Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία: Σαμπουάν (ή σιαμπού)

 

Στην Ελευθεροτυπία της 2.8.2008, ο Χρήστος Μιχαηλίδης κατηγορεί τους Κυπρίους ότι έχουν αγγλοποιήσει τα ελληνικά τους, όπως κι εμείς οι ελλαδίτες άλλωστε, αν και αναγνωρίζει στους Κυπρίους το ελαφρυντικό πως «είχαν τους Εγγλέζους για εκατοντάδες χρόνια στον σβέρκο τους» (δηλαδή πόσες εκατοντάδες; μήπως 0,8;)

 

Αφορμή για την ιερή οργή του σχολιογράφου είναι μια δίγλωσση πινακίδα από την τουριστική περιοχή της Αγίας Νάπας (μονολεκτικά, Αγιάναπα, την ήθελε ο Σεφέρης) η οποία παρακαλεί τους τουρίστες να μην χρησιμοποιούν σαπούνι ή σαμπουάν με το ντους. Do not use soap, shampoo, etc. λέει το αγγλικό κείμενο, ενώ το ελληνικό γράφει:

 

Μη χρησιμοποιείτε σαπούνι ή σιαμπού

 

Και τη λέξη σιαμπού τη θεωρεί ο Χ.Μ. «δείγμα λαμπρόν» της «κακοποίησης» της γλώσσας μας. Είναι όμως έτσι;

 

Ο Χ.Μ. συνεχίζει λέγοντας πως εμείς (δηλ. οι Ελλαδίτες) θα χρησιμοποιούσαμε «το επίσης ξενικό αλλά σίγουρα πιο σικ ‘σαμπουάν’». Απ’ αυτό εικάζω πως δεν είναι η ξενική λέξη που προκάλεσε την οργή του, αφού κι ο ίδιος χρησιμοποιεί την επίσης ξενική (και σίγουρα σικ!) λέξη «σικ». Άρα; Τι τον ενοχλεί; Πως οι Κύπριοι λένε «σιαμπού» και όχι σαμπουάν; Το «σιαμπού» επομένως, δεν είναι σικ, είναι μπασκλασαρία. Μήπως θα ήταν πιο σικ ή έστω λιγότερο επιλήψιμο το «σαμπού», που στο κάτω-κάτω θα μετέφερε αυτούσια την αγγλική λέξη;

 

Τείνω να πιστέψω πως αυτό που κάνει τον σχολιογράφο να καταδικάσει τη λέξη, είναι το «σι» του σιαμπού. Οι Κύπριοι, να επισημάνω, έχουν ορθογραφία κάπως περισσότερο φωνητική από εμάς, αφού π.χ. πολλοί γράφουν τα διπλά σύμφωνα στην αρχή των λέξεων (Κκάσιαλος) τα οποία άλλωστε και προφέρουν, αν και αυτό θεωρείται όχι και τόσο κομιλφώ από άλλους· έτσι, και το παχύ σ, δηλαδή το sh των άγγλων (ή ch των γάλλων) το αποδίδουν πολλές φορές με «σι» -και τον τραγουδιστή Σαρμπέλ τον έχω δει γραμμένο «Σιαρπέλ».

 

Όμως αυτό το συνήθιο της φωνητικής απόδοσης φαίνεται πως κουβαλάει τη στάμπα του απολίτιστου, του χυδαίου, κι ο γλωσσικός σουσουδισμός μας δεν αντέχει να το βλέπει –όπως κάποιοι νεόπλουτοι ντρέπονται για τη χωριάτισσα μάνα τους και αρνούνται να την παρουσιάσουν με το τσεμπέρι στις δεξιώσεις που κάνουν, μόνο την έχουν κλειδαμπαρωμένη σε κάποιο καμαράκι.

 

Θα έπρεπε τάχα να υποθέσουμε πως είναι χυδαίο, βλάχικο ή τέλος πάντων «όχι σικ» το παχύ σ όταν το γράφουν και το προφέρουν έλληνες, όταν όμως το γράφουν και το προφέρουν άγγλοι και γάλλοι είναι μια χαρά; (κάτι που θυμίζει το παλιό ανέκδοτο με τον γέρο Καραμανλή που προσπαθούσε να μάθει γαλλικά και πρόφερνε λεπτό το παχύ γαλλικό σ στις λέξεις chapeau, chose κτλ. αλλά παχύ «στας Chέρρας»). Παράλογο το βρίσκω. Εξόν βέβαια κι αν η οργή του σχολιογράφου σχετικά με τη λέξη «σιαμπού» έχει άλλην αιτία.

 

Και κρατάω αυτή την επιφύλαξη, επειδή ο Χρήστος Μιχαηλίδης δεν είναι καθόλου άσχετος με την Κύπρο, ξέρει πολύ καλά ότι το σαμπουάν εκεί το λένε σιαμπού, και θα ξέρει υποθέτω πως τη λέξη τη χρησιμοποιεί όχι μόνο ο ομπρελάς της Αγιάναπας, αλλά και γράφεται στις εφημερίδες –για παράδειγμα, στη Σημερινή της 24.3.2004 διαβάζουμε πως έγινε καβγάς με τραυματίες σε διαμέρισμα κινέζων φοιτητών στη Λευκωσία, και η αιτία ήταν «ένα σιαμπού, το οποίο μία από τις κοπέλες χρησιμοποίησε χωρίς την άδεια της συγκατοίκου της.» Αλλά ακόμα και στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκω αναφορά σε «θεραπευτικά σιαμπού και κρέμες ακμής».

 

Με την ευκαιρία όμως, μια και κάθε λέξη έχει τη δική της ιστορία, μικρή ή μεγάλη, να δούμε την ιστορία της λέξης σαμπουάν –ή σιαμπού. Φυσικά, αναγνωρίζουμε τη συγγένεια με το αγγλικό shampoo, όμως λίγοι ξέρουν ή υποψιάζονται πως η αγγλική λέξη κάθε άλλο παρά αγγλοσαξωνικές ρίζες έχει. Η λέξη είναι αγγλοϊνδική, και είναι δάνειο από το ινδικό champo, που είναι προστακτική του ρήματος champna που σημαίνει «πιέζω, μαλάσσω». Η αρχική σημασία ήταν «μαλάσσω, κάνω μασάζ» και η σημασία «λούζομαι» καταγράφεται αρκετά αργότερα, το 1860. Είναι δηλαδή το shampoo μια από εκείνες τις αγγλικές λέξεις ινδικής προέλευσης που δεν δείχνουν και πολύ την ινδική καταγωγή τους (όπως λογουχάρη τη δείχνει το curry, κάρι)· άλλη μια τέτοια αφανής ινδική λέξη είναι το τανκ, tank, αν και αυτή έχει απώτατη αρχή πορτογαλική –και ίσως την ιστορία της την αφηγηθούμε σε άλλο σημείωμα.

 

Βέβαια, στα ελλαδίτικα ελληνικά δεν λέμε «σιαμπού» ή έστω «σαμπού» αλλά «σαμπουάν», που το θεωρεί και πιο σικ ο Χ.Μ. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο ότι σε εμάς η ινδική λέξη δεν έφτασε απευθείας από τ’ αγγλικά όπως στους αδελφούς Κυπρίους, αλλά μέσω Παρισίων, οπότε προφέρουμε γαλλοπρεπώς το αγγλικό γερούνδιο shampooing, διότι shampooing λέγεται στα γαλλικά το σαμπουάν, αρχικά η διαδικασία του λουσίματος και στη συνέχεια και το ίδιο το προϊόν που χρησιμεύει για το λούσιμο των μαλλιών· στα γαλλικά η λέξη μαρτυρείται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα ελληνικά δεν την έχω βρει σε κείμενο πριν από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά δεν έχω ψάξει πολύ.

 

Θα νόμιζε κανείς ότι η λέξη shampoo από την οποία πήραμε το σαμπουάν συγγενεύει ετυμολογικά με τη λέξη σαπούνι, μια και είναι τρανταχτή η ηχητική ομοιότητα των λέξεων καθώς και η συγγένεια των πραγμάτων, αλλά δεν είναι έτσι. Για μιαν ακόμα φορά, οι ομοηχίες ξεγελάνε. Το σαπούνι, ή μάλλον το ελληνιστικό σάπων, όπως και το λατινικό sapo, είναι δάνεια από μια γαλατική λέξη, μια και όπως φαίνεται οι Γαλάτες ήταν αυτοί που πρώτοι χρησιμοποίησαν σαπούνι ή μάλλον ένα μίγμα από ξίγκι και στάχτη όπως λέει ο Πλίνιος. (Οι αρχαίοι, όπως και οι Ρωμαίοι, καθαρίζονταν με λάδι). Κατά πάσα πιθανότητα, μάλιστα, αυτό το μίγμα οι Γαλάτες δεν το έβαζαν στα μαλλιά τους για να τα καθαρίσουν αλλά για να τα κάνει να στέκονται, όπως η σημερινή λακ. Αλλωστε, στα ελληνιστικά συγγράμματα, ο σάπων έχει χρήση περισσότερο φαρμακευτική –αιώνες μόνο αργότερα άρχισε να χρησιμοποιείται για την ατομική καθαριότητα. Άλλωστε και το sapo, αυτό το μίγμα από ξίγκι και στάχτη, οι Γαλάτες για τα μαλλιά τους το χρησιμοποιούσαν και όχι για το σώμα τους –μια ακόμα ομοιότητα με το σαμπουάν, ή το σαμπού ή ίσως, αν δεν ντραπείτε να σας πουν χωριάτη, το σιαμπού.

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή στις ιστορίες λέξεων
Επιστροφή στα Γλωσσικά
Αρχική σελίδα του Νίκου Σαραντάκου



© 2008 Νίκος Σαραντάκος
sarant@pt.lu