Το κείμενο αυτό, διορθωμένο και ξανακοιταγμένο, περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου "Γλώσσα μετ' εμποδίων" που κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη του 2007 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Περισσότερα για το βιβλίο μου αυτό, μπορείτε να διαβάσετε εδώ



 

Τα αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος… αποδεδειγμένα

 

Μια συνάδελφος μου έδωσε πριν από λίγο καιρό να δω το αξιοπερίεργο, όπως το χαρακτήρισε, αυτό βιβλίο, που έχει τίτλο «Τα αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος» και εκδόθηκε το 2004. Συγγραφέας του είναι ο καθηγητής πανεπιστημίου Σταύρος Θεοφανίδης. Καθηγητής, σπεύδω να διευκρινίσω, όχι της γλωσσολογίας, της αγγλικής φιλολογίας ή έστω κάποιου συναφούς κλάδου, αλλά (ευτυχώς) της εφαρμοσμένης οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Στο βιβλίο αυτό έχω ήδη αναφερθεί, μεταξύ άλλων, σε άλλο σημείωμά μου, ενώ εκτενή και εύστοχα σχόλια έχει κάνει και ο Περιγλώσσιος στο ιστολόγιό του. Θα διαλέξω να ξεκινήσω με ένα απόσπασμα του βιβλίου, ίσως το πιο χαρακτηριστικό, που και ο συγγραφέας πιστεύει ότι τον εκφράζει απόλυτα, αφού το διάλεξε για να το βάλει «Αντί προλόγου» στην έκτη σελίδα του βιβλίου του (Παρεμπιπτόντως: σε παγκόσμια πρωτοτυπία, ο συγγραφέας έχει σελίδα «Αντί προλόγου» και αμέσως μετά έχει και «Πρόλογο»).

 

Αντί προλόγου

 

-         Ποια ήταν η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ που φώναξαν στους Άγγλους οι Πρωτοέλληνες Ναυτικοί καθώς πλησίαζαν τα Βρετανικά Νησιά με τα ωραία πλοία τους; «Ούλε!» «Ούλε!» (= Γεια σας!)

-         Να λοιπόν ποια ήταν η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗ που τους διδάξαμε.

 

Αγαπητές μου Αγγλίδες! Αγαπητοί μου Αγγλοι!

            (Και) το “Hallo!” / “Hello!

με το οποίο αρχίζετε κάθε πρώτη σας συνάντηση και επικοινωνία, είναι το Αρχαίο, Ελληνικότατο, Ομηρικό: Ούλε! ( = Χαίρετε, Υγιαίνετε!) δηλαδή «Γεια σας και χαρά σας!»

            Το Ούλε έγινε από τους Άγγλους: “Hallo!” / “Hello!”

Επομένως, η πιο συνηθισμένη καθημερινή λέξη για χαιρετισμό στη Μ. Βρεττανία, τις Η.Π.Α., τον Καναδά και την Αυστραλία απηχεί την ομόηχη ομηρική προσφώνηση όλων των Αρχαίων Ελλήνων: «Ούλε!», από το ρήμα ούλω, και σημαίνει: «Γειά σας!» Δεν το λέει αυτό ο γράφων, αλλά δυο συμπατριώτες σας: Στο γνωστότατο Λεξικό Liddlle [sic] και Scott:

 

ούλω (ούλος Α) είμαι ολόκληρος, ακέραιος ή υγιής (το γαρ ούλειν υγιαίνειν Στράβ. 635), εν χρήσει παρ’ Ομ. κατά προστ. ούλε, χαίρε, Λατ. salve, ως χαιρετισμός, υγίαινε, «γεια σου», ούλέ τε και μέγα χαίρε, υγίαινε και ευτύχει, Οδ. Ω. 402, Ύμν. εις Απόλ. 466. Τύπος τις ουλέω μαρτυρείται παρ’ Ησύχ. και Γρηγ. Κορ.

 

Να και μια ανακοίνωσή μου στον τύπο,

γι’ αυτούς που νομίζουν ότι το «Ολέ! Ολέ!» είναι «ισπανικό»:

 

«ΟΛΕ!», «ΧΑΛΛΟ!», «ΧΕΛΛΟ!», «ΟΛΑ-ΛΑ!»:

ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ «ΟΥΛΕ!»

 

Αρχαία ελληνικά, από το Ομηρικό «ούλε!» ( = χαίρε, υγίαινε), είναι τα επιφωνήματα, που ακούμε συχνά και στα γήπεδα:

 

-         Ολέ!, ολέ!, ολέ! (ισπανικά)

-         (Χ)αλλό!, (χ)ελλό! (αγγλικά)

-         Ολα-λά! ολα-λα! (γαλλικά)

 

Το αρχαίο ομηρικό, πρωτοελλαδικό «ούλε!» προέρχεται από το ρήμα «ούλω», που σημαίνει: είμαι καλά, υγιαίνω, χαίρω άκρας υγείας. Η θεμελίωση υπάρχει στο παγκοσμίου φήμης γνωστό λεξικό Liddell-Scott (οι συγγραφείς του είναι διάσημοι φιλόλογοι). Το λεξικό αναφέρεται: στον Όμηρο (Οδύσσεια Ω 402), στον Ύμνο στον Απόλλωνα (466) και σε άλλους αρχαίους συγγραφείς/

 

 

Έκανα τον κόπο να αντιγράψω ολόκληρη τη σελίδα (εκτός των πολυτονικών που τα έβαλα μονοτονικά, αλλά ο κ. καθηγητής δεν είναι πολυτονιάτης και δεν θα με παρεξηγήσει), για να μην πει κανείς ότι αδικώ τον συγγραφέα παραθέτοντας αποσπάσματα. Όπως μπορούμε να δούμε, στο λεξικό υπάρχει απλώς το ρήμα ούλω, με τη σημείωση ότι η προστακτική του, ούλε, χρησίμευε σαν χαιρετισμός. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο αγγλικό Hello, και δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλωστε, αφού το Hello καμιά σχέση δεν έχει με τα ελληνικά και καταγράφεται σαν λέξη μόλις το 1600 (φαίνεται ότι οι βρετανοί που συνάντησαν τους συμπατριώτες του κ. καθηγητή έπεσαν σε ύπνο 4000 ετών και ξύπνησαν το 1600 μΧ).

 

Τι απάντησαν άραγε οι «άγγλοι» στους πρωτοέλληνες συμπατριώτες του κ. καθηγητή;

 

Τίποτε, διότι όπως λέει ο ίδιος με αφοπλιστική αφέλεια (αλλιώς θα τον λέγαμε ρατσιστή) στη σελ. 17, «Γύρω στα 2000 π.Χ. οι άγλωσσοι Βρετανοί ακούνε τις ελληνικές λέξεις από τους Πρωτοέλληνες/Πελασγούς ναυτικούς που έρχονται στα νησιά τους με τα ωραία σκάφη τους: «Ούλε» -> Hello! «Ωκεανός» -> ocean

(τα μαύρα στοιχεία είναι του κυρίου καθηγητή).

Να σημειώσουμε ότι και πάλι οι τέως άγλωσσοι συνομιλητές των συμπατριωτών του κ. Θεοφανίδη πρέπει να έπεσαν σε χειμερία νάρκη διαρκείας 32 αιώνων μετά τη συνάντηση, διότι η λέξη ocean, που την έμαθαν το 2000 π.Χ., στα αγγλικά εμφανίζεται μετά το 1250 μ.Χ. –και μάλιστα όλα τα λεξικά των κουτόφραγκων επιμένουν ότι η αγγλική λέξη είναι δάνειο από τα γαλλικά που είναι δάνειο από τα λατινικά που είναι δάνειο από τα ελληνικά, αντί να προτιμήσουν την απλή και σαφή (και… αποδεδειγμένη) λύση του κ. καθηγητή.

 

Παρά το ότι η σελ. 6 του βιβλίου του επιγράφεται Αντί προλόγου, ο κ. καθηγητής, ορκισμένος όπως φαίνεται εχθρός του μηδέν άγαν, προτάσσει στην αμέσως επόμενη σελίδα, τη σελίδα 7, και έναν Πρόλογο. Εκεί, παραθέτει συγκινητικές πράγματι αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας: ο οκτάχρονος μέλλων συγγραφέας γυρίζει σπίτι από το πρώτο μάθημα αγγλικών· η Πόντια μάνα του, που δεν είχε πάει σχολείο και βέβαια δεν ήξερε γρυ από αγγλικά, τον ρωτάει τι έμαθε· εκείνος της λέει περήφανος· και η μητέρα καταλαβαίνει αμέσως ότι το I am είναι το «είμαι», το I have είναι το «έχω» και το I can είναι το «κάνω», με τη δύναμη της προγονικής παράδοσης, αφού η «ποντιακή (δηλαδή πρωτοελληνική-πελασγική) προφορά» του νεαρού τότε συγγραφέα βοήθησε τη μητέρα του να καταλάβει «με τη δύναμη της προγονικής παράδοσης» τις τρεις αγγλικές λέξεις χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Με τη δύναμη της προγονικής παράδοσης, τονίζω, και όχι επειδή το can και το κάνω έχουν ηχητική ομοιότητα.

 

Με τέτοια αρχή, η συνέχεια είναι νομοτελειακά τέτοια που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα τη φανταζόταν ο Πορτοκάλος πατήρ. Όλα τα βασικά ρήματα της αγγλικής ανάγονται σε ελληνικά· στο εξώφυλλο μάλιστα του βιβλίου ο αναγνώστης παίρνει μια γερή δόση, αφού βλέπει τις εξής αντιστοιχίες, με βελάκια:

 

Είμαι                            I am

Άγω                             I go

Τίθημι, θου                  I do

Κάνω                           I can

Ίσταμαι                       I stand I stop

Έχω                             I have

και εν κατακλείδι

Όλα                             All

 

Στην πραγματικότητα, όλες αυτές οι ετυμολογήσεις είναι λάθος. Για να μην μακρηγορώ, μπορεί ο αναγνώστης να ανατρέξει στο www.etymonline.com, για να δει ποια είναι η κοινώς αποδεκτή άποψη για την ετυμολογία αυτών των λέξεων. Εγώ εδώ θα επισημάνω δύο μόνο σημεία: α) όχι μόνο το can δεν σημαίνει φυσικά το ίδιο πράγμα με το «κάνω», αλλά και το «κάνω» είναι μεσαιωνικός τύπος και δεν τον γνώριζαν οι ανύπαρκτοι άλλωστε Πρωτοέλληνες-Πελασγοί ναυτικοί. Οι αρχαίοι είχαν «κάμνω» με σημασία «κατασκευάζω, δουλεύω»· β) παρ’ όλ’ αυτά, στον παραπάνω κατάλογο υπάρχει μία λέξη που πράγματι έχει ελληνική αρχή μέσω δανεισμού. Πρόκειται για το stop, το οποίο όπως αναλύω σε παλιότερο άρθρο μου, ανάγεται στο ελλ. στύππη. Βέβαια, άλλο είναι το ευτελές στουπί και άλλο το ευγενές ίσταμαι από το οποίο παράγει (δήθεν) τη λέξη ο συγγραφέας.

 

Ο συγγραφέας χρίζει ελληνικές όλες τις αγγλικές ομόρριζες λέξεις της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, π.χ. fire (από το πυρ, κατά τον συγγραφέα), water (από το ύδωρ), video (από το οίδα) και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός. Μικρό μεγάλο παστρεύει, και δεν κολλάει ούτε σε αποδεδειγμένες ετυμολογίες ούτε σε τίποτα, αρκεί να υπάρχει μια ελάχιστη ηχητική ομοιότητα: π.χ. ετυμολογεί ελληνοπρεπώς το Λουξεμβούργο ως σύνθετο από το lux (= φως, που σε άλλη σελίδα το βγάζει ελληνικό σε πείσμα των λεξικών) και burg < πύργος, ενώ είναι γνωστό (το έχω γράψει κι εγώ κάπου) ότι το Luxemburg επιφανειακή μόνο σχέση έχει με το φως· το πρώτο συνθετικό του προέρχεται από γερμανική ρίζα που σημαίνει «μικρός». Στο οπισθόφυλλο, ανάμεσα σε είκοσι αγγλικές λέξεις που δήθεν παράγονται από ελληνικές, βρίσκουμε και το ace που, μας λέει ο κ. Θ., παράγεται από το ελληνικό άσσος· κι ας επιμένουν όλα τα λεξικά ότι η ελληνική λέξη είναι δανεισμένη από το ιταλικό asso και αυτό από το λατινικό as, είδος ρωμαϊκού νομίσματος. Τι ξέρουν αυτοί οι αστοιχείωτοι;

 

Όταν δεν υπάρχει ηχητική ομοιότητα, ο δαιμόνιος καθηγητής την κατασκευάζει, αναγραμματίζοντας λέξεις κατά το δοκούν, με επιδεξιότητα εφάμιλλη του Πολάτ Καγιά. Έτσι από την ακτή, με «παραφθορά και αντιμετάθεση γραμμάτων», φτάνει στο λατινικό costa, εξ ου και το αγγλικό coast· τι σημασία έχει που το λατινικό costa αρχικά δεν σήμαινε ‘ακτή’ αλλά ‘πλευρά, παΐδι’; εκεί θα κολλήσουμε; Να σημειωθεί ότι εδώ ο επαναστάτης συγγραφέας ανατρέπει όχι μόνο τη λατινική ετυμολογία αλλά και την ελληνική: την Αττική τη θέλει να παράγεται από το ακτή -> ακτική, επειδή είχε πολλές ακτές, και με τροπή του κ σε τ (η οποία είναι μάλλον πρωτοφανής για τα ελληνικά, λες και είμαστε ιταλοί!) δίνει Αττική. Κι ας φωνάζουν οι Σαντραίν και οι άλλοι ετυμολόγοι ότι το Αττική βγαίνει από το Ατθίς -> Ατθική, τι ξέρουν οι πτωχοί;

 

Οι περισσότερες ρηξικέλευθες ετυμολογήσεις του κ. καθηγητή είναι πρωτότυπες, αλλά μερικές τις μοιράζεται με άλλους ελληνοκεντρικούς μελετητές· ας πούμε για το δολάριο που το παράγει από την αρχαία λέξη «τάλαρος», ο κ. καθηγητής δεν πρωτοτυπεί, αφού την ίδια πρόταση έχει διατυπώσει νωρίτερα η κ. Τζιροπούλου και την έχει ασμένως υιοθετήσει και η κ. Γονέου στο δικό της πόνημα, παρ’ όλο που όλος ο υπόλοιπος κόσμος πλανάται πιστεύοντας ότι προέρχεται από την ονομασία ασημένιου νομίσματος που είχε κοπεί σε βοημικό ορυχείο αργύρου (όλη την ιστορία την αφηγούμαι εδώ)

 

Εννοείται ότι ο κ. καθηγητής κονιορτοποιεί μέσα σε λίγες αράδες τις πέντε μεγάλες πλάνες, ανάμεσα στις οποίες κεντρική θέση κατέχει η θεωρία περί ινδοευρωπαίων, όρο τον οποίο ο κ. Θ. θεωρεί ισοδύναμο με τον «γαϊδαρο-γούρουνο» ή «τιγρο-λαγός». Όχι, ο πρωτοδημιουργός του Αλφαβήτου και του Δυτικού Πολιτισμού είναι ο… «Ελληνάνθρωπος, αυτόχθων από τη Μακεδονία-Θράκη». Άλλωστε είναι μύθος ότι αρχαιότερη είναι η σανσκριτική γλώσσα, αφού η Βέδα, το ιερότερο βιβλίο της σανσκριτικής, είναι λέξη αρχαία ελληνική-πελασγική από το Fοίδα, ενώ και η λέξη «Ινδία» (που οι Ινδοί δεν τη λένε έτσι) προέρχεται από «Ίννις+Δία = τα παιδιά του Δία».

 

Όμως ο κ. καθηγητής είναι οικονομολόγος, κι έτσι εξέχουσα θέση στο βιβλίο έχει η αναζήτηση ελληνικών ριζών στην ορολογία της επιστήμης του. Το market είναι από το ομηρικό ρ. μείρομαι, το business από την πρωτοελληνική έκφραση «βίον ζην» και το bank από το πήγμα, πήγνυμι. Αν και συνήθως ο μεγαλόψυχος κ. καθηγητής προσπερνάει αγέρωχα το γεγονός ότι όλα τα λεξικά διαφωνούν με τις εξηγήσεις του, στην τελευταία περίπτωση (σελ. 136) δεν αντέχει και επιπλήττει ευγενικά το κατά τα άλλα αξιόλογο, όπως λέει, Λεξικό Μπαμπινιώτη για τη «σοβαρότατη παράλειψη» να παρουσιάσει ως ιταλική την ετυμολογία του μπάνκα, αγνοώντας τη θεοφανίδεια πρόταση.

 

Όπως λέω και στο άλλο μου σημείωμα, το πιο αξιοπρόσεκτο σε αυτή την έκδοση δεν είναι ότι οι περισσότερες από τις ετυμολογίες που προτείνει είναι εξωφρενικές· έχουν κυκλοφορήσει και άλλα βιβλία ή δημοσιεύματα με εξίσου ή και περισσότερο εξωφρενικές, ελληνοκεντρικές πάντα, ετυμολογήσεις. Το εντυπωσιακό με το βιβλίο του καθηγητή Θεοφανίδη είναι ότι έχει γραφτεί από καθηγητή, δηλ. από άνθρωπο που έχει αναλώσει μια ζωή στα πανεπιστημιακά έδρανα, και που θα περίμενε κανείς να ακολουθεί στην έρευνά του κάποιες στοιχειώδεις επιστημονικές αρχές. Ακόμα πιο περίεργο είναι ότι ο κ. Θεοφανίδης γνωρίζει τη βιβλιογραφία, αλλά τη χρησιμοποιεί μόνο όπου επιβεβαιώνει (ή νομίζει ότι επιβεβαιώνει) τις θέσεις του· τη χρησιμοποιεί δηλαδή όχι σαν οδηγό αλλά σαν δεκανίκι. Στην εισαγωγή του κεφαλαίου 2, μας πληροφορεί περήφανα ότι συμβουλεύτηκε 39 λεξικά, ανάμεσα στα οποία το Liddell-Scott, το αγγλικό του Skeat, το λατινικό ετυμολογικό των Ernout-Meillet και το ετυμολογικό της αρχαίας ελληνικής του Chantraine. Ωστόσο, σε ελάχιστες περιπτώσεις πληροφορεί τον αναγνώστη τι λένε τα εν λόγω λεξικά για τις απίθανες ετυμολογίες που προτείνει ο ίδιος· το χειρότερο είναι ότι στις λίγες περιπτώσεις που παραθέτει από τα λεξικά, ερμηνεύει το παράθεμα κατά το δοκούν.

 

Παράδειγμα: Στη σελίδα  42 ο κ. καθηγητής παραθέτει φωτογραφικά το λ. terrace από το ετυμολογικό λεξικό του Skeat, στο οποίο διαβάζουμε καθαρά ότι το L. terra είναι allied to Gk. τέρσεσθαι, to dry up. Αυτό που εγώ καταλαβαίνω (και που το επιβεβαιώνουν τα άλλα λεξικά) είναι ότι η λατινική λέξη είναι συγγενική με τον ελληνικό τύπο. Ο κ. καθηγητής, ενώ το έχει μπροστά στα μάτια του, το ερμηνεύει «προέρχεται από». Για μια ακόμα φορά, η απώτερη συγγένεια των Ινδο-ευρωπαϊκών γλωσσών θεωρείται εδώ ως δανεισμός (και μάλιστα πάντοτε μονόδρομος: μόνο εμείς δανείζουμε!)

 

Ο κ. καθηγητής λέει ότι συμβουλεύτηκε το λατινικό ετυμολογικό λεξικό των Ερνού-Μεγιέ. Μετά, το κλείδωσε στο ντουλάπι, όπως φαίνεται, διότι αγνοεί όλες τις περιπτώσεις όπου το λεξικό διαφωνεί με τις ετυμολογήσεις του. Παράδειγμα στη σελ. 61, για την ετυμολογία του λατινικού moneta (εξ ου και money) ο κ. Θ. αναπαράγει μια ετυμολογία την οποία και η κ. Τζιροπούλου υιοθετεί, ότι τάχα το Juno Moneta, ο ναός της Ήρας στη Ρώμη που αργότερα έγινε νομισματοκοπείο, είναι δάνειο από το ελλ. μόνη, μονία και συγγενές με το λατ. monere. Όμως το λεξικό του Ερνού, που το έχει διάολε πάρει υπόψη του ο κ. καθηγητής, λέει καθαρά ότι το moneta είναι φοινικικό δάνειο όπως και άλλα ονόματα νομισμάτων και ότι η σύνδεση με το moneo είναι παρετυμολογία. Άρα, ο συγγραφέας συμβουλεύεται το λεξικό μόνο όποτε (νομίζει ότι) τον επιβεβαιώνει. Αυτό δυστυχώς το κάνουν και άλλοι «ετυμολόγοι», με τη διαφορά ότι εκείνοι δεν είναι καθηγητές, γαλουχημένοι υποτίθεται σε έναν επιστημονικό τρόπο έρευνας.

 

Γιατί αυτό είναι τελικά το πιο αξιοπρόσεκτο στο βιβλίο: δεκάδες φορές ο συγγραφέας, καθηγητής πανεπιστημίου θυμίζω, μιλάει για «αποδείξεις» και «θεμελίωση» των λεγομένων του, και στις περισσότερες περιπτώσεις ή η απόδειξη είναι ανύπαρκτη ή άσχετη με τον ισχυρισμό του κ. καθηγητή. Διότι βεβαίως το γεγονός ότι το λεξικό Liddell-Scott περιλαμβάνει το λήμμα ούλω δεν είναι απόδειξη του ότι το αγγλικό hello προέρχεται από το «ούλω»!

Ο κ. καθηγητής στη σελ. 75 του βιβλίου του έχει τη φωτογραφία του Βέντρις, του αρχιτέκτονα που αποκρυπτογράφησε τη Γραμμική Β’, πράγμα που μου δίνει την ευκαιρία για μια παρέκβαση που δεν έχει σχέση μόνο με το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο καημένος ο Βέντρις λοιπόν, μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυΐες του 20ού αιώνα, είναι ο αγαπημένος (μεταξύ άλλων) όλων των τσαρλατάνων, διότι αν και μη ειδικός κατόρθωσε ένα μείζον επιστημονικό επίτευγμα ανατρέποντας την έως τότε επικρατούσα άποψη· οπότε, κοντά στον βασιλικό, οι έκτοτε τσαρλατάνοι θεωρούν ότι μπορεί να ποτιστεί και η δική τους γλάστρα, ίδια κι όμοια όπως όλοι οι ατάλαντοι ποιητές νεαρής σχετικά ηλικίας αντλούν ελπίδες από το γεγονός ότι και ο Καβάφης στα νιάτα του έγραφε μέτρια ποιήματα. Αλλά ο Καβάφης τα ποιήματά του αυτά τα αποκήρυξε, ενώ ο Βέντρις, άμα το καλοκοιτάξουμε το πράγμα, δεν ήταν και τόσο ερασιτέχνης. Είχε κάνει κλασικές σπουδές, μιλούσε έξι γλώσσες, ήξερε λατινικά και αρχαία ελληνικά. Αν και αρχιτέκτονας, ήταν δεινός στην κρυπτογραφία και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε υπηρετήσει ως κρυπτογράφος. Επίσης, ο Βέντρις είχε καταρτίσει ερωτηματολόγιο για το εγχείρημά του, που το είχε μοιράσει σε όλους τους κορυφαίους επιστήμονες της εποχής του, και αλληλογραφούσε τακτικά μαζί τους, κοινοποιώντας τους τα πορίσματά του. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, ο Βέντρις δεν ξεκίνησε έχοντας κατά νου να αποδείξει ότι η Γραμμική Β’ ήταν ελληνικά· αντίθετα, είχε ως αφετηρία τις εσφαλμένες όπως αποδείχτηκε απόψεις που επικρατούσαν, τις δοκίμασε, απέδειξε ότι δεν οδηγούσαν πουθενά, και τότε στράφηκε σε εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή στην υπόθεση που αποδείχτηκε σωστή, ότι η γλώσσα ήταν τα μυκηναϊκά ελληνικά. Αν κάτι μας διδάσκει ο Βέντρις, αυτό είναι ότι ο μη ειδικός που θέλει να ασχοληθεί με έναν  επιστημονικό τομέα πρέπει να είναι άριστα καταρτισμένος, να επικοινωνεί με τους ειδικούς και να παίρνει υπόψη τη γνώμη τους και να αποδείξει εσφαλμένη την επικρατούσα άποψη πριν διατυπώσει άλλη. Από την πλευρά τους, οι επιστήμονες δεν πρέπει να είναι δογματικοί και αλαζόνες (διότι ο σερ Άρθουρ Έβανς, πεπεισμένος ότι η Γραμμική Β’ ήταν οτιδήποτε εκτός από ελληνικά, έστρεφε στρεβλά τις αναζητήσεις προς άλλες κατευθύνσεις, αν και υπήρχαν και πριν από τον Βέντρις αρκετοί που πίστευαν ότι μπορεί να είναι ελληνικά η Γραμμική Β’). Αρκεί όμως με την παρέκβαση.

 

Περισσότερα για το βιβλίο δεν χρειάζεται να γράψω, να προσθέσω μόνο πως από σεμνότητα ο κ. Θ. δεν περιέλαβε πλήρες βιογραφικό του σημείωμα στο βιβλίο του· ο αναγνώστης ωστόσο μπορεί, από στοιχεία που δίνονται παρεμπιπτόντως, να σχηματίσει εικόνα για τις πολυσχιδείς του δραστηριότητες και τις ρηξικέλευθες προτάσεις του, αφού ο κ. Θ. έχει μεταξύ άλλων προτείνει να μετονομασθούν τα αγγλικά σε «ελληνική γλώσσα» ή σε «ολύμπια γλώσσα» και να βαφτιστεί «Εύρωπος» το πρώτο αγοράκι που θα γεννηθεί το 2000. Μάλιστα, όταν είχε έρθει στη χώρα μας ο Βαλερύ Ζισκάρ ντ' Εσταίν με την  ευκαιρία της εκστρατείας για ψήφιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος, ο κ. Θεοφανίδης υπέβαλε συγκεκριμένες τροπολογίες στο προς ψήφιση Σύνταγμα και πληροφόρησε τον παλαίμαχο γάλλο πολιτικό ότι το αρχαίο ελληνικό όνομά του είναι «Βάλιος Ζύγιος Έστιος». Λέτε οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί να καταψήφισαν το σχέδιο Ευρωπαϊκού Συντάγματος επειδή δεν είχαν γίνει δεκτές οι τροπολογίες Θεοφανίδη;

 

 

'Αλλα κείμενα αντάξια του Γκας Πορτοκάλος
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2007 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu