συγκινήσει του λόγου, προσθέτει χαιρέκακα ο Περιγλώσσιος).

 

Ο Περιγλώσσιος το είχε γράψει αυτό το σημείωμά του πρόπερσι, την επόμενη μέρα μιας συνέντευξης του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, στην οποία ο πρωθυπουργός είχε (άκουσον άκουσον!) χρησιμοποιήσει τρεις φορές τον τύπο «να παράξει». Ολόκληρο το σημείωμά του μπορείτε να το δείτε εδώ. Περιορίζομαι να αντιγράψω την άποψή του ότι «έχουμε ακόμα μια τρανή επιβεβαίωση ότι η γλωσσική ρύθμιση είναι ανώφελη και πως, παρά το ότι διάγουμε καιρούς γλωσσικής υπερευαισθησίας και κινημάτων γλωσσικής παλινόρθωσης (…), ο αναλογικός τύπος θα ξεπηδήσει και από τα πιο επίσημα χείλη, ακόμα κι αν αυτά στη διάρκεια της ίδιας ομιλίας θα θυμηθούν π.χ. ότι η Ελλάδα είναι «Ελλάς». Όχι βεβαίως ότι ο κύριος Καραμανλής είναι ο κανόνας… Πλάκα κάνω με το περί «νομιμοποίησης». Απλώς, ο σημερινός πρωθυπουργός προέρχεται από έναν χώρο που γενικά δεν δυσκολεύεται στους λογιοτατισμούς, γι’ αυτό και το σημερινό μού δείχνει ότι το «παραγάγω» είναι ήδη αρκετά δύσκολο ακόμα και για έναν συντηρητικό (ομιλητή)».

Μερικές δικές μου παρατηρήσεις για το θέμα. Να πω ξεκινώντας ότι προσωπικά χρησιμοποιώ ακόμα, αν και με δυσφορία πολλές φορές, τους τύπους «έχει παραγάγει», «να παραγάγει (όποτε χρειάζεται)» Το «να παράξει» ούτε το έχω γράψει (ακόμα) ούτε το έχω πει, αλλά δεν το θεωρώ λάθος και χαίρομαι όταν το βλέπω. Θεωρώ όμως λάθος το «έχει παράγει».

 

Για να θυμίσω λίγο μερικά βασικά, το πρόβλημα υπάρχει στα σύνθετα ρήματα του άγω (παράγω, εισάγω, εξάγω, ανάγω κτλ.), που έχουμε κληρονομήσει από τ’ αρχαία. Τα ρήματα αυτά σχηματίζουν τους εξακολουθητικούς χρόνους από το θέμα αγ-, αλλά τους στιγμιαίους από το θέμα αγαγ- π.χ. το παράγω:

 

Φέτος το εργοστάσιο θα παραγάγει μόνο 300 τόνους προϊόν (στιγμιαίος μέλλοντας) αλλά όταν μπουν σε λειτουργία όλες οι μονάδες, από το 2010, θα παράγει 800 τόνους το χρόνο. Πέρυσι είχε παραγάγει (υπερσυντέλικος) μόνο 100 τόνους. Προπολεμικά, η Ελλάδα παρήγε (παρατατικός) πολλή σταφίδα, αλλά πέρυσι παρήγαγε (αόριστος) ελάχιστη.

 

Αυτά, λέει ο κανόνας. Όμως, ο κανόνας πολύ συχνά δεν τηρείται –και όχι χωρίς λόγο. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο γκουγκλ βρίσκω ότι το «έχει παράγει» είναι συχνότερο από το σωστό «έχει παραγάγει». Μήπως έχει δίκιο ο ανερχόμενος λογοτέχνης που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή μήπως η πλειοψηφία των ομιλητών δεν ξέρουν να μιλάνε τη γλώσσα; (Κι αν είναι έτσι, τι κάνουμε; Αλλάζουμε ομιλητές, όπως σύστηνε ο Μπρεχτ;)

 

Δεν θα το έλεγα. Θα διατυπώσω κάπως διαφορετικά την άποψη του ανερχόμενου λογοτέχνη, θα ισχυριστώ ότι η διάκριση στιγμιαίων και εξακολουθητικών χρόνων είναι καίριο χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας. Αν έχετε επαφές με ξένους που μιλούν ελληνικά, θα έχετε διαπιστώσει ότι ακόμα κι αν ξέρουν πολύ καλά ελληνικά, κάνουν λάθος στη διάκριση αυτή, των στιγμιαίων και των εξακολουθητικών χρόνων, επειδή δεν την έχουν στη μητρική τους γλώσσα. Ωστόσο, ποτέ κανείς γηγενής ομιλητής της ελληνικής δεν είπε και δεν πρόκειται να πει, έστω, «έχω ήδη τρώει», «δεν έχω δίνει τίποτα», «το καλοκαίρι θα παίξω μπάλα κάθε μέρα» ή «δεν διάβαζα τίποτα σήμερα», «θα έρχομαι σε πέντε λεπτά». Κανείς ντόπιος δεν τα λέει αυτά. Κανείς δεν μπερδεύει τα στιγμιαία με τα διαρκή (εκτός ίσως από τους αρεοπαγίτες το 1975 που βάφτισαν στιγμιαίο το αδίκημα των υπουργών της χούντας).

 

Λοιπόν; Πώς εξηγείται το παράδοξο: κανείς να μην κάνει λάθος στη διάκριση στιγμιαίων-εξακολουθητικών στα υπόλοιπα ρήματα –κι όμως, οι μισοί Έλληνες να τα μπερδεύουν όταν έχουν να κάνουν με τα σύνθετα ρήματα του ‘άγω’; Μήπως δεν είναι παράδοξο; Μήπως τα ρήματα αυτά, και ειδικώς οι τύποι σε –αγαγ δεν καλοστέκονται στη σημερινή μας γλώσσα; Μήπως δεν ξυπνάνε μέσα μας την αίσθηση του στιγμιαίου, όπως οι άλλοι τύποι (έπαιξα, θα διαβάσω, έχω μιλήσει);

 

Επιπλέον, οι τύποι σε –αγαγ- είναι μάλλον κακόηχοι, έως κωμικοί. (Αγάγ ήταν ένας Αμαληκίτης βασιλιάς στην Παλαιά Διαθήκη, ίσως μάλιστα η λέξη να είναι όνομα αξιώματος στα αμαληκιτικά, να σημαίνει δηλαδή βασιλιάς). Βέβαια, αν είστε νεοκαθαρευουσιάνος, βρίσκετε εύηχο τον Αμαληκίτη και κακόηχο τον τύπο «να παράξει» (και απορώ πώς δεν πέφτει φωτιά να σας κάψει, διότι ο τύπος ‘παράξει’, ο μονολεκτικός βέβαια, είναι γαλαζοαίματος αρχαίος). Αν όμως είστε φυσιολογικός άνθρωπος με ζωντανό αισθητήριο, τότε το «να παραγάγει» σάς στέκεται στο λαιμό και ή το χρησιμοποιείτε με δυσφορία ή προσπαθείτε να το αποφύγετε με περίφραση ή χρησιμοποιείτε το ξορκισμένο «να παράξει, έχει παράξει».

 

(Εκλεκτή φίλη των σελίδων μού θύμισε ότι στα αρχαία δεν υπήρχε μόνο ο δεύτερος αόριστος (ήγαγον, παρήγαγον) αλλά και πρώτος αόριστος (ήξα, παρήξα) –σπάνιος στους αττικούς, αλλά υπαρκτός. Παρ’ όλο που για να γίνει αποδεκτός ένας τύπος δεν είναι απαραίτητο να έχει αρχαίες περγαμηνές, αφού η τάση για εξομάλυνση είναι που κινεί τις αλλαγές, μπορούμε ωστόσο να θυμίζουμε ότι οι νεοκαθαρευουσιάνοι πιάνονται για μια φορά ακόμα αδιάβαστοι, καταλήγει η φίλη).

 

Πολλοί πιστεύουν πως οι ξορκισμένοι αυτοί τύποι (να παράξει, έχω παράξει) είναι γέννημα της τελευταίας εικοσαετίας, από τότε που ο Βερυβάκης κατάργησε το πολυτονικό και πάθαμε όλοι μας δυσλεξία και τις εφτά πληγές του Φαραώ. Κάποιος μάλιστα, σε μιαν ομήγυρη φιλολογιζόντων, έλεγε πως πρόκειται για τύπους νεοπαγείς και ξύλινους που τους χρησιμοποιούν ‘συνδικαλιστές της ΟΤΟΕ’. Περί ορέξεως βέβαια, δεν γίνεται λόγος. Μπορεί να μη σας αρέσει το «έχει παράξει», αλλά, πώς να το κάνουμε, οι τύποι αυτοί (που εγώ, παρ’ όλο που δεν τους χρησιμοποιώ, τούς θεωρώ υγιέστατη αντίδραση απέναντι στην κακοφωνία του ‘αγαγαγ’), ούτε είναι καινούργιο φαινόμενο ούτε έχουν χρησιμοποιηθεί μόνο από συνδικαλιστές της ΟΤΟΕ.

 

Διάβαζα τις προάλλες το «Ιδού ο άνθρωπος», τους Χαρακτήρες δηλαδή του Ανδρέα Λασκαράτου (μερικούς, τους έχω βάλει στις σελίδες μου, εδώ). Και όταν φτάνουμε στον χαρακτήρα αριθ. 10, τον σπάταλο, διαβάζουμε ότι: «Ο σπάταλος δεν ηξέρει να παράξη. Δεν ηξέρει να διατηρήση. Δεν ηξέρει να ξοδέψη». Να παράξει, λοιπόν, έγραφε ο μεγάλος Κεφαλλονίτης πριν από 120 χρόνια –θαρρώ πως πρέπει ν’ αθωώσουμε τον Βερυβάκη.

 

Όμως, θα μου πείτε πως ο Λασκαράτος όχι μόνο είχε κάπως ιδιόρρυθμη γλώσσα, αλλά ήταν και αφορεσμένος, οπότε να μην τον πάρουμε υπόψη μας. Δεν συμφωνώ μαζί σας, αλλά ας το δεχτώ εντελώς προσωρινά. Γιατί έχω κι άλλο παράδειγμα. Στο διήγημα «Ο νεωτεριστής», του Ιωάννη Κονδυλάκη, που μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ, υπάρχει, στην αρχή, το εξής απόσπασμα:

 

Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα μέθοδο, αν και γι’ αυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και μακριά του πολιτισμού. Αλλ’ αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος, αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά ή κολλυβογράμματα.

 

Επίτηδες παραθέτω ολόκληρη την παράγραφο, για να δείτε ότι ο Κονδυλάκης χρησιμοποιεί καθαρευουσιάνικους τύπους (ήτο, ήσαν, μακριά με γενική), πράγμα που μπορείτε να το δείτε πιο καθαρά αν διαβάσετε ολόκληρο το διήγημα. Άλλωστε, ο ίδιος μόνο το κύκνειο άσμα του, την Πρώτη αγάπη, θεωρούσε πως ήταν γραμμένο σε καθαρή δημοτική. Κι όμως, και ο κάθε άλλο παρά μαλλιαρός Κονδυλάκης χρησιμοποιεί τον ξορκισμένο τύπο –και χωρίς να είναι ούτε αγράμματος, ούτε κομματοπαγής, ούτε συνδικαλιστής τραπεζικός. (Πότε έγραψε το διήγημά του; Δεν ξέρω, πάντως αρκετά νωρίτερα από το 1920 που πέθανε).

 

Μου φαίνεται πως θ’ αρχίσω κι εγώ να το χρησιμοποιώ το «έχω παράξει»…

 

 

Υ.Γ. Βέβαια, με τον παρατατικό και τον αόριστο τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα, αν και πάντοτε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα «πάραγα, πάραξα» αντί για τα αχώνευτα «παρήγα, παρήγαγα». Υπάρχει βέβαια και η αγία περίφραση.

 

Υ.Γ.2 Εντύπωσή μου είναι, αν και μπορεί να σφάλλω, ότι οι κουμπάροι στην Κύπρο χρησιμοποιούν το «να παράξει» με λιγότερες αναστολές απ' ό,τι εμείς οι καλαμαράδες. Η εντύπωσή μου μετατρέπεται σε βεβαιότητα, διότι εκλεκτός φίλος των σελίδων με κυπρέικους δεσμούς με ενημερώνει ότι οι αδελφοί Κύπριοι χρησιμοποιούν πράγματι κατά προτίμηση το ‘παράξω’ και όχι το ‘παραγάγω’.

 

 

 

 

 

Επιστροφή στις "γλωσσικές ακρότητες"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu