Υπήρχε λεξιπενία πριν από το 1981;

 

Πρόσφατα, πολλοί λόγιοι θεώρησαν ένδειξη αγιάτρευτης λεξιπενίας (των νέων) το γεγονός πως η εξεταστική επιτροπή στις πρόσφατες πανελλαδικές εξετάσεις έκρινε σκόπιμο να δώσει επεξηγήσεις για εφτά λέξεις ενός κειμένου (σωστότερα: ενός χειρουργικά κατακερματισμένου κειμένου) του Σεφέρη. Οι περισσότεροι από αυτούς αρκέστηκαν στο να διαπιστώσουν το φαινόμενο, αλλά ο Κ. Γεωργουσόπουλος, επιπλέον, το χρονολόγησε και το απέδωσε, εμμέσως πλην σαφώς για να βάλω κι εγώ το κλισεδάκι μου, σε «λαϊκιστικές» εγκυκλίους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου προ εικοσιπενταετίας.

 

Κάθομαι σήμερα και ξεφυλλίζω μιαν ανθολογία του Σπύρου Κοκκίνη· την Ανθολογία νεοελληνικής σατιρικής ποίησης. Το βιβλίο το αγνοούσα, το πέτυχα προχτές σ’ ένα βιβλιοπωλείο όπου είχα πάει για κάτι άλλο, αλλά δεν είναι καινούργιο. Έχει εκδοθεί, βλέπω, το 1981 και είναι φυσικά τυπωμένο σε πολυτονικό. Στο τέλος του βιβλίου, ο Κοκκίνης παραθέτει γλωσσάριο με τις λέξεις των ποιημάτων της ανθολογίας που χρειάζονται κατά τη γνώμη του επεξήγηση. Να σημειωθεί πως επειδή το υλικό της ανθολογίας εκτείνεται σε τρεις αιώνες, κι επειδή πολλά από τα ποιήματα έχουν και λέξεις διαλεκτικές (πάρα πολλά είναι επτανησιακά, ας πούμε) κι επειδή η σατιρική ποίηση έχει το χαρακτηριστικό να χρησιμοποιεί σπάνιες λέξεις, ιδιωματικές, το γλωσσάρι αυτό έχει αρκετή έκταση· με πρόχειρη εκτίμηση, πιάνει περίπου 250 λέξεις και θα μπορούσε μάλιστα να έχει αρκετά περισσότερες.

 

Λογουχάρη, στο γλωσσάρι του Κοκκίνη δεν βρίσκω τη λέξη πιάκα από το ποίημα «Καμπούρης» του Σκαρίμπα, δεν βρίσκω ούτε την παίδεια από τον «ΚυρΜέντιο» του Βάρναλη (δεν είναι η παιδεία, είναι το παίδεμα), δεν βρίσκω ούτε τον τακουνά του Λασκαράτου (είναι ο υποκριτής θρησκόληπτος, θαρρώ). Κι αν αυτή την τελευταία έλλειψη πρέπει να τη χρεώσουμε μάλλον σε αβλεψία του ανθολόγου, είναι βέβαιο πως άλλες λέξεις που λείπουν, σαν τις λέξεις καϊμακλής, τσουμπλέκια ή μουνούχος, λείπουν επειδή ο Κοκκίνης έκρινε –ενδεχομένως ορθά– ότι ήταν γνωστές από τη μεγάλη πλειοψηφία (ή πλειονότητα αν επιμένετε) των δυνητικών αναγνωστών του.  Μπορούμε επομένως να συμπεράνουμε πως όσες λέξεις συμπεριλαμβάνονται στο Γλωσσάρι κρίθηκαν (από τον Κοκκίνη, βεβαίως) περισσότερο άγνωστες ή λιγότερο γνωστές από τις παραπάνω.

 

Η πρώτη λέξη στο γλωσσάρι είναι η αβάντα, η δεύτερη το αβασταγό (ζώο, το υποζύγιο), η τρίτη το αβγαταίνω. Η τελευταία; Η τελευταία, αλφαβητικά, λέξη είναι… το ψεγάδι!

 

Να θυμίσω πως το ψεγάδι είναι μία από τις εφτά «αξιοθρήνητες λέξεις» που έκρινε καλό να επεξηγήσει η εξεταστική επιτροπή και μάλιστα είναι η λέξη εκείνη που συγκέντρωσε τα περισσότερα πυρά. Ακόμα και όσοι δεν θεώρησαν ένδειξη λεξιπενίας τις επεξηγήσεις, χαρακτήρισαν οι περισσότεροι υπερβολική ή περιττή την επεξήγηση ειδικά για το ψεγάδι. Για παράδειγμα, ο Γιάννης Χάρης χαρακτηρίζει προσεχτικά «ίσως υπερβολική» την εκτίμηση ότι η λέξη ψεγάδι «είναι προβληματική στην κατανόησή της». Κι εγώ κάτι ανάλογο είχα πει.

 

Όμως, ο Κοκκίνης, που γράφει πριν από 27 χρόνια, την παραδεισένια εποχή πριν ενσκήψει η «λαίλαπα» του μονοτονικού και πριν εκδοθούν οι «ολέθριες» ντιρεχτίβες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ο Κοκκίνης που επιτέλους απευθύνεται όχι σε δεκάδες χιλιάδες δεκαεφτάχρονους αλλά σε κάμποσες εκατοντάδες κατά τεκμήριο απαιτητικούς και ενήμερους αναγνώστες που έχουν αποδείξει την έφεσή τους προς τα γράμματα καταθέτοντας ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό για ν’ αγοράσουν μια ποιητική ανθολογία, ο Κοκκίνης λοιπόν θεωρεί πως η λέξη ψεγάδι χρειάζεται επεξήγηση, ενώ τόσες άλλες σαν αυτές που παράθεσα πιο πάνω (πιάκα, καϊμακλής, μουνούχος κτλ.) δεν χρειάζονται.

 

Προσοχή: το βιβλίο τιτλοφορείται Ανθολογία, όχι Ευαγγέλιο. Θέλω να πω, το ότι ο Σπύρος Κοκκίνης έκρινε πως η μια ή η άλλη λέξη χρειάζεται επεξήγηση δεν είναι θέσφατο. Καθόλου δεν αποκλείεται να έκανε λάθος ο ανθολόγος. Είναι όμως μια ένδειξη, μια ισχυρότατη ένδειξη θα έλεγα, πως δεν είναι και τόσο καταδικαστέα η εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής σήμερα. Αν κάποιοι έκριναν πως η λέξη ψεγάδι θέλει επεξήγηση το 1981, διπλή και τετράδιπλη είναι η ανάγκη για επεξήγηση σήμερα, που η πρωτοφανής αύξηση της επιστημονικής και τεχνικής ορολογίας ασφαλώς έχει εκτοπίσει από το λεξιλόγιό μας κάποιες παλιότερες λέξεις, έστω και λαϊκές.

 

 

 

ΥΓ 1

Να διευκρινίσω, επειδή έχουν δει πολλά τα μάτια μου, ότι οι αναφορές στη λαίλαπα του μονοτονικού και στις ολέθριες ντιρεχτίβες είναι ειρωνικές.

 

ΥΓ 2

Η φράση «αξιοθρήνητες λέξεις» ανήκει στον κ. Κ. Γεωργουσόπουλο, από το άρθρο του στα Νέα. Ο Μαβίλης θα έλεγε πως δεν υπάρχουν αξιοθρήνητες λέξεις, αλλά αξιοθρήνητοι άνθρωποι. Ή ίσως ανεκδιήγητοι. Σχετικά με τον κ. Κ.Γ., ενδιαφέρον έχει και το πρόσφατο, εξαίσια φαρμακερό, σημείωμα του Γ.Χάρη στο ιστολόγιό του.

 

 

 

Επιστροφή στις "γλωσσικές ακρότητες"
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu