Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



 

Των πληγέντων περιοχών και των ανησυχούντων πολιτών

 

Συχνά στις εφημερίδες διαβάζει κανείς οργίλες επιστολές ανησυχούντων πολιτών, που διεκτραγωδούν τον εκφυλισμό και προλέγουν τον επικείμενο θάνατο της γλώσσας μας, φέρνοντας συνήθως σαν παράδειγμα ορισμένα υποτιθέμενα ή πραγματικά λάθη εκφωνητών της τηλεόρασης. Υπάρχουν ορισμένα «στάνταρ» «λάθη» που συγκεντρώνουν κατ’ εξοχήν τα πυρά των ανησυχούντων, όπως είναι το απ’ ανέκαθεν, ο ΟκτώΜβριος, και ούτω καθεξής. Ίσως τα περισσότερα πυρά να τα συγκεντρώνουν οι «λανθασμένες» θηλυκές γενικές της μετοχής αορίστου, σαν το «ζώντων γλωσσών».

 

Τον εκλεκτό σκιτσογράφο (και όχι μόνο) Στάθη Σταυρόπουλο, ασφαλώς δεν τον συγκαταλέγω στους ανησυχούντες, αλλά μάλλον στους ανήσυχους και επαρκείς χρήστες της γλώσσας μας. Γι’ αυτό και μ’ αρέσει να σχολιάζω γλωσσικές απόψεις του Στάθη με τις οποίες δεν συμφωνώ ή που μου δίνουν αφορμή για να πω κάτι παραπάνω.

 

Στο προκείμενο λοιπόν.

Αγανακτεί στο σημείωμά του της Τρίτης 10.10.2006 ο Στάθης:

 

Των «πληγέντων περιοχών»!!! σε πολλά απ’ τα ραδιόφωνα. Των «πληγέντων περιοχών» σε πολλές απ’ τις τηλεοράσεις! Των «πληγέντων περιοχών» και στη ΝΕΤ –όχι μόνο άπαξ αλλά πλειστάκις. Τουλάχιστον εμείς στις εφημερίδες άμα αμολήσουμε καμμιάν τέτοια κοτσάνα, την «πιάνει» η διόρθωση και σωζόμαστε. Χι-χι.

Όχι όλοι κι όχι πάντα, καθ’ ότι ουδείς τέλειος –ούτε η διόρθωση…

 

Και συνεχίζει, αυτοσαρκαστικά, γι’ αυτό άλλωστε τον αγαπάω:

 

Όπως καταλαβαίνετε, για τις ελληνικούρες που κατά καιρούς αλιεύετε στη στήλη φταίει η διόρθωση (που δεν τις έπιασε) ενώ για τα ωραία η αφεντιά μου! Μερσί!

 

Ωραίος και πνευματώδης ο Στάθης, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν έχει δίκιο να αγανακτεί. Λέω ότι δεν έχει δίκιο, όχι επειδή δεν είναι λάθος ο τύπος «των πληγέντων περιοχών». Τυπικά, είναι λάθος. Αφού η λέξη «περιοχή» είναι γένους θηλυκού, το «σωστό» (με μπόλικα εισαγωγικά) θα ήταν: των πληγεισών περιοχών. Δοκίμασε όμως αυτό να το γράψει, και κυρίως να το πει ο Στάθης; Και όχι να το πει ξεκομμένο, έτσι «πληγεισών περιοχών», αλλά να το πει ενταγμένο σε πλήρη πρόταση και μάλιστα στη ρύμη του λόγου. Δοκιμάστε το και εικάζω ότι θα σας φανεί αηδιαστικό.

 

Μήπως όμως είναι σύμπτωμα των ημερών μας, μήπως είναι συνέπεια της αμορφωσιάς που έφερε το μονοτονικό ας πούμε, αυτή  η λαθεμένη χρήση των θηλυκών μετοχών; Δεν νομίζω. Πριν από εκατόν τόσα χρόνια (113 για την ακρίβεια), στη μνημειώδη μελέτη του Τα είδωλα ο Εμμανουήλ Ροΐδης αφού σαρκάσει την δήθεν ευφωνία «δύο αλλεπαλλήλων περισπωμένων τύπων, ως λ.χ. των καθεστηκυιών εξουσιών, των ληξασών προθεσμιών, των αποβιωσασών γυναικών, κτλ.» συνεχίζει επισημαίνοντας ότι ακόμα και άριστοι λόγιοι γράφουν «των ζώντων γλωσσών», «όχι μόνον εξ απροσεξίας αλλά και εξ αυτομάτου εξεγέρσεως του ωτίου κατά του αφορήτου των ζωσών γλωσσών». Άλλωστε, και σε ακόμα παλιότερα κείμενα βρίσκουμε τέτοιους λανθασμένους τύπους, όπως στο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, τον 2ο μ.Χ. αιώνα (πληρωθέντων δε των ημερών απεσμήξατο η Άννα, Πρωτοευαγγέλιον Ιακώβου, 11.8), και εδώ ασφαλώς δεν φταίνε οι δημοτικιστές!

            Έπειτα, το «λάθος» που τόσο εξόργισε τον Στάθη καθόλου δεν εντοπίζεται μόνο στον προφορικό λόγο. Είναι πολύ συχνό και στον γραπτό λόγο· μια πρόχειρη αναζήτηση στο γκουγκλ, που τα πάντα βλέπει, μας δείχνει ότι ακριβώς την έκφραση «των πληγέντων περιοχών» την έχει χρησιμοποιήσει και το υπουργείο Γεωργίας, και η Περιφέρεια Θεσσαλίας, και η εφημερίδα Καθημερινή, και το ελληνικό τμήμα της Unicef, και η ευρωβουλευτίνα κυρία. Τζαμπάζη, και οι υπηρεσίες του Συνήγορου του Πολίτη, ακόμα και η (αείμνηστη, αν δεν κάνω λάθος, και) ξακουστή για τα σωστά ελληνικά της Ελληνική Υπηρεσία του ΜπιΜπιΣί. Και, εκτός γκουγκλ, πρόσφατα είδα ανάλογη περίπτωση (με «…θέντων» και θηλυκό) στον Κ. Παπαγιώργη (στα Καπάκια).

            Θα μου πείτε: Ε και; Με ψηφοφορία θα κρίνουμε το γραμματικά σωστό; Δεν θα το έλεγα, αν και έχω να παρατηρήσω ότι τελικά με μια άτυπη ψηφοφορία αποφασίζουν, σταδιακά, όλοι μαζί οι χρήστες της γλώσσας, ότι δεν θα χρησιμοποιούν πλέον δυικό αριθμό ή δοτική, ότι π.χ. δωροδοκώ δεν σημαίνει πια «δέχομαι δώρο» (όπως σήμαινε στην αρχαιότητα) αλλά «δίνω δώρο», ότι η τάδε χρήση δεν είναι λανθασμένη πια, ενώ η δείνα χρήση αρχίζει να είναι. Και, τέλος πάντων, η γλώσσα δεν είναι κάτι που υπάρχει έξω και πέρα από τους ομιλητές της· αν το (έστω) 90% των ομιλητών μιας γλώσσας χρησιμοποιούν έναν τύπο, θέλει πολύ θάρρος για να πεις ότι ο τύπος αυτός είναι λανθασμένος. (Προσοχή: δεν λέω ότι το «πληγέντων περιοχών» ανήκει στο 90% αν και δεν το αποκλείω· απλώς δεν το έχω ερευνήσει τόσο).

            Μερικά από αυτά που λέω εδώ τα έχω πάρει από ανάλογο και πολύ καλύτερο κείμενο του Γιάννη Η. Χάρη. Εκεί ο Χάρης, αφού επικρίνει και με το δίκιο του τη «σωστή» διόρθωση κλαιουσών χηρών που είχε κάνει σε βιβλίο του ο Γ. Τζανετάκος, λέει πολύ σωστά:

«Εάν όμως πιστεύουμε ότι εκτός από την κλαίουσα ιτιά χρειαζόμαστε στο λόγο μας και την κλαίουσα χήρα, σε όλους μάλιστα τους αριθμούς και τις πτώσεις … δηλαδή νομίζουμε ότι μας είναι απαραίτητες οι μετοχές σε –ούσα, είσα κτλ. και μας απωθεί η αναλυτικότερη σύνταξη, τότε, με κίνδυνο να γίνω κι εγώ προκλητικός, θα έλεγα ότι, ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, προτιμότερο το λάθος τώρα που ξέρουμε πόσο σχετική είναι η έννοια αυτή, ή πόσο είναι θέμα χρονικής στιγμής να ονομαστεί λάθος το σωστό και σωστό το λάθος».

            (η έμφαση δική μου)

 

            Όμως, ανάμεσα στο αηδές σωστό και στο εύηχο λάθος υπάρχει και ο τρίτος δρόμος, ο δρόμος της νεοελληνικής, της αναλυτικότερης σύνταξης. Βέβαια, ειδικά στον τύπο «των πληγέντων περιοχών» η λύση δεν είναι απλή· θέλω να πω, το «περιοχές που επλήγησαν» είναι καθαρευουσιανιά έτσι κι αλλιώς. (Δεν είναι; Κάντε το ενικό, τότε. Και μετά βάλτε το και στο πρώτο πρόσωπο). Είναι κι αυτό ενδεικτικό των ακροβασιών που αναγκάζεται να κάνει κανείς όταν με τη θέλησή του και από δειλία ακρωτηριάζει τη σύγχρονη γλώσσα του και δανείζεται αβέρτα τύπους από την αρχαία. Διότι βέβαια, λίγοι τολμούν να γράψουν «των περιοχών που χτυπήθηκαν»· βλέπεις, το θεωρούμε άκομψο ή ίσως άσεμνο· και δεν θεωρούμε άσεμνο να πνίγονται άνθρωποι κάθε που βρέχει, αρκεί βέβαια να είναι πληγέντες ώστε να τους περισυνελέξουμε και όχι πνιγμένοι και να τους μαζέψουμε.

            Τελευταίο, πριν κλείσω: κατά σύμπτωση, στο ίδιο ακριβώς σημείωμά του, ο Στάθης διαπράττει μιαν ελληνικούρα που δεν την έπιασε η διόρθωση· είναι όμως ελληνικούρα; εσείς θα κρίνετε.

            Γράφει ο Στάθης:

«Ουδόλως δε φέρελπες είναι για τη δημοκρατία το εκπαιδευμένο ύφος σιγανοπαπαδιάς που θρηνεί, άδακρυς, όπως οι Άρπυιες τους Γρύπες που έφαγαν». Πιθανόν να αδικώ το απόσπασμα έτσι που το ξεκόβω, αλλά ολόκληρο μπορείτε να το βρείτε εδώ, από το φύλλο της Ελευθεροτυπίας. Όμως η ένστασή μου δεν είναι στο ύφος ή στην ανάμιξη της σιγανοπαπαδιάς με το «άδακρυς» (προφανώς, το αδάκρυτος είναι μαλλιαρό), αλλά στον τύπο «φέρελπες»· ουδόλως φέρελπες είναι, μας λέει ο Στάθης. Αμ δεν είναι, λέω εγώ. Πώς κλίνεται ο φέρελπις; Ο/η φέρελπις, το φέρελπι, λέω εγώ. Όμως ένας φίλος φιλόλογος (εγώ δεν είμαι) μου είπε ότι δεν έχει ουδέτερο ο τύπος αυτός. Αν όμως ανοίξουμε το λεξικό, όπως πρέπει να κάνει ο καθένας όταν έχει αμφιβολίες, θα δούμε ότι το φέρελπις έχει πράγματι ουδέτερο: το φέρελπι. Και λέει ο Μπαμπινιώτης ότι οι λέξεις αυτές (έχει ειδικό σημείωμα για τις λέξεις εύελπις- φέρελπις και άπελπις) παρουσιάζουν μορφολογικές δυσκολίες και δίνει και την κλίση του επιθέτου αν θέλει ντε και καλά να το κλίνει κανείς.

Οι αρχαίοι, πάντως, δεν γνώριζαν φέρελπι και άπελπι, αυτά είναι μεταγενέστερα (το άπελπις, που το χρησιμοποιεί πρώτος ο Ψελλός) έως καραμεταγενέστερα (το φέρελπις, που μαρτυρείται από το 1871). Οι αρχαίοι έλεγαν εύελπις και δύσελπις. Τα γράφω αυτά για να πω ότι, ρε παιδιά, ούτε και το… πεντιγρί της λέξης είναι τόσο πια εντυπωσιακό ώστε να είναι ας πούμε γοητευτικό να τη χρησιμοποιήσουμε! Μια φτηνή καθαρευουσιανιά είναι, να ήταν ομηρική ή κλασική αρχαία λέξη, να έλεγα πάει στα κομμάτια, συγχωρείται (που δεν συγχωρείται πάντοτε, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα). Αλλά εν πάση περιπτώσει, αν θέλει κανείς να αποτίσει φόρο τιμής στην καθαρεύουσα, ας το βάλει σωστά το ρημάδι το φέρελπι!

 Όσο για μένα, εγώ θα έλεγα «ελπιδοφόρο»· σημαίνει ακριβώς το ίδιο και είναι πολύ πιο εύχρηστο και (υποκειμενικό βέβαια αυτό) πιο εύηχο. Έχει μόνο ένα ελάττωμα: το καταλαβαίνουν αμέσως όλοι κι έτσι δεν εντυπωσιάζονται για το ακένωτο λεξιλόγιό μας.

 

 

 

Επιστροφή στις "γλωσσικές ακρότητες"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2006 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu